Εκστρατεία της Αιγύπτου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
H Μάχη των Πυραμίδων, έργο του Φρανσουά Βαττώ, 1799

Η Γαλλική Εκστρατεία στην Αίγυπτο και τη Συρία (1798-1801) ήταν η εκστρατεία του Μεγάλου Ναπολέοντα στη Μέση Ανατολή, με σκοπό να προστατέψει τα γαλλικά εμπορικά συμφέροντα, να υπονομεύσει τη βρετανική πρόσβαση στην Ινδία και τις Ανατολικές Ινδίες και να εκσυγχρονίσει την επιστημονική έρευνα στην περιοχή. Οι λόγοι αυτοί αποτέλεσαν τον πρωταρχικό σκοπό της Μεσογειακής Εκστρατείας του 1798, που περιελάμβανε επίσης μια σειρά ναυτικών συγκρούσεων, καθώς και την κατάληψη της Μάλτας που προηγήθηκε της άφιξης των Γάλλων στην Αίγυπτο.

Παρά τις πολλές αποφασιστικές νίκες και μια αρχικώς επιτυχή εκστρατεία στη Συρία, ο Ναπολέων και η Στρατιά του της Ανατολής αναγκάστηκαν ν΄ αποσυρθούν, μετά την αυξανόμενη πολιτική δυσαρμονία στη Γαλλία, τις συγκρούσεις στην Ευρώπη και την ήττα του γαλλικού στόλου στη ναυμαχία του Νείλου.

Προετοιμασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον καιρό της αποστολής, το Διευθυντήριο είχε την εκτελεστική εξουσία στη Γαλλία. Ο στρατός ήταν το εχέγγυο αποτροπής των ιακωβινικών και βασιλικών απειλών, με το στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη ήδη επιτυχημένο διοικητή, κυρίως λόγω της ιδιοφυούς ηγεσίας του κατά την Ιταλική Εκστρατεία.

Τον Αύγουστο του 1797, ο Ναπολέων πρότεινε με γράμμα του στο Διευθυντήριο μια στρατιωτική εκστρατεία για την κατάληψη της Αιγύπτου, επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον πόλεμο Οθωμανών-Μαμελούκων (1516-1517), ώστε να προστατευτεί το γαλλικό εμπόριο στην περιοχή, καθώς και να αναχαιτιστεί το βρετανικό εμπόριο και η δυνατότητα πρόσβασης των Βρετανών στην Ινδία και τις Ανατολικές Ινδίες, μιας και η Αίγυπτος ήταν σε στρατηγική θέση για τον έλεγχο των εμπορικών οδών της περιοχής.

Ο Βοναπάρτης επιδίωκε να καθιερώσει τη γαλλική παρουσία στη Μέση Ανατολή, με το απώτερο σχέδιο ένωσης με το μουσουλμάνο εχθρό των Βρετανών στην Ινδία, τον σουλτάνο Τίπου του Βασιλείου της Μυσόρης. Καθώς η Γαλλία δεν ήταν έτοιμη για μια κατά μέτωπο επίθεση στη Μεγάλη Βρετανία, το Διευθυντήριο αποφάσισε να παρέμβει έμμεσα και να προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα μέτωπο στη Μεσόγειο, ενώνοντας την Ερυθρά Θάλασσα με τη Μεσόγειο, εξετάζοντας την κατασκευή του Καναλιού του Σουέζ.

Τον καιρό του σχεδιασμού της εκστρατείας, η Αίγυπτος ήταν οθωμανική επαρχία υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, έχοντας πετύχει ντε φάκτο την αυτονομία της, μετά την απόσχιση των Μαμελούκων. Στη Γαλλία, οι διανοούμενοι θεωρούσαν την Αίγυπτο ως λίκνο του δυτικού πολιτισμού και επιθυμούσαν την εξαγωγή των αρχών του Διαφωτισμού στους Αιγυπτίους. Γάλλοι έμποροι ήδη εγκατεστημένοι στον ποταμό Νείλο διαμαρτύρονταν για διωγμούς από τους Μαμελούκους, και ο Ναπολέων επιθυμούσε να βαδίσει στα χνάρια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το Διευθυντήριο συμφώνησε με το σχέδιο του Ναπολέοντα το Μάρτιο του 1798. Αν και προβληματισμένο από το εύρος και το κόστος της επιχείρησης, συμφώνησε με το σχέδιο κυρίως για ν΄ απομακρύνει το δημοφιλή και υπερφιλόδοξο στρατηγό από το κέντρο της εξουσίας, σκοπός που παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα μυστικός.

Πριν την αναχώρηση από την Τουλόν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πάμπολλες φήμες ανέφεραν ότι 40.000 στρατιώτες και 10.000 ναύτες συγκεντρώθηκαν στα λιμάνια της Μεσογείου, και ένας μεγάλος στόλος στην Τουλόν, με 13 πλοία της γραμμής, 14 φρεγάτες και 400 μεταφορικά πλοία. Για ν΄ αποφύγουν τον εντοπισμό από το βρετανικό στόλο του ναυάρχου Νέλσωνα, ο προορισμός των γαλλικών δυνάμεων παρέμεινε μυστήριο, γνωστός μόνο στο Βοναπάρτη και τους στρατηγούς του Μπερτιέ και Καφφαρελλί και το μαθηματικό Γκασπάρ Μονζ.

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ορίστηκε αρχηγός της εκστρατείας, με υφιστάμενους αξιωματικούς τους Λουί-Αλεξάντρ Μπερτιέ, Ζαν-Μπατίστ Κλεμπέρ, Λουί-Μαρί-Ζοζέφ-Μαξιμιλιάν Καφφαρελλί, Ωγκύστ ντε Μαρμόν, Ζαν Λαν, Ζοακίμ Μυρά, Λουί Νικολά Νταβού, Λουί Σαρλ Αντουάν Ντεσαί, Ζαν-Αντός Ζυνό, Τομά Αλεξάντρ Ντυμά, Ζαν-Λουί-Εμπενεζέρ Ρενιέ, Αντουάν-Φρανσουά Αντρεοσσύ, Γκιγιώμ-Ματιέ Ντυμά, Ωγκυστίν-Ντανιέλ Μπελλιάρ, Ζακ-Φρανσουά Μενού, ο Πολωνός Ιωσήφ Ζάγιατσεκ κ.ά. Υπασπιστές του ορίστηκαν ο αδελφός του Λουδοβίκος Βοναπάρτης, και οι Ζερώ Ντυρόκ, Εζέν ντε Μπωαρναί, Τομά Προσπέρ Ζυλλιέν, και ο Πολωνός ευγενής Ιωσήφ Σουλκόφσκι.

Ο μεγάλος στόλος στην Τουλόν ενώθηκε με ναυτικές μοίρες από τη Μπαστιά, τη Γένοβα, την Τσιβιταβέκκια (Civitavecchia, λιμάνι στην Τυρρηνική Θάλασσα κοντά στη Ρώμη), και ετέθη υπό τις διαταγές του ναυάρχου Φρανσουά-Πωλ Μπρυαί ντ' Αιγκαλλιέ, με υποναύαρχους τους Αρμάν Μπλανκέ ντυ Σεϊλά, Πιερ-Σαρλ Βιλνέβ, Ντενί Ντεκρέ και Ονορέ Γκαντώμ.