Ηλίας Κεφαλάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ηλίας Κεφαλάς
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 1951
Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Νέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα ποιητής

Ο Ηλίας Κεφάλας (1951-) είναι Έλληνας ποιητής. Κατάγεται από τα Τρίκαλα όπου σήμερα ζει και εργάζεται.

Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση στην Αθήνα. Έχει γράψει ποίηση, δοκίμιο, πεζογραφία και λογοτεχνία για παιδιά, ενώ ασκεί λογοτεχνική και εικαστική κριτική σε περιοδικά λόγου και τέχνης. Συνεργάστηκε, κρατώντας μόνιμη κριτική στήλη, με τα περιοδικά "Τομές", "Νέες Τομές", "Διαβάζω", "Οδός Πανός", "Ευθύνη", "Νέα Ευθύνη" και "Φρέαρ") ενώ συστηματικά μεταφράζει γαλλόφωνη ποίηση. Ασχολήθηκε περιστασιακά με το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Φωτογραφίζει, παρατηρώντας τη φύση να θάλλει και να επαναλαμβάνεται ενεργά.

Το έργο του

Ο Ηλίας Κεφάλας συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς ποιητές της γενιάς του ᾽70. Ξεκίνησε ως ένας κοινωνικός καὶ πολιτικός ποιητής με καταγγελτικά ποιήματα για τον υποβιβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την κοινωνική αδικία. Τα σημεία αυτά εντοπίζονται αμέσως από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου [1], που γράφει: “άσκημους καιρούς έρχεται να καταγγείλει και να αρνηθεί βαθιά μέσα του ο Ηλίας Κεφάλας” και περιγράφοντας πιο αναλυτικά: “οι σπασμοί που όχι μόνο διαφαίνονται μα καταφαίνονται στα ποιήματά του έχουν μια κοινωνικήν εμβέλεια που διαπλάθει τον προσωπικό του τόνο”, καταλήγοντας πως “ο Ηλίας Κεφάλας με τις ανατάσεις και τις πτώσεις του γίνεται ποιητής και μάλιστα σημαντικός”.

            Η σύντομη θητεία του στον υπερρεαλισμό, που εγγράφεται κυρίως στη δεύτερη και τρίτη του συλλογή, του έδωσε την ευκαιρία μιας βαθιάς καλλιέργειας της γλώσσας και την επιλογή ενός ύφους πιο προσωπικού και πιο συναρτημένου με τη γεωγραφία του καιρού και του τόπου [2].

            Ωστόσο, σιγά-σιγά, η φυσιοκρατία και η ανθρωπολογία επικρατούν στην ποίησή του, με την έννοια ότι το κάθε ποίημα πλέον θεμελιώνεται πάνω στις πανανθρώπινες αξίες και στα κριτήρια μιας φυσικής αγνότητας και μιάς κοινωνικής καθαρότητας. Η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ισότητα, η αξιοκρατία κλπ διέπονται μόνο από τις αυτούσιες φυσικές συνισταμένες που προτείνονται από τη μητέρα φύση, η οποία συγκροτεί και τις σταθερές εικόνες της αιώνιας ομορφιάς. Χωρίς να αρνείται ο ποιητής ότι στο ποίημα διαχέονται πάντα και πολιτικές νύξεις και νοήματα της εποχής με βαθιά κοινωνικό περιεχόμενο, εν τούτοις ο ανθρωπολογικός ψυχισμός είναι το βαθύτερο εν τι που συνέχει και ποδηγετεί την έκφραση, την εν γένει συμπεριφορά, το ήθος και τη γλώσσα. Ο άνθρωπος είναι παντού ο ίδιος, καθώς μέσα σε κάθε πολιτική απόχρωση ο εντονότερος χαρακτήρας, δηλαδή η ουσιαστική ανθρώπινη φύση, πονάει και χαίρεται, γελάει και κλαίει με τον ίδιο πάντοτε τρόπο. Έτσι η ποίηση γίνεται ταυτόχρονα οντολογική και υπαρξιακή και μέσα από την απελευθέρωση του λυρισμού εξευγενίζει τις ανθρώπινες συνθήκες της καθημερινότητας. Σταθερά αντικείμενα της ποίησης είναι η μοίρα του όντος και το περιβάλλον μέσα στο οποίο δρα κάθε μορφή ζωής, ο τρόπος που η οργανική και ανόργανη ζωή, η έλλογη και η άλογη, βιώνουν τον κόσμο και ανταποκρίνονται σ’ αυτόν ή απλώς τον υφίστανται.

