Ιταλο-Αιθιοπική συνθήκη του 1928

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ιταλο-Αιθιοπική συνθήκη του 1928[1], γνωστή επίσης σαν Ιταλο-Αιθιοπική συνθήκη Φιλίας και Διαιτησίας[2] ήταν μια επίσημη διπλωματική συμφωνία που υπογράφτηκε μεταξύ του Βασιλείου της Ιταλίας και της Αυτοκρατορίας της Αβυσσηνίας, στις 2 Αυγούστου του 1928. Την εποχή εκείνη, στην Αιθιοπία βασίλευε η Νιγκίστε Νεγκέστ Ζεουντίτου Α' (που αποδίδεται με τον όρο «Βασίλισσα των Βασιλέων» ή «Αυτοκράτειρα»), ωστόσο στη διεθνή σκηνή την κυβέρνηση της χώρας εκπροσωπούσε ο 36χρονος Ρας (Δούκας) Ταφάρι Μακόννεν, ο φυσικός κληρονόμος του θρόνου και πληρεξούσιος αντιβασιλέας. Εντός δύο μηνών, στις 7 Οκτωβρίου του 1928, ο Ταφάρι ανακηρύχθηκε Νέγκους (Βασιλιάς) και στις 2 Νοεμβρίου, μετά το θάνατο της Ζεουντίτου, ο Ταφάρι αποκλήθηκε Ναγκούσα Ναγκάστ («Βασιλιάς των Βασιλέων») δηλαδή Αυτοκράτορας Χαϊλέ Σελασσιέ Α'.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1926 η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία επιχείρησαν από κοινού μια εμπορική και οικονομική διείσδυση στην Αιθιοπία. Ασκώντας πιέσεις στον Ταφάρι, οι μεν Ιταλοί επεδίωκαν να εκμεταλευτούν μια σιδηροδρομική γραμμή ενώ οι Άγγλοι ήλπιζαν να κατασκευάσουν εγγυοβελτιωτικά έργα προκειμένου να αρδεύσουν την περιοχή του Αγγλο-Αιγυπτιακού Σουδάν. Ενώ προς στιγμή ο Ταφάρι φάνηκε να υποχωρεί στις απαιτήσεις τους, ακολούθως διαμαρτυρήθηκε επίσημα στην Κοινωνία των Εθνών με αποτέλεσμα ακόμη και η βρετανική κοινή γνώμη να αντιταχθεί στις επιδιώξεις της αγγλικής κυβέρνησης. Αυτό το γεγονός κλώνισε και τους Ιταλούς[3]. Χωρίς να εγκαταλείψει τα σχέδιά του, ο ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι ζήτησε τη βοήθεια του εξαδέλφου του μονάρχη Βίκτωρα Εμμανουήλ, δούκα του Αμπρούζι. Εκείνος, ταξίδεψε με πλήρη επισημότητα στην αφρικανική χώρα, έφτασε δια θαλάσσης στην Αιθιοπία και έγινε δεκτός με τιμές απ’ τον Ταφάρι στην πρωτεύουσα Αντίς Αμπέμπα. Ο δούκας, διασκεδάζοντας την καχυποψία του Ταφάρι, δώρισε στον Αιθίοπα ηγεμόνα μια πολυτελέστατη Ιταλική λιμουζίνα που εκείνη την εποχή πωλούνταν στις ΗΠΑ 18.000 δολλάρια (αντίστοιχης αξίας 251.000 δολλαρίων του 2016), μαζί με άλλα δώρα, προκειμένου να κάμψει τις επιφυλάξεις του[4].

Λεπτομέρειες της συνθήκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνθήκη εγκαθίδρυσε μια 20ετή περίοδο φιλίας ανάμεσα στα δυο έθνη, πρόσβαση στη θάλασσα για την Αιθιοπία και μια συμφωνία για την επίλυση τυχόν μελλοντικών διαφορών τους από την Κοινωνία των Εθνών. Ακόμη, η συμφωνία όριζε: Πρόσβαση για την Αιθιοπία στο λιμάνι της Ερυθράς Θάλασσας Ασσέμπ, στην ιταλική αποικία της Ερυθραίας. Ευνοούσε τη συνεργασία των δυο συμβαλλόμενων μερών για την κατασκευή ενός αυτοκινητοδρόμου που θα συνέδεε το Ασσέμπ και τη Ντεσσιέ. Καθόριζε τα σύνορα μεταξύ της Ιταλικής Σομαλίας και της (τότε) Αβυσσηνίας στον 21ο Παράλληλο.

Επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Και οι δυο χώρες είχαν διασταυρούμενες προοπτικές από τη συνθήκη. Ο Μουσολίνι ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για να επιτύχει βαθύτερη οικονομική διείσδυση στην ανατολική Αφρική. Δε σκόπευε όμως και ποτέ να απευθυνθεί στην ΚτΕ για να ζητήσει επιδιαιτησία σε περίπτωση διαφορών. Από την άλλη, ο Ταφάρι ναι μεν επεδίωκε συνεργασία με διαμεσολάβηση αλλά ήταν αποφασισμένος και να μη συναινέσει στην κατασκευή του δρόμου που θα επέτρεπε στους Ιταλούς να έχουν διέξοδο στη θάλασσα, καθώς θεωρούσε ότι η δημιουργία του θα αποτελούσε μια φυσική δίοδο για εισβολή στη χώρα του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Nicolle, The Italian Invasion of Abyssinia 1935-1936, σελ. 7
  2. Marcus, A history of Ethiopia, σελ.126
  3. "Fascist New Year", Time Magazine, New York City: Time Inc, 1928-11-05
  4. Marcus, A history of Ethiopia, σελ.126

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Marcus, Harold G. (1994). A History of Ethiopia. London: University of California Press. σελ. 316. ISBN 0-520-22479-5.
  • Nicolle, David (1997). The Italian Invasion of Abyssinia 1935-1936. Westminster, MD: Osprey. 48 σελίδες. ISBN 978-1-85532-692-7.