Ιωάννης Αξούχος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιωάννης Αξούχος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1087
Νίκαια Βιθυνίας
Θάνατος1150
Κωνσταντινούπολη
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααξιωματικός
Οικογένεια
ΤέκναΑλέξιος Αξούχος
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςστρατηγός/
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΜέγας Δομέστικος

Ο Ιωάννης Αξούχ(ος) (άκμασε π. 1087 - π. 1150) ήταν μέγας Δομέστικος του Ρωμαϊκού στρατού κατά τη βασιλεία του Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143) και του γιου αυτού Μανουήλ Α΄ (1143-80). Ίσως ήταν ο πραγματικός (de facto) αρχηγός (Μεσάζων) της Πολιτικής διοίκησης στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγωγή και η φιλία με τον Ιωάννη Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωάννης ήταν Τουρκικής ("Περσικής" αναφέρει αναχρονιστικά ο Ιωάννης Κίνναμος) καταγωγής.[1] Όταν ήταν παιδί αιχμαλωτίστηκε στη Νίκαια το 1097 και δόθηκε στον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό ως δώρο. Ανατράφηκε στο Αυτοκρατορικό Παλάτιο.[2][3] Καθώς μεγάλωνε, έγινε σταθερός ακόλουθος του διαδόχου Ιωάννη. Όταν αυτός ανήλθε στον θρόνο το 1118 ως Ιωάννης Β΄, όρισε τον Αξούχο ως μέγα Δομέστικο (αρχηγό του Στρατού) και του έδωσε τον Αυλικό τίτλο του σεβαστού.[2] Ήταν ο μόνος στενός φίλος και έμπιστος του Αυτοκράτορα[1] και όλα τα άλλα μέλη του Οίκου έπρεπε να τον προσκυνούν.[4][5]

Η Άννα Κομνηνή, μεγαλύτερη αδελφή του Ιωάννη Β΄ σχεδίαζε να πάρει τον θρόνο υπέρ του συζύγου της Νικηφόρου Βρυεννίου του νεότερου. Αυτός όμως δεν συμφωνούσε και αποκάλυψε το σχέδιο στον Αυτοκράτορα. Ο Ιωάννης Β΄ κατάσχεσε την περιουσία της αδελφής του και θα την έδινε στον Αξούχο, ο οποίος σοφά αρνήθηκε, καθώς αντιλήφθηκε ότι θα χαλούσαν περαιτέρω οι σχέσεις του με τον Οίκο των Κομνηνών και θα γινόταν αντιπαθής στην υψηλή αριστοκρατία. Ο Αξούχος ζήτησε επιείκεια για την Άννα και τα δύο αδέλφια συμφιλιώθηκαν ως ένα βαθμό.[6]

Εν μέρει χάρη στις ικανότητες του Αξούχου, ο Αυτοκράτορας μπόρεσε να αντιμετωπίσει τις αρχικές δυσκολίες από τους συγγενείς του και να κυριαρχήσει στα μέλη του Οίκου του. Έτσι απερίσπαστος ασχολήθηκε το υπόλοιπο της βασιλείας του με την επιθετική εξωτερική πολιτική.[7] Ο Αυτοκράτορας ήταν δραστήριος στρατιωτικός και εκστράτευσε στα Βαλκάνια και την Ανατολή, ως τη Συρία. Ο Αξούχος συνεργαζόταν στις προσπάθειες εκείνου. Το 1119 ο Αξούχος πολιορκούσε τη Λαοδίκεια·[1] όταν έφθασε ο Ιωάννης Β΄ έλαβε γρήγορα τη νίκη. Η επιτυχία αυτή άνοιξε τη χερσαία οδό κατά μήκος της Μικράς Ασίας ως την Αττάλεια και την Κιλικία.