Ο Aλέξης Ζήρας [3] σκιαγραφεί ως εξής την θεματική ανέλιξη του ποιητή: Η λεκτική εκζήτηση των πρώτων συλλογών, απότοκη μιας πρόσκαιρης θητείας στην υπερρεαλιστική τεχνική, υποχωρεί από το 1985 και έπειτα, καθιστώντας ουσιαστικότερο τον ελεγειακό χαρακτήρα της ποίησής του και αρμολογώντας περισσότερο τη γήινη μυθολογία της. Ένας κόσμος εναρμονισμένος με τη ροή των φυσικών στοιχείων, αλλά και βυθισμένος μέσα σε μια μοιραία αντίληψη για τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Λυρισμός και ρομαντική αποθέωση της μεταιχμιακής κατάστασης, που καθορίζει διαρκώς την ύπαρξη: φως και σκοτάδι, ουρανός και γη, νερό και αίμα.

Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο η ποίηση του Ηλία Κεφάλα παίρνει πολλές ειδικότερες μορφές, που αγγίζουν τις ενδότερες ανθρώπινες στοχεύσεις και φέρνουν πάντα τις στιγμές της καθημερινότητας πιο κοντά στην άχρονη αιωνιότητα. Ο μικρόκοσμος με τον μακρόκοσμο εναρμονίζονται με το απλό και πολύπλοκο της φυσικής ζωής και ο άνθρωπος ισορροπεί πάνω από τη σιωπή και τον συγκρατημένο έως λελογισμένο λόγο. Το ποίημα αποκτά χρώμα, ήχο, τόπο και συναίσθημα. Έχει διακριτικά σημεία αναγνώρισης και προέλευσης. Η κριτική έχει επισημάνει τα εξής καίρια και σημαντικά:

Ο Γιώργος Καραβασίλης [4] τονίζει ότι: μαζί με την ανακάλυψη της γλώσσας του προδίδεται και το στοιχείο των αγροτικών καταβολών. Η πολυχρωμία και οι διάφοροι ήχοι αναδύονται μέσα από το ονειρικό ή μισοονειρικό σύμπαν […]Ο Κεφάλας που ξέρει να στηρίζεται στα πόδια του προβάλλει πολλά στοιχεία μαζί.

            Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου [5] διακρίνει πως: η πρωταρχική αγροτική κοινότητα αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς και προσφέρεται ως πόρος ζωής. Η μετάθεση ωστόσο έχει διαφορετικό χαρακτήρα: τείνει περισσότερο προς φιλοσοφικές ιδέες, τον κλειστό κόσμο του υποκειμένου και τις ατομικές αναζητήσεις της συνείδησης. […]Παράλληλα ολόκληρο το φυσικό περιβάλλον μετασχηματίζεται σε μια ευπαθή μεμβράνη, στην επιφάνεια της οποίας πραγματοποιούνται πολλαπλές συγκρούσεις με ανάλογα συναισθήματα: σήψη, διάβρωση, υποχώρηση, περιστολή. Φιλοσοφία, μουσική, ανθρωπολογία, γεωγραφία, σύγχρονη ορολογία των θετικών επιστημών αντηχούν στο ποιητικό σώμα και καθορίζουν τη διανοητική του συμπεριφορά.

            Ο Βαγγέλης Κάσσος [6] σε μια ενδελεχέστερη κριτική θεώρηση του ποιητικού έργου του Ηλία Κεφάλα σημειώνει: Ο ποιητής αυτός οδηγεί το ποίημα, δεν οδηγείται από αυτό. Κι αυτό σημαίνει ότι αντιλαμβάνεται και βιώνει την ποίηση ως υπόθεση ζωής και όχι ως υπόθεση γλώσσας, καθώς συνηθίζεται να την εκλαμβάνουν πολλοί ομήλικοί του και ομότεχνοί του. Δεν ικανοποιείται δηλαδή ο Κεφάλας από τον υψηλό βαθμό στον οποίο έχει αναπτύξει τα εκφραστικά του μέσα. Δεν μένει εκεί. Τον απασχολεί έντονα η ουσία –όχι το θέμα− του ποιήματος. Απαιτεί από τον εαυτό του το αποσταγμένο βίωμα. Όταν εκπληρώνεται αυτή η προϋπόθεση τότε μόνο του επιτρέπει τον ποιητικό ενθουσιασμό. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα ποιήματά του είναι πάντοτε ολοκληρωμένες ενότητες, που μαρτυρούν μιαν αφετηρία, μια γνήσια ποιητική συγκίνηση, που δεν βρίσκονται ποτέ σε αμηχανία..

