Ιωάννης Τσικόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιωάννης Τσικόπουλος
Ioannis Tsikopoulos.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1839
Καταφύγιο Πιερίων νομού Κοζάνης
Θάνατος1 Ιουλίου 1912
Αθήνα
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΕκπαιδευτικός - Φιλόλογος

Ο Ιωάννης Τσικόπουλος (Καταφύγιο Κοζάνης, 1839 - Αθήνα 1 Ιουλίου 1912) ήταν Έλληνας φιλόλογος, λόγιος, συγγραφέας και καθηγητής του 19ου αιώνα που έδρασε κυρίως στη Μακεδονία και υπήρξε εκ των πρώτων συντακτών του Μεγάλου Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών.[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Καταφύγι Πιερίων το 1839 όπου έμαθε και τα πρώτα του γράμματα. Το Καταφύγι ήταν μια από τις λίγες προνομιούχες Κοινότητες της Μακεδονίας που στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας διέθεταν οργανωμένο σχολείο αρκετά χρόνια πριν από την Επανάσταση του 1821[2]. Πολύ αργότερα, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, το σχολείο αυτό εξελίχθηκε σε πρότυπη Αστική Σχολή, ένα λαμπρό εκπαιδευτικό ίδρυμα με ξεχωριστή προσφορά και συμβολή στον αγώνα για τη μόρφωση και αφύπνιση του Ελληνισμού της Δυτικής Μακεδονίας. Διέθετε σπάνια βιβλιοθήκη με έργα Ελλήνων συγγραφέων σε εκδόσεις της Λειψίας και το κτίριο έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο[3]. Σε αυτή δίδαξαν, εκτός από τον ίδιο Ιωάννη Τσικόπουλο, ο Γ. Παπαγεωργίου, Ν. Οικονόμου καθώς και οι Πτυχιούχοι της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού Παν/μιου Αθηνών, καθηγητές Ιωάννης Γαζής και Νικόλαος Μαλούτας. Από αυτή αποφοίτησαν πολλοί άριστοι μαθητές, όπως ο ιατρός Δημήτριος Ι. Μπίρδας[2] και κάποιοι που έγιναν Αρχιερείς, όπως ο Γρεβενών Κύριλλος και ο Κολινδρού Σαμουήλ (την περίοδο 1872-1888), καθώς και ο σύγχρονος μας Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας).

Αστική Σχολή Καταφυγίου φωτ.2020

Αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν ο νεαρός Ιωάννης Τσικόπουλος, παιδί 7-8 χρόνων, άρχισε να μαθαίνει γραφή και ανάγνωση, το ιστορικό σχολείο του Καταφυγίου υιοθετούσε την καινοτόμο για την εποχή του εκπαιδευτική μέθοδο της αλληλοδιδακτικής. Δεν αρκέστηκε όμως στα πρώτα αυτά γράμματα και συνέχισε τις σπουδές του στα σχολεία του γειτονικού Βελβενδού και της Σιάτιστας. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1860 δίδαξε ως αλληλοδιδάκτης[2] σε σχολεία της περιοχής της Κοζάνης.