Στη μάχη του εναντίον των Πετσενέγκων στα Βαλκάνια το 1122, ο Αξούχος τραυματίστηκε στο πόδι.[8] Έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εκστρατείες του 1137-38 στην Κιλικία, την Αντιόχεια και τη βόρεια Συρία, κατά τη διάρκεια των οποίων τραυματίστηκε πάλι.[8]

Βοηθά τον Μανουήλ Α΄ να ανέλθει στον θρόνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1143 ο Ιωάννης Β΄, ενώ προετοιμαζόταν για την κατάκτηση της Αντιόχειας από τους Σταυροφόρους, είχε ένα κυνηγετικό δυστύχημα. Ο Αυτοκράτορας επέλεξε διάδοχο τον μικρότερο γιο του Μανουήλ Α΄ Κομνηνό και απεβίωσε. Τότε ο Αξούχος ήταν επιδέξιος στο να λάβει τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης υπέρ του Μανουήλ Α΄, αντί του μεγαλύτερου γιού Ισαακίου (ή ίσως του αδελφού Ισαακίου): άφησε τον στρατό στην Κιλικία και έδραμε στη Βασιλεύουσα πριν την άφιξη της είδησης. Εξασφάλισε τον έλεγχο των θησαυρών και των διασήμων του Αυτοκράτορα, ενώ τους δύο πρίγκιπες τους περιόρισε στη μονή Παντοκράτορος. Έτσι η διαδοχή στον Μανουήλ Α΄ δεν συνάντησε αντίσταση. Ο Αξούχος ήταν πιστός στις επιθυμίες του Ιωάννη Β΄, αν και καταγράφεται ότι προσπάθησε να τον πείσει ότι ο μεγαλύτερος γιος του ήταν πιο κατάλληλος για τη διαδοχή.[9][10]

Είναι αξιοσημείωτο ότι μερικές πηγές δείχνουν ότι ο Αξούχος ήταν πιο συνδεδεμένος με τον Ισαάκιο και πως ο Μανουήλ Α΄, τουλάχιστον κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του, έβλεπε ύποπτα κάθε υπόνοια σκευωρίας του μεγαλύτερου αδελφού του με τον Αξούχο..[11] Ο νέος Αυτοκράτορας επιβεβαίωσε τη θέση του Αξούχου ως μεγάλου δομεστίκου.[12] Ο Αξούχος είναι ο υπεύθυνος για την εισαγωγή όρκου πίστης του νέου Αυτοκράτορα κατά την τελετή στέψης του, πρακτική που παγιώθηκε.[13]

Κατά τη βασιλεία του Μανουήλ Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εκστρατεία του 1145-46 στο τραπέζι του Αυτοκράτορα έγινε έντονη συζήτηση σύγκρισης των πολεμικών αρετών του Μανουήλ Α΄ με τον πατέρα του. Ο Αξούχος εκθείασε του Ιωάννη Β΄ προς ζημία του Μανουήλ Α΄ και ο Ισαάκιος τον υποστήριξε έντονα. Τα πνεύματα οξύνθηκαν και ο Ισαάκιος επιτέθηκε στον εξάδελφό του Ανδρόνικο Κομνηνό με το ξίφος του, το κτύπημα όμως απετράπη από τον Μανουήλ Α΄ και έναν συγγενή τους. Ο Αξούχος τιμωρήθηκε για τη συμμετοχή του στο συμβάν με τη στέρηση του προνομίου του να φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα.[14] Το επεισόδιο καταδεικνύει την συμμετοχή του Αξούχου στην Αυτοκρατορική οικογένεια. Έχει προταθεί ότι η κατοχή της σφραγίδας ως το 1145 σημαίνει ότι, εκτός από τα στρατιωτικά του καθήκοντα, ήταν και επικεφαλής της πολιτικής διοίκησης. Ήταν ανεπίσημη θέση, γνωστή ως του μεσάζοντος, ισοδύναμο του "πρώτος υπουργός".[15]