Ο Ηλίας Κεφάλας, ένας ποιητής παθιασμένος με την υπερβατικότητα. Ακόμη και το γεγονός ότι στην ποίησή του χρησιμοποιεί πληθώρα επιθέτων, δείχνει ακριβώς την τάση του αυτή να θέλει να επιθέσει την υπερβατικότητα, πάντοτε κάτι παραπάνω, κάτι ψηλότερα από τη θέση που έχει το ουσιαστικό μέσα στην πραγματικότητα. Βέβαια, όλες του αυτές τις τάσεις ο Κεφάλας τις καθοδηγεί με προσοχή, με μαεστρία. Οφείλει, ας πούμε, κανείς να του αναγνωρίσει ότι έχει υπερασπιστεί με γοητευτική αυτοθυσία το περιφρονημένο από όλους μας επίθετο. Και είναι ο μόνος από τους νεότερους ποιητές που το επιχείρησε. Όποιος άλλος το επιχειρούσε θα είχε, κατά πάσα πιθανότητα, καταβαραθρωθεί. Ο Κεφάλας όχι μόνο διασώθηκε, αλλά, με τη συνδρομή του επιθέτου ενισχύει την ιδιαιτερότητα του ύφους του.[…]

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ [7] τονίζει το στοιχείο της υποβλητικότητας και την παρουσία συμβόλων που εχουν ανάγκη αποκρυπτογράφησης: Παράξενα υποβλητική η καινούρια ποιητική συλλογή του Ηλία Κεφάλα «Σκοτεινός μαγνήτης». Στοιχειωμένες μνήμες από τη Θεσσαλία των παιδικών του χρόνων είναι το υλικό των περισσότερων ποιημάτων που την απαρτίζουν. Ο Κεφάλας μιλάει για φαντάσματα που έχουν ήδη μετουσιωθεί σε μύθο – είναι μακρινά, έχουν πάρει τον χαρακτήρα συμβόλων που η αποκρυπτογράφησή τους είναι πολλές φορές προβληματική. [...] Είναι μια ποίηση αδρή, στιβαρή, πλούσια σε στατικές, αλλά επιβλητικές εικόνες – θα τη χαρακτήριζα δωρική...

Ο Θανάσης Νάκας [8] μιλώντας για την φυσιοκρατία και την νοσταλγία της υπαίθρου που κατακλύζουν την ποίηση του Ηλία Κεφάλα επικεντρώνεται στην υπαρξιακή αγωνία και το απροσδιόριστο βάρος που διαμορφώνουν το συνολικό συναισθηματικό κλίμα.

Ο Θ. Δ. Φραγκόπουλος [9] παρακολουθώντας την ανέλιξη του ποιητή τον κατατάσσει στην πρωτοπορία της μετα-μοντερνιστικής ποίησης, ενώ, επανερχόμενος, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ [10] διατυπώνει: Τα σύντομα μουσικά ποιήματα της συλλογής εισδύουν σε αχνοφωτισμένα, στοιχειωμένα τοπία και ανασύρουν μέσα από αυτά εικόνες και ήχους σαν κρυσταλλωμένη αχλή, υλική και άυλη μαζί: ενσαρκωμένη μνήμη που έγινε παρόν. [...] Ποίηση που δείχνει προς ουλές τραυμάτων, μνημεία πόνου που φυλάκισαν την έντασή του μέσα στην ψυχρή υλικότητά τους. [...]Η ήρεμη θλίψη της μαρμάρινης επιτύμβιας στήλης. Ίσως η πιο αρτιωμένη ποιητική συλλογή της χρονιάς.