Δεν περιορίστηκε όμως σ’ αυτή τη δραστηριότητα. «Φύσις δεξιά και οργώσα προς τα γράμματα», όπως αναφέρει ο Ι. Δέλλιος (Μακεδονικόν Ημερολόγιον Παμμακεδονικού Συλλόγου Αθηνών, Αθήναι 1913, σ. 238), θέλησε να ακολουθήσει πανεπιστημιακές σπουδές. Καθώς στη Μακεδονία τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχε Πανεπιστήμιο, αναγκάστηκε να ξενιτευτεί στην Αθήνα και αφού έδωσε με επιτυχία εξετάσεις, μπήκε το έτος 1863 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι σπουδές του διήρκεσαν 4 χρόνια και μετά το τέλος τους επέστρεψε στην πατρίδα του. Τώρα, εκτός του Οθωμανού δυνάστη, έπρεπε να αντιμετωπιστεί και ο Βουλγαρικός εθνικισμός που άρχισε επικίνδυνα να απλώνεται στη Μακεδονική γη υποκινούμενος και ενθαρρυμένος από τους Τούρκους. Οι αξιώσεις των Βουλγάρων για ίδρυση αυτοκέφαλης Εκκλησίας διαγράφουν δυσάρεστες προοπτικές και δεν προμηνύουν τίποτε καλό για τους υπόδουλους Μακεδόνες, που ωστόσο συνέχιζαν να ελπίζουν και να αγωνίζονται για τη γρήγορη πραγμάτωση των εθνικών τους πόθων. Στην κρίσιμη αυτή φάση του αγώνα το όπλο της παιδείας είχε να παίξει σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο. Οι δάσκαλοι έπρεπε να μπουν στην πρώτη γραμμή, πρόμαχοι και σημαιοφόροι της εθνικής αποστολής. Ο Ιωάννης Τσικόπουλος λοιπόν, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσε μετά τις πανεπιστημιακές σπουδές να κάνει λαμπρή καριέρα στην ελεύθερη Ελλάδα. Η φωνή της σκλαβωμένης Πατρίδας όμως δεν του επέτρεπε ούτε σκέψη για κάτι τέτοιο. Το 1867 επέστρεψε αμέσως στη Μακεδονία και ανέλαβε τη διεύθυνση της περίφημης Αστικής Σχολής Κοζάνης. Στην Κοζάνη εργάστηκε επί 4 χρόνια και στη συνέχεια δίδαξε μέχρι το 1878 σε Έδεσσα και Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη, εκτός του εκπαιδευτικού του έργου, είχε και πλούσια κοινωνική δραστηριότητα συμμετέχοντας ενεργά στη δράση του νεοϊδρυθέντος Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ενός πολιτιστικού σωματείου με κύριο σκοπό την ενίσχυση και διάδοση των ελληνικών γραμμάτων τόσο στη Θεσσαλονίκη, όσο και στα περίχωρά της. Ο νεαρός Ι.Τσικόπουλος υπήρξε ένα από τα πιο δραστήρια στελέχη του συλλόγου συμμετέχοντας ενεργά όχι μόνο στις διοικητικές του επιτροπές, αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις και δραστηριότητές του. Το 1878 καλείται να προσφέρει τις υπηρεσίες του στις Σέρρες. Την εποχή εκείνη οι Σέρρες ήταν το μεγαλύτερο οικονομικό και πνευματικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας με μακρά εκπαιδευτική παράδοση που χρονολογείται από τα τέλη του 17ου αιώνα. Η προπαγάνδα των Βουλγάρων συνεχίζεται εντονότερη και απλώνεται επικίνδυνα στο χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας.

Το 1878, χρονιά του Ρωσοτουρκικού πολέμου, η κατάσταση οξύνεται επικίνδυνα με την υπογραφή της γνωστής Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου που παρέδιδε όλη σχεδόν τη Μακεδονία στη Βουλγαρία και η οποία τελικά ανατράπηκε λίγο αργότερα στο Συνέδριο του Βερολίνου. Είναι φανερό ότι ο Ελληνισμός της Μακεδονίας περνά τις πιο κρίσιμες και δύσκολες ώρες του αγώνα του. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες έρχεται ο Ιωάννης Τσικόπουλος στις Σέρρες, ένα από τα θέατρα του σκληρού και ανελέητου Μακεδονικού Αγώνα. Υπηρέτησε στις Σέρρες αρχικά ως διευθυντής του ημιγυμνασίου της πόλης και αργότερα ως καθηγητής των Ελληνικών στο Παρθεναγωγείο, ένα από τα πιο αξιόλογα εκπαιδευτήρια της Μακεδονίας. Εργάζεται σκληρά και αδιάκοπα και τις ώρες που δεν διδάσκει στα σχολεία τις αφιερώνει, βοηθώντας, από υπεύθυνες διοικητικές θέσεις, στη δράση του Μακεδονικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Σερρών. Στην Ανατολικομακεδονική μεγαλόπολη παρέμεινε μέχρι το 1904, δηλαδή επί 25 ολόκληρα χρόνια. Είναι η περίοδος που στις Σέρρες πραγματοποιείται ένας πρωτοφανής εκπαιδευτικός και πολιτιστικός οργασμός, που όμοιό του δεν ξαναγνώρισε η πόλη ως την απελευθέρωσή της. Η συμβολή του Καταφυγιώτη λογίου ήταν μεγάλη. Όπως παρατηρεί ο Πέτρος Πέννας στο βιβλίο του για την Ιστορία των Σερρών (σελ. 426): ‘‘...ο Τσικόπουλος πράγματι ηνάλωσε την ζωήν του προάγων την παιδείαν εν Σέρραις...’’.

Από τις Σέρρες καλείται πάλι στη Θεσσαλονίκη και, παρότι ήταν ήδη 65 ετών και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, συνέχισε στη Μακεδονική πρωτεύουσα να προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες του σοφού δασκάλου ως καθηγητής των Ελληνικών στο νεοϊδρυθέν υποδιδασκαλείο. Εκεί εργάστηκε ως το 1911. Τη χρονιά εκείνη το τότε ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος, εκτιμώντας το έργο του και ιδίως τις σπουδαίες μελέτες του για τη δημοτική γλώσσα, αλλά και τη βαθειά γνώση της τουρκικής, τον κάλεσε στην Αθήνα για να εργαστεί ως συντάκτης του μεγάλου Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας. Ο Ιωάννης Τσικόπουλος ήταν ήδη πολύ ηλικιωμένος. Εργάστηκε στη σύνταξη του λεξικού για ένα περίπου χρόνο και την 1η Ιουλίου 1912 ήσυχα και αθόρυβα, όπως έζησε σ’ όλη του τη ζωή, άφησε την τελευταία του πνοή σκυμμένος πάνω στα χειρόγραφα των αγαπημένων του μελετών για την Ελληνική Γλώσσα.

Τόσο για τον βίο και τη δράση του όσο και για το συγγραφικό του έργο ο Ιωάννης Τσικόπουλος θεωρείται (μαζί με τον σύγχρονό μας Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα) ως κορυφαία πνευματική προσωπικότητα όχι μόνο του Καταφυγίου αλλά και της Ελλάδας.

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωάννης Τσικόπουλος ήταν πολυγραφότατος με μεγάλο συγγραφικό έργο και άφησε μεγάλο αριθμό χειρογράφων, πολλά από τα οποία μαζί με την ατομική του βιβλιοθήκη δώρισε για εμπλουτισμό  της βιβλιοθήκης του πρότυπου Σχολείου της αγαπημένης του γενέτειρας, του Καταφυγίου, η οποία ήκμαζε την εποχή εκείνη. Δυστυχώς, όμως, με την πυρπόληση του οικισμού από τους Γερμανούς κατακτητές τον Δεκέμβριο του 1943, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του έργου καταστράφηκε. Η "Μελέτη περί Λεξικού της καθ΄ ημάς δημώδους γλώσσης" διασώζεται ψηφιοποιημένη από την Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης, καθώς επίσης και η "ΕΚΘΕΣΙΣ του εν Σέρραις Μακεδονικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου"[4] κατά την 11η από της ιδρύσεως του Συλλόγου εορτή. Ενώ το έργο του «Βοηθός του δημοδιδασκάλου διά τα ορθογραφικάς ασκήσεις» διασώζεται ψηφιοποιημένο από την Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου[5]. Πολλές μελέτες ιστορικού και γλωσσολογικού περιεχομένου δημοσιεύθηκαν, ενώ επίσης διασώθηκαν διάσπαρτα χειρόγραφα συγγράμματα στις διάφορες πόλεις που έζησε καθώς και στην Ακαδημία Αθηνών. Από αυτά που διασώθηκαν, αναφέρονται τα παρακάτω:

1.    Γλωσσολογική μελέτη «Περί του λεξικού της καθ’ ημάς δημώδους γλώσσης» βραβευμένη από το σύλλογο «ΚΟΡΑΗΣ»[4]

2.    «Βοηθός του δημοδιδασκάλου διά τα ορθογραφικάς ασκήσεις» βραβευμένο από τον «Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κων/πόλεως»[5]

3.    Δημοσιευμένη εργασία «Εκ των μυρίων δειγμάτων του ενιαίου της ελληνικής γλώσσης»

4.    Δημοσιευμένη εργασία «Ιστορία των σχολείων της Θεσσαλονίκης»

5.    «Μακεδονικό γλωσσάριο» αρχείο κέντρου Ι.Λ.Ν.Ε. του Ιστορικού Λεξικού της ελληνικής γλώσσας

6.    «Γλωσσάριο Καταφυγίου Μακεδονίας» αρχείο κέντρου Ι.Λ.Ν.Ε. του Ιστορικού Λεξικού της ελληνικής γλώσσας

7.    «Δάνεια εκ της Τουρκικής γλώσσης» αρχείο κέντρου Ι.Λ.Ν.Ε. του Ιστορικού Λεξικού της ελληνικής γλώσσας

8.    Χειρόγραφο «Ιστορική έποψις Καταφυγίου», ιστορικό χρονικό

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

-       Βραβείο Συλλόγου “ΚΟΡΑΗΣ” για τη μελέτη “Περί του λεξικού της καθ’ ημάς δημώδους γλώσσης”.

-       Βραβείο από τον “Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κων/πόλεως” για το έργο του «Βοηθός του δημοδιδασκάλου διά τα ορθογραφικάς ασκήσεις”.

Προτομή Ιωάννη Τσικόπουλου στον περίβολο της ΜΕΚ φωτ.2020

-        Σε αναγνώριση του μεγέθους της προσωπικότητας του Ιωάννη Τσικόπουλου, προς τιμήν του δόθηκε η ονομασία της κεντρικής οδού που διασχίζει τον νέο συνοικισμό «Καταφυγιωτών» στην Κατερίνη, ενώ στις 11.04.1966, στον αύλειο χώρο της «Μορφωτικής Ένωσης Καταφυγιωτών (ΜΕΚ)», έγινε η τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του Ιωάννη Τσικόπουλου.

Πρώτος ομιλητής της άρτιας και συγκινητικής τελετής των αποκαλυπτηρίων ήταν ο Μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης κ.κ. Βαρνάβας, παρουσία όλων των Τοπικών Αρχών, των απανταχού Καταφυγιωτών και πλείστων κατοίκων της πόλεως της Κατερίνης.

Τελετή αποκαλυπτηρίων προτομής Ιωάννη Τσικόπουλου 1966

Ιδιαίτερη στιγμή ήταν η άφιξη αντιπροσωπείας από την ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ, ηλιοκαμένοι καβαλάρηδες, ο κορυφαίος των οποίων Μαλαμής Α. Θωμάς, σαν τελείωσε το απίθωμα στην βάση της προτομής ιερού χώματος από τους τάφους των προγόνων, ανέβηκε στο τρανό πλατύσκαλο φορώντας την τιμημένη Καταφυγιώτικη στολή μ’ ανάρριχτο το παλτό, και μίλησε απλά και συγκινητικά αρχίζοντας με το: ΚΑΛΩΣ ΚΑΜΝΕΤΕ! και συνέχισε: " -Να κι' ιγώ αποσταμένους ξιπέζεψα απ' του Καταφύ κι σας φέρνου χαιρετίσματα κι χώμα απ' τα Τσιουκάδικα για να τ'(ου) αποθέσ' στα μαρμαρόσκαλα του Τσ(ι)κόπουλου. Κι ταχειά του προυί δυο νέοι να φ(υ)τέψ(ου)ν σ' αυτό μάραντα κι' αγγίτσια, για να μοσκοβολούν γύρω-γύρω απ' τ' άγαλμα τ'(ου) Γιάννη, που ήταν απ' τα πιό διαλεχτά κι άξια βλαστάρια τ(η)ς Καταφυγιώτικης γενιάς".[6]


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1.   Δημήτριος Κρήτος, “Η Εκπαίδευση στο Καταφύγι Πιερίων κατά την Τουρκοκρατία”, MEK, Κατερίνη 1995.

2.   Δημήτριος Κρήτος, ''Ιωάννης Τσικόπουλος : Ένας ξεχασμένος Μακεδόνας λόγιος'', Μακεδονικά τ. 29, 1994.[7]

3.   Κλεάνθη Α. Νάστου, “ΚΑΤΑΦΥΓΙ Πιερίων-Κοζάνης”, Ιστορική-Λαογραφική Επισκόπηση, Θεσσαλονίκη 1971.

4.   Αστερίου Δ. Γκατζάρα, “Αντίλαλος από το Καταφύγι”, Θεσσαλονίκη 1954

5.   Παναγιώτη Ν. Λιούφη, “Ιστορία της Κοζάνης”, Αθήνα 1924

6.   Ευαγγελίδη Τρύφων, “Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας”, Α’ τόμος, Αθήνα 1936

7. Πέτρου Πέννα, "Ιστορία των Σερρών, από της αλώσεως αυτής υπό των Τούρκων μέχρι της απελευθερώσεώς της υπό των Ελλήνων (1383 — 1913), Αθήνα 1966

8.   Ανθίμου Θ. Βαντέλλα, “Μνήμες και Σκέψεις”, Αθήνα 1995

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Συντάκτες του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας
  2. 2,0 2,1 2,2 “Η Εκπαίδευση στο Καταφύγι Πιερίων κατά την Τουρκοκρατία”, Δημήτριος Κρήτος, MEK, Κατερίνη 1995, σελ.50-51
  3. «Διαρκής κατάλογος των κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων της Ελλάδος». 
  4. 4,0 4,1 Ψηφιοποιημένα συγγράμματα του Ιωάννη Τσικόπουλου από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης
  5. 5,0 5,1 Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου
  6. Κλεάνθη Α. Νάστου, “ΚΑΤΑΦΥΓΙ Πιερίων-Κοζάνης”, Ιστορική-Λαογραφική Επισκόπηση, Θεσσαλονίκη 1971, σελ. 46-47
  7. Ιωάννης Τσικόπουλος, Ένας ξεχασμένος Μακεδόνας Λόγιος