Το 1148-49 ο Αξούχος διοίκησε τις δυνάμεις ενάντια στους Νορμανδούς της Σικελίας, που είχαν καταλάβει την Κέρκυρα. Οι Ρωμαίοι άρχισαν την πολιορκία της πόλης. Ο Αξούχος ήταν αρχηγός του χερσαίου στρατού, ενώ μέγας δούκας (ναύαρχος) ήταν ο Στέφανος Κοντοστέφανος. Αυτός σκοτώθηκε το 1149 και έτσι ο Αξούχος ανέλαβε τον έλεγχο όλης της επιχείρησης.[16] Αργότερα οι στρατιώτες του ήλθαν σε διένεξη με τους συμμάχους Βενετούς· ο Αξούχος προσπάθησε στην αρχή να μεσολαβήσει, αλλά τελικά αναγκάστηκε να στείλει τη Φρουρά του να καταστείλει την αναταραχή με τη βία.[8] Οι πολιορκούμενοι Νορμανδοί λιμοκτόνησαν και αφού παρέδωσαν τα οχυρά τους το 1149, αποχώρησαν από τη νήσο.[17] Πιστεύεται ότι ο Αξούχος απεβίωσε λίγο μετά το 1150 ή στις αρχές του 1151 το αργότερο.[2][18]

Αν και ανατράφηκε στο περιβάλλον του Αλεξίου Α΄, είχε θεολογικές απορίες: ρώτησε τον θεολόγο Νικόλαο της Μεθώνης για τη φύση "της εγκατάστασης του Αγ. Πνεύματος μέσα στους Αποστόλους" και ο Μανουήλ Α΄ πίεσε τον Νικόλαο να του παράσχει αιτιολογημένη απάντηση.[19]

Υστεροφημία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωάννης Β΄ οδηγούσε προσωπικά όλες τις εκστρατείες του και ο Αξούχος έλαβε την προσοχή των χρονικογράφων της εποχής. Η ικανότητά του και ο χαρακτήρας του αναγνωρίστηκαν και επαινέθηκαν από όλους τους ιστορικούς. Ο Μιχαήλ Ιταλικός τον αποκαλεί "ο Πύργος της Ρωμανίας" και "το αήττητο αχυρό". Οι συγγραφείς Νικόλαος Βασιλάκης και ο Νικόλαος επίσκοπος Μεθώνης αφιέρωσαν έργα τους σε αυτόν.[20] Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, που γεννήθηκε λίγο μετά από την αποβίωση του Αξούχου, δίνει την ακόλουθη περιγραφή των ικανοτήτων εκείνου: "Όχι μόνο ήταν τα χέρια του επιδέξια στη μάχη, αλλά γρήγορα και ευκίνητα στην ευποιΐα. Η ευγένεια και η ελευθερία του νου του επισκίαζε την ταπεινή του καταγωγή και τον έκαναν προσφιλή σε όλους".[21]

Έχει προταθεί ότι οι Αξούχοι, δεδομένης της Τουρκικής τους καταγωγής, σχημάτισαν μία αντι-Δυτική μερίδα στην Αυλή. Αντίστοιχα Ρωμαίοι, όπως ένας ανιψιός του Ιωάννη Β΄, είχαν αυτομολήσει στους Σελτζούκους. Υπήρχε αλληλοδιείσδυση των ευγενών στην Κωνσταντινούπολη και στο Ικόνιο και υπήρχαν πάντα διαθέσιμα διπλωματικά κανάλια, ακόμη και σε περίπτωση πολέμου.[22]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είχε τέκνα:

