Ζακ Ρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ζακ Ρου
Jacques Roux - estampe du musée Carnavalet.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Jacques Roux (Γαλλικά)
Γέννηση 21  Αυγούστου 1752
Pranzac[1]
Θάνατος 10  Φεβρουαρίου 1794
Bicêtre
Αιτία θανάτου απώλεια αίματος
Συνθήκες θανάτου αυτοκτονία
Χώρα πολιτογράφησης Γαλλία
Θρησκεία Καθολική Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Γαλλικά[2]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
πρεσβύτερος
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημα Λυσσασμένοι
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ζακ Ρου (Jacques Roux) (21 Αυγούστου 1752 – 10 Φεβρουαρίου 1794) ήταν ριζοσπάστης Καθολικός ιερέας ο οποίος είχε ενεργό ρόλο στην πολιτική κατά τη διάρκεια της γαλλικής Επανάστασης.[3] Ο ίδιος ανέπτυξε επιδέξια τα ιδανικά της λαϊκής δημοκρατίας και της αταξικής κοινωνίας στα πλήθη του Παρισιού στους αβράκωτους (Sans-culottes) στην εργατική τάξη, τους μισθωτούς και τους καταστηματάρχες ριζοσπαστικοποιώντας τους και καθιστώντας τους  επικίνδυνη επαναστατική δύναμη. Έγινε ηγέτης μιας δημοφιλούς άκρας αριστεράς.[4]

Το πολιτικό του πρόταγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1791 ο Ρου, εξελέγη μέλος της παρισινής Κομμούνας. Όταν η Πρώτη γαλλική Δημοκρατία ξεκίνησε το 1792, ο Ρου ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική παράταξη που ήταν γνωστή ως Enragés (Μανιακοί) . Ο Ρου θεωρούνταν ο πιο ακραίος εκπρόσωπος της αριστεράς για τα συμφέροντα των Παριζιάνων «Αβράκωτων» (sans-culottes).

Ως εκ τούτου ο Ρου αγωνίστηκε για μια οικονομικά ίση κοινωνία, μετατρέποντας τα πλήθη των «Αβράκωτων» ενάντιους στην αστική αποχαύνωση των Ιακωβίνων.[5] Απαίτησε το φαγητό να είναι διαθέσιμο σε κάθε μέλος της κοινωνίας, και κάλεσε να εκτελούνται οι πλούσιοι σε περίπτωση που το συσσώρευαν. Ο Ρου εξέφραζε ακούραστα τα αιτήματα των φτωχών  του Παρισινού πληθυσμού, να κατάσχουν τον πλούτο των αριστοκρατών και να προσφέρουν οικονομικά προσιτό ψωμί.

Έγινε αρκετά δημοφιλής καθώς  τη στιγμή που  ο διαχωρισμός μεταξύ των Γιρονδίνων (Girondins) και των Ορεινών (The Mountain) μεγάλωνε, η φωνή του βοήθησε να απομακρυνθούν οι  Γιρονδίνοι από την Εθνική Συνέλευση το 1793.[6]

Το μανιφέστο των Enragés[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1793 σε ένα  αμφιλεγόμενο διάγγελμα του για τη Συμβατική Εθνοσυνέλευση , ο Ρου διακήρυξε το Μανιφέστο των Μανιακών (ή Λυσσασμένων , manifeste des enrages) στο οποίο απαίτησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της ταξικής κοινωνίας στο όνομα του λαού που αντιπροσώπευε.[6] Με πολλούς τρόπους, ο Ρου και το μανιφέστο αυτό,  ήταν προφητικά στην πρόβλεψη πολλών από τα θέματα που ανέπτυξε o Καρλ Μαρξ στην αναλυτική θεωρία δεκαετίες αργότερα.

Σύντομα, η εμπρηστική ρητορική του Ρου πυροδότησε ταραχές για τα τρόφιμα και διατάραξε την ισορροπία δυνάμεων εντός της παρισινής Κομμούνας. Ο Ροβεσπιέρος, φοβούμενος ότι ο Ρου απειλούσε την κυριαρχία της κυβέρνησης των Ιακωβίνων, παρουσίασε κατηγορίες ότι είναι κατάσκοπος που σκόπιμα προσπαθεί να διαταράξει την επαναστατική κυβέρνηση και την Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας.[1] Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο πρώην φίλος του Ρου, Ζαν-Πωλ Μαρά,  στράφηκε εναντίον του, γράφοντας στην εφημερίδα του, L'Ami du peuple, πως ο Ρου ήταν ψεύτικος ιερέας που ενδιαφέρονταν μόνο για τη θρησκεία  εφόσον του παρείχε εισόδημα.[7] Στις 7 Ιουλίου του 1793, οι εχθροί του Ρου κάλεσαν την Ελίζαμπεθ Μαργαρίτα Hébert για ανάκριση, σε μια προσπάθεια να χρεώσουν στον  Ρου εκβιασμούς και υπεξαίρεση των φιλανθρωπικών ταμείων. Η  Hébert είχε προσφάτως χηρεύσει και μείνει άπορη, και ο Ρου δύο χρόνια νωρίτερα, είχε συμφωνήσει να αναζητήσει χρήματα για την ίδια και την οικογένειά της. Όταν η ίδια ρωτήθηκε αν είχε απώτερο κίνητρο, απάντησε ότι: «δεν το πιστεύω ότι το έκανε».[5]  Ο Ρου δεν συνελήφθη τότε, αλλά τον Αύγουστο του 1793,  με τις κατηγορίες ότι είχε παρακρατήσει χρήματα τόσο από την χήρα Hébert όσο και από τη χήρα Mlle Beaurepaire. Ο Ρου διαβεβαίωσε την επαναστατική επιτροπή του τμήματος Gravilliers ότι δεν έκανε τίποτα τέτοιο και ότι οι κατηγορίες αποτελούσαν