Μόνιμο μέλημα του Ηλία Κεφάλα είναι να τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο της φυσικής διεργασίας, στον ανοιχτό χώρο του φυσικού πλαισίου και εκεί, μέσω της φύσης να προσπαθεί να επιτύχει την επίλυση των προβλημάτων του. Αυτό βλέπει ο Κώστας Ε. Τσιρόπουλος [11] και γράφει για μια ζηλευτή αλληλοπεριχώρηση ανθρώπου και κόσμου μέσα στην ποίησή του και η Τζίνα Καλογήρου [12], διεισδύοντας ακόμη βαθύτερα, προτείνει: Σε ολόκληρο το έργο του Ηλία Κεφάλα, ο γενέθλιος τόπος της Θεσσαλίας ως φυσικό τοπίο και ως «μέγας κόσμος» με απεριόριστο ιδεολογικό και φιλοσοφικό εύρος συγκροτεί μια υπερχρονική και μυθική οντότητα, έναν χώρο ανείπωτου κάλλους, πρωταρχικής αθωότητας, μυστηριακού μεγαλείου.

            Μέσα σε ποιήματα που επιτυγχάνουν την μέγιστη υπαινικτικότητα και την υψηλή συνύφανση ιδέας και μορφής η Αντιγόνη Βουτσινά [13] ανασύρει το εύρημα της ευφορικής νύχτας, ενός χώρου και ενός χρόνου κλειστού και ιδιωτικού που επιτείνει την οντολογική θεώρηση μέσα από την απόλυτη μοναξιά της εσωτερικότητας.

            Με πιο διασταλμένο βλέμμα η Γεωργία Λαδογιάννη [14] εκτιμά ότι: [...] Έχουμε έναν ύμνο στον άνθρωπο ως θαύμα [...] που πρόκειται να περάσει ως βέλος προς τον θάνατο, όπου και ολοκληρώνεται η τροχιά της «μεταλλαγής στο απροσδόκητο». Εδώ, με τρόπο καθαρό έχουμε ίσως πρώτη φορά τόσο ανάγλυφα μορφοποιημένο τον κόσμο ως εμπειρία του κύκλου. Ο ποιητικός του κόσμος δεν είναι ένας σκόρπιος κόσμος που χάνεται σε ετερόκλητους προσανατολισμούς. Κάθε λέξη είναι το αναντικατάστατο μαθηματικό ψηφίο που πάνω του ζυγιάζεται με ακρίβεια το αποτέλεσμα. [...] Η ζωή των ελάχιστων όντων και οι σημειολογικές της συμπυκνώσεις είναι τώρα που παίρνουν τη θέση του θαύματος. Ο ποιητής αποκαλύπτει για μας και δείχνει το θαυμάσιο, στο πιο κοινό και επαναλαμβανόμενο γεγονός. Λυτρώνει τα πράγματα από την αχρωμία του καθημερινού, κουρασμένου βλέμματος. Το λυρικό εγώ βιώνει το θαύμα σαν ευλογία και του αφοσιώνεται σε αναπαραστάσεις αρμονίας ήχου, ρυθμού και εικόνας.

            Με την ίδια οπτική ο Θεοδόσης Πυλαρινός [15]στο σχετικό βιβλίο του για τον ποιητή αναφέρει: Πέρα από κάθε διάθεση κατηγοριοποίησης ή αντίρρησης σε όσα έχουν ειπωθεί ή γραφεί μέχρι τώρα για τον Ηλία Κεφάλα, η ποίησή του –αλλά και το πεζογραφικό του έργο- δεν εντάσσονται στη γενιά του. Πρόκειται για γραφή σαφώς ιδιότυπη, ώριμη πρόωρα –από το προοιμιακό ήδη παρουσίασμά της-, αυστηρά προσωπική και συνάμα συνθετικά και απροκάλυπτα ανθρωποκεντρική. Δεν είναι εύκολη ούτε εξωστρεφής η ποίησή του, αλλά, συνήθως, επιμελώς κρυπτική, αινιγματώδης και υπαινικτική, άλλοτε πάλι αποκαλυπτική με την υπερφυσική θεολογική έννοια, πράγμα που συμφωνεί με τις θεματικές του και το τελικό μήνυμά του, που συνίσταται στην επισήμανση της αβεβαιότητας των ανθρωπίνων, της σχετικότητας, της σμικρότητας, της αναγνώρισης της ασημαντότητας εντός του αχανούς πεδίου της φύσης και του συμπαντικού κόσμου [...]. H ποίηση του Ηλία Κεφάλα, αταλάντευτη και αξιοπρεπής, επιδιώκει να βάλει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τη μοίρα του, με το αδιευκρίνιστο πεπρωμένο του. Θέτει το πρόβλημα της ύπαρξης, δεν το λύνει. Το θέτει όμως ευθέως χωρίς να προσπερνά αδιάφορα τις δυσκολίες, χωρίς να υπόσχεται ή να βαυκαλίζει. Η έσχατη ώρα, η συνάντηση με τον θάνατο, η ultima dies δεν είναι dies irae, αλλά μετάβαση από το εφήμερο στο διαρκές, από το περιγεγραμμένο στο αχανές, από το τοπικά προσδιορίσιμο στο άχωρο, στην κοινή παναθρώπινη μήτρα.