  • Αλέξιος απεβ. 1142, πρωτοστράτωρ. Νυμφεύτηκε τη Μαρία Κομνηνή, κόρη του Αλεξίου διαδόχου.[2][23] Το 1167 κατηγορήθηκε για προδοσία και πιέστηκε να μπει σε μονή.[2][24]
  • Ευδοκία, παντρεύτηκε τον Στέφανο Κομνηνό, μικρανιψιό του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού.[2]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Cinnamus 1976, 5.21–5.22.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Kazhdan 1991, σελ. 239.
  3. Ο Αξούχος αναφέρεται μερικές φορές ως σκλάβος. Πράγματι στο Δίκαιο που θεσπίστηκε από τον Ιουστινιανό, ένας αιχμάλωτος πολέμου ήταν αυτόματα σε καθεστώς σκλάβου. Ωστόσο αυτό μερικές φορές αναιρέθηκε, όπως στην εδώ περίπτωση του Αξούχου. Τυπικά ήταν σκλάβος, όμως στην πραγματικότητα αυτό θα άλλαξε, διότι ένας σκλάβος δεν είναι κατάλληλος σύντροφος για έναν νεαρό πρίγκιπα. Επίσης στον Ρωμαϊκό στρατό μόνο ελεύθεροι μπορούσαν να συμμετέχουν, κάτι που αντιστράφηκε αργότερα στους Οθωμανούς.
  4. Choniates & Magoulias 1984, σελ. 7.
  5. Angold, p. 152
  6. Choniates & Magoulias 1984, σελίδες 8–9.
  7. Angold, pp. 152-153
  8. 8,0 8,1 8,2 Brand 1989, σελ. 5.
  9. Magdalino 2002, σελ. 195.
  10. Guilland 1967, σελ. 407.
  11. Treadgold 1997, σελίδες 638–639; Choniates & Magoulias 1984, σελ. 29; Magdalino 2002, σελ. 195.
  12. Choniates & Magoulias 1984, σελ. 46.
  13. Guilland 1967, σελ. 407.
  14. Magdalino 2002, σελ. 192.
  15. Magdalino 2002, σελ. 254.
  16. Guilland 1967, σελ. 408.
  17. Choniates & Magoulias 1984, σελ. 48.
  18. Guilland 1967, σελ. 408.
  19. Brand 1989, σελ. 6.
  20. Guilland 1967, σελ. 408.
  21. Choniates & Magoulias 1984, σελίδες 7–8.
  22. Angold, p. 190
  23. Cinnamus 1976, 227.17; Choniates & Magoulias 1984, σελ. 59.
  24. Cinnamus 1976, 129.16–129.19 and 267.16–269.23.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Angold, Michael, (1984) The Byzantine Empire 1025–1204, a political history, Longman,
  • Brand, Charles M. (1989). "The Turkish Element in Byzantium, Eleventh-Twelfth Centuries". Dumbarton Oaks Papers. Washington, District of Columbia: Dumbarton Oaks, Trustees for Harvard University. 43: 1–25. doi:10.2307/1291603. JSTOR 1291603.
  • Choniates, Niketas; Magoulias, Harry J. (trans.) (1984). O City of Byzantium: Annals of Niketas Choniates. Detroit, Michigan: Wayne State University Press. ISBN 978-0-8143-1764-8.
  • Cinnamus, Ioannes (1976). Deeds of John and Manuel Comnenus. New York, New York and West Sussex, United Kingdom: Columbia University Press. ISBN 978-0-231-04080-8.
  • Guilland, Rodolphe (1967). "Le grand domestique". Recherches sur les institutions byzantines, Tome I (in French). Berlin: Akademie-Verlag. pp. 405–425.
  • Kazhdan, Alexander Petrovich, ed. (1991). The Oxford Dictionary of Byzantium. New York, New York and Oxford, United Kingdom: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-504652-6.
  • Magdalino, Paul (2002) [1993]. The Empire of Manuel I Komnenos, 1143–1180. Cambridge, United Kingdom: Cambridge University Press. ISBN 0-521-52653-1.
  • Treadgold, Warren (1997). A History of the Byzantine State and Society. Stanford, California: Stanford University Press. ISBN 0-8047-2630-2.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα John Axouch της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).