Ηγεμονία του Αγίου Αβραάμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ηγεμονία του Αγίου Αβραάμ ή της Χεβρώνας, ήταν βασάλος του σταυροφορικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Τα εδάφη του εκτείνονταν στα νότια της Ιερουσαλήμ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα Χαλιφάτο κυβερνούσε την περιοχή, η οποία κατοικείτο κυρίως από αγροτικούς πληθυσμούς διαφορετικών χριστιανικών δογμάτων[1] όταν, το 1099, οι Σταυροφόροι υπό τον Γοδεφρείδο του Μπουιγιόν κατέλαβαν την Χεβρώνα και την μετονόμασαν σε "Κάστρο του Αγίου Αβραάμ".[2]

Ο Γοδεφρείδος την κατέστησε ως μία από τις πρώτες ηγεμονίες του Βασιλείου, ενώ την παραχώρησε ως φέουδο στον Ζεράρ ντ'Αβέν.

Οι Σταυροφόροι μετέτρεψαν το τζαμί και την συναγωγή σε εκκλησίες και εκδίωξαν τους Εβραίους που κατοικούσαν εντός των τειχών της πόλης.

Ως χριστιανική φρουρά του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ, υπό την ηγεσία του Τανκρέδου, Πρίγκιπα της Γαλιλαίας, η θέση της ήταν επισφαλής, καθώς επρόκειτο για "λίγο περισσότερο από μία νησίδα σε έναν μουσουλμανικό ωκεανό".[3]

Το 1106, οι Αιγύπτιοι ξεκίνησαν στρατιωτική εκστρατεία, εισβάλλοντας στα νότια της Παλαιστίνης και, το 1107, σχεδόν πέτυχαν να ανακαταλάβουν την Χεβρώνα από τα στρατεύματα του Βαλδουίνου Α΄ της Ιερουσαλήμ, ο οποίος ηγήθηκε αυτοπροσώπως της αντεπίθεσης για την απώθηση των μουσουλμανικών δυνάμεων.

Το 1167, ιδρύθηκε η επισκοπική έδρα της Χεβρώνας, καθώς και αυτές του Κεράκ και της Σεβάστειας (τάφος του Ιωάννη του Βαπτιστή).[4]

Η Ηγεμονία του Αγίου Αβραάμ διέθετε δικό της υποβασάλο, την Ηγεμονία του Μπεθ Γκιμπελίν, η οποία ιδρύθηκε από τον Φούλκων των Ιεροσολύμων το 1149.

Λίγο καιρό αργότερα, η Χεβρώνα κατέστη βασιλική κτήση και το Μπεθ Γκιμπελίν πέρασε στην κατοχή των Οσπιταλιέρων.

Η Χεβρώνα είχε βρεθεί υπό βασιλικό έλεγχο και σε άλλες περιπτώσεις προ του 1149.

Ο Κούρδος Μουσουλμάνος Σαλαντίν κατέλαβε την Χεβρώνα το 1187 και μετονόμασε την πόλη στην παλιά ονομασία της, Αλ-Χαλίλ. Ωστόσο, λίγο καιρό αργότερα, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος ανακατέλαβε την Χεβρώνα.

Ο Ριχάρδος της Κορνουάλης κατέφθασε από την Αγγλία, προκειμένου να θέσει ένα τέλος στην διαμάχη μεταξύ Ναϊτών και Οσπιταλιέρων, η μεταξύ των οποίων αντιπαλότητα έθετε σε κίνδυνο το σύμφωνο που εγγυόταν την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή, το οποίο είχε υπογραφεί από τον Αιγύπτιο Σουλτάνο Ας-Σαλίχ Αγιούμπ.

Πέτυχε να επιβάλει την ειρήνη στην περιοχή, ωστόσο, λίγο μετά την αναχώρησή του, η διαμάχη αναζωπυρώθηκε εκ νέου και, το 1241, οι Ναΐτες παραβίασαν το σύμφωνο πραγματοποιώντας επιδρομή στην περιοχή η οποία αποτελούσε, εκείνη την εποχή, την μουσουλμανική Χεβρώνα.[5]

Το 1260, ο Σουλτάνος Μπαϊμπάρ κατέλαβε την περιοχή και επέβαλε την κυριαρχία των Μαμελούκων.

Το Σπήλαιο των Πατριαρχών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του κτιριακού συμπλέγματος του Σπηλαίου των Πατριαρχών στην Χεβρώνα.