            Από παρεμφερή σκοπιά ο Κώστας Τοπούζης[16] παραθέτει τις παρατηρήσεις του: Με την ανάερη ευαισθησία της ελαχιστοποίησής του ως όντος και ως ύλης μέσα στο ποιητικό στερέωμα αυξάνει το εύρος και το βάθος της ανθρωπολογικής ταυτότητας. Η ποίησή του αναδεικνύει αβίαστα τα εξής χαρακτηριστικά: αξιοθαύμαστο, λιτό και περιεκτικό λόγο, έκδηλο λογικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο, περίσκεπτο και επίμονο τρόπο έκφρασης, αίσθηση αποκαθαρμένη από παράδρομους της πεζότητας, εκπληκτική μετουσίωση της σκέψης σε εικόνα, βεβαιότητα βάθους της σκέψης, ώστε να μην αποσημασιολογείται η εικόνα. [...] Η ποίησή του μιλάει πρωτίστως με εικόνες, αλλά οι εικόνες είναι μετάφραση της σκέψης που έχει προηγηθεί. [...]Τα σύμβολα που διακινούνται στην ποίησή του είναι ευρηματικά και φορτισμένα από το κοσμικό μάταιο.

            Ο Γιώργος Φρέρης [17] σε μια ενδελεχή κατόπτευση του ποιητικού αντικειμένου του Ηλία Κεφάλα αποσαφηνίζει χαρακτηριστικά: Η φύση είναι αυτή που συμβάλλει στην ολοκλήρωση της γλωσσικής διεργασίας της γραφής, που οριστικοποιεί, διαφωτίζει και σφραγίζει το οριστικό σχήμα του ποιήματος, την ερμηνεία ή την αλληγορία των συμβόλων του, είναι αυτή που εκφράζει τον ψυχικό του κόσμο για όσα αισθάνεται, υπομένει, αντιλαμβάνεται. Κι αυτό γιατί προσλαμβάνει τη φύση σαν την πιο σταθερή πραγματικότητα του σύμπαντος, που μεταβάλλεται αργά και που η φθορά της είναι βραδεία, σχεδόν απαρατήρητη σε σχέση με τον άνθρωπο, χωρίς το παραμικρό ίχνος φόβου ή πανικού.

Αξιόλογη επίσης είναι η πεζογραφική παρουσία του Ηλία Κεφάλα καθώς και η κριτική του λειτουργία στον χώρο του βιβλίου και των εικαστικών τεχνών. Για την αφηγηματική του συνεισφορά ο Μιχάλης Μερακλής [18] παρατηρεί:  ο κ. Κεφάλας έχει τη δυνατότητα να απλώνει το κατά κανόνα συμπυκνωμένο νόημα της ποίησης και στην αφηγηματική έκταση πεζογραφικών κειμένων, χωρίς αυτό να χάνει την ιδιάζουσα, την ποιητική ουσία του. Με τις περιγραφές του μπορεί να υποβάλλει μεταγόμενος ο ίδιος και μετάγοντας ανάλογα τον αναγνώστη, τη θέαση του κόσμου –πώς να το πω;- από ένα άλλο τόπο, πίσω ή πάνω από τον παρόντα, μολονότι εργάζεται με την ύλη αυτού του ίδιου, ενώ ο Mario Vitti [19] στην «Ιστορία» του της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας επισημαίνει για την κριτική διόπτευση του Ηλία Κεφάλα πάνω στις νεότερες ποιητικές εξελίξεις ότι: ο όρος «ιδιωτικό όραμα» χρησιμοποιείται από τον [...] Ηλία Κεφάλα (στην Ανθολογία του της γενιάς του ’80) και σε ένα προηγούμενο έντυπο «Η γενιά του Ιδιωτικού Οράματος» (1987) και σε ποικίλα άλλα άρθρα. Ο ίδιος βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει ένας κοινός μύθος στον οποίο να μπορούν να αναφερθούν οι ομήλικοί του, που έχουν ως κοινή στάση την αυτοπροστασία. Ο όρος, επιτυχής ή μη, μοιάζει να έχει καθιερωθεί.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: «Ηλίας Κεφάλας / Τα Μαστίγια», περιοδικό Τομές, τεύχος 64-65/1980, σελ. 57.

[2] Τάσος Καπερνάρος: «Ηλίας Κεφάλας/Τα φύλλα του νερού», περιοδικό Περίπλους, σελ. 180-1/1986.

[3] Αλέξης Ζήρας: «Ηλίας Κεφάλας», λήμμα στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Πατάκης, 2007.

[4] Γιώργος Καραβασίλης: “Ηλίας Κεφάλας/Μεταλλαγή στο Απροσδόκητο”, περιοδικό Διαβάζω, Μάρτιος, 1984.

[5] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: εφημερίδα Η Εβδόμη, Το “αγροτικό σύνδρομο” στη νέα ποιητική γενιά, 23-8-1987.

[6] Βαγγέλης Κάσσος: “Νερό, ζωή, ακραία ύλη του θανάτου / Ηλία Κεφάλα / Σκοτεινός μαγνήτης”, περιοδικό Διαβάζω, Απρίλιος 1990.

[7] Δημοσθένης Κούρτοβικ: “Ξακρίσματα” εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21-6-1989.

[8] Θανάσης Νάκας: «Φυσιοκρατία και νοσταλγία της υπαίθρου μέσα στην ποίηση του Ηλία Κεφάλα», περιοδικό Πάροδος, τεύχος 9/1993.

[9] Θ. Δ. Φραγκόπουλος: «Ηλία Κεφάλα/Το έρημο λυκόφως», εφημερίδα Μεσημβρινή, 4-12-1992.

[10] Δημοσθένης Κούρτοβικ: “Ηλίας Κεφάλας/Το έρημο λυκόφως”, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 4/12/1992.

[11] Κώστας Ε. Τσιρόπουλος: «Προτιμήσεις/Ηλία Κεφάλα/Τα μνήστρα της αβύσσου», περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 381/Σεπτέμβριος 2003.

[12] Τζίνα Καλογήρου: «Η λιτανεία των εποχών στην ποίηση του Ηλία Κεφάλα», περιοδικό Παρέμβαση, τεύχος 135/ Απρίλιος-Μάιος 2006.

[13] Αντιγόνη Βουτσινά: «Οι ματωμένες ώρες της νύχτας, στην ποίηση του Ηλία Κεφάλα», περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 36/2007.

[14] Γεωργία Λαδογιάννη: «Η λυρική φυσιογνωμία της ποίησης του Ηλία Κεφάλα», περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 36/2007.

[15] Θεοδόσης Πυλαρινός: «Από την επίγεια αβεβαιότητα στη συμπαντική απραξία / Νύξεις και αναστοχασμοί πάνω στην ποίηση του Ηλία Κεφάλα», Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004.

[16] Κώστας Τοπούζης: «Μετουσιώσεις εικόνων/Ηλίας Κεφάλας, Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε», περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 94/2011.

[17] Γιώργος Φρέρης:  «Η λυρική όψη της καθημερινότητας στην ποίηση του Ηλία Κεφάλα», περιοδικό Τρικαλινά, τόμος 31ος/2011.

[18] Μιχάλης Μερακλής: «Ηλία Κεφάλα/Χώμα, χώματα», περιοδικό η λέξη, τεύχος 202/2010.

[19] Μario Vitti: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Οδυσσέας/2003.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(2015) Celestial and Earthly Poems

(2015) Τα Λιλιπούτεια, ποίηση, Γαβριηλίδης

(2014) Τρίκαλα 1951-1969 / Η πόλη όπου γεννήθηκα, αυτοβιογραφία, Γαβριηλίδης

(2012) Λέξεις από φύλλα και νερά, ποίηση, Αιγαίον.

(2011) Λάμψη και γνόφος, δοκίμιο-μελέτη, Ευθύνη.

(2010) Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε, ποίηση, Ροές.

(2009) Kostas Tsiropoulos, δοκίμιο, Intramar/Tenerife.

(2009) Τα τραγούδια του μικρού πρίγκιπα, ποίηση, Δ.Ω.Τ.

(2009) Το χαμένο ποίημα, δοκίμια, Λογείον.

(2007) Χώμα, χώματα, διηγήματα, Γαβριηλίδης.

(2005) Σιωπητήριο χιονιού, ποίηση, Γαβριηλίδης.

(2004) Ανθισμένες καρδούλες, παιδικό αφήγημα, Μίλητος.

(2004) Ιστορίες που δεν πρέπει να ξεχαστούν, παιδικά παραμύθια, Μίλητος.

(2004) Το λαίμαργο γουρουνάκι, παιδικό παραμύθι, Μίλητος.

(2003) Η μαγική τρομπέτα, παιδική ποίηση, Μίλητος.

(2003) Τα μνήστρα της αβύσσου, ποίηση, Γαβριηλίδης.

(2002) Νίκος Παππάς / Μια παρουσίαση, δοκίμιο-μελέτη, ανθολογία, Γαβριηλίδης.

(2001) Χιόνι στα όνειρα, μυθιστορία, Αρμός.

(2000) Παράθυρα ονείρου, εικαστικό δοκίμιο, Αρμός.

(1999) Φάσματα της ερημιάς, διηγήματα, Αρμός.

(1997) Μεσημβρινά δαιμόνια, αφήγημα, Φ.Ι.ΛΟ.Σ.

(1997) Λόγος για την αβεβαιότητα, ποίηση, Αρμός, β΄έκδοση (1999)

(1993) Η Κυριακή των ποιητών, δοκίμιο, Τα τραμάκια, β΄ έκδοση επηυξημένη με ανθολόγιο, (2013) Ευθύνη.

(1992) Το έρημο λυκόφως, ποίηση, Αστρολάβος/Ευθύνη.

(1989) Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης / Το Ιδιωτικό Όραμα, Λιβάνης

(1989) Σκοτεινός Μαγνήτης, ποίηση, Άλως

(1987) Η γενιά του Ιδιωτικού Οράματος, δοκίμιο, Τέθριππον.

(1986) Τα φύλλα του νερού, ποίηση, Θεωρία

(1982) Μεταλλαγή στο Απροσδόκητο, ποίηση, Αιγόκερως-β΄έκδοση (1984), Θεωρία

(1980) Τα Μαστίγια, ποίηση, Τομές

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

(2013) 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, Κύκλος Ποιητών.

(2009) Διαλεχτής Ζευγώλη - Γλέζου, Πέτρου Γλέζου μνήμη, Ευθύνη.

(2009) Το σχήμα της Όλγας Βότση, Ευθύνη.

(2008) Αναγνώριση του Παναγιώτη Φωτέα, Ευθύνη.

(2007) Αποτύπωση της Ιουλίας Ιατρίδη, Ευθύνη.

(2007) Η κριτική για τα βιβλία του Τηλέμαχου Αλαβέρα, Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

(2007) Η ποίηση του Γιώργου Γεωργούση, Γαβριηλίδης.

(2003) Για τον Βαλτινό, Αιγαίον.

(2003) Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος, Ευθύνη.

(1999) Πρόσωπο και είδωλο του Γ. Θέμελη, Ευθύνη.

(1997) Η πορεία της ποιήτριας Ζωής Καρέλλη, Ευθύνη.

(1996) Σπουδή στον ποιητή Γ. Θ. Βαφόπουλο, Ευθύνη.

(1994) Φώτα και φωτισμοί του Νικηφόρου Βρεττάκου, Ευθύνη.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]