Ο Αλί ιμπν αμπί μπακρ αλ-Χαράουι, το 1173, έγραψε ότι, στην διάρκεια της βασιλείας του Βαλδουίνου Β΄ της Ιερουσαλήμ, και πιο συγκεκριμένα το 1119, ένα τμήμα της οροφής του Σπηλαίου των Πατριαρχών κατέρρευσε και "ορισμένοι ifranj εισήλθαν στο εσωτερικό του", όπου και βρήκαν "[τα σώματα] του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ τα σάβανά τους είχαν πλήρως αποσυντεθεί, ενώ συγκρατούνταν πάνω σε ένα τοίχωμα. Τότε, ο βασιλιάς, αφότου παρήγγειλε νέα σάβανα, διέταξε το εκ νέου σφράγισμα του σπηλαίου".

Ο ευγενής και ιστορικός, καταγόμενος από την πόλη της Δαμασκού, Ιμπν αλ-Καλανίσι, εντός του χρονικού του, αναφέρεται επίσης σε αυτή την ανακάλυψη, στην διάρκεια της ίδιας αυτής περιόδου, των λειψάνων τα οποία ελέγετο ότι ανήκαν στον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Μία ανακάλυψη η οποία προκάλεσε την περιέργεια και των τριών θρησκευτικών κοινοτήτων της περιοχής της Παλαιστίνης: των Μουσουλμάνων, των Εβραίων και των Χριστιανών.[6][7]

Το 1170, ο Μπενγιαμίν ντε Τουδέλα επισκέφθηκε την πόλη, την οποία κατονομάζει με την ονομασία που της είχαν δώσει οι Σταυροφόροι, δηλαδή Άγιος Αβραάμ του Μπρον. Πίστευε πως οι τάφοι των πατριαρχών αποτελούσαν έργο των εθνικών, ενώ παρατήρησε πως οι προσκυνητές οι οποίοι επιθυμούσαν να δουν από κοντά τους "τάφους των πατριαρχών" υποχρεούνταν να καταβάλουν ιδιαιτέρως σημαντικά ποσά.[8]

Ηγεμόνες του Αγίου Αβραάμ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Runciman,  vol. I p. 303
  2. De Sandoli,  pp. 251-2
  3. Runciman,  vol. II p. 4
  4. Jean, Richard (1999). The Crusades, C. 1071-c. 1291 (στα Αγγλικά). tradotto da Jean Birrell. Cambridge University Press. σελ. 112. ISBN 978-0-521-62566-1. 
  5. Runciman,  vol. III p. 219
  6. Kohler, C. (1896). «Un nouveau récit de l’invention des Patriarches Abraham, Isaac et Jacob à Hebron». 4. Revue de l’Orient Latin, σελ. 477. 
  7. Runciman,  vol. II p. 319
  8. Warren, C. (1900). «Machpelah». Στο: James Hastings, επιμ. A Dictionary of the Bible. http://www.ccel.org/ccel/hastings/dictv3/Page_199.html. «Αυτός είναι ο μεγαλύτερος χώρος λατρείας γνωστός ως Άγιος Αβραάμ, ... όπου οι Εθνικοί κατασκεύασαν έξι τάφους περί των οποίων υποστηρίζουν ότι πρόκειται γι'αυτούς του Αβραάμ και της Σάρα, του Ισαάκ και της Ρεβέκκα και του Ιακώβ και της Λέα. Οι προσκυνητές πληροφορούνται ότι πρόκειται για τους τάφους των πατριαρχών και, κατόπιν, αφαιμάσσονται οικονομικά.». 
  9. Charles Cawley (Μάιος 2007). «Chapter 7. LORDS of HEBRON» (στα Αγγλικά). Foundation for Medieval Genealogy. Ανακτήθηκε στις 4 Απριλίου 2009. 
  10. Murray, p. 199
  11. Murray, pp. 211-212

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Riant, Paul Edouard Didier (1883). «Invention de la Sépulture des patriarches Abraham, Isaac et Jacob à Hébron, le 25 juin 1119». Archives de l'Orient latin (στα Γαλλικά). Imprimerie de l'Institut Royal des Sourds-muets. σελίδες Vol. II pp. 411–421. 
  • RUNCIMAN, Steven (1952). «The Kingdom of Jerusalem and the Frankish East, 1100-1187». A history of the Crusades (στα Αγγλικά). vol. II. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-06162-9. 
  • RUNCIMAN, Steven (1954). «The Kingdom of Acre and the Later Crusades». A history of the Crusades (στα Αγγλικά). Volume III. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-06163-6. 
  • Riley-Smith, Jonathan Simon Christopher (1973). The Feudal Nobility and the Kingdom of Jerusalem, 1174-1277 (στα Αγγλικά). The Macmillan Press. ISBN 978-0-333-06379-8. 
  • Tibble, Steven (1989). Monarchy and Lordships in the Latin Kingdom of Jerusalem, 1099-1291 (στα Αγγλικά). Oxford: Clarendon Press. ISBN 978-0-19-822731-1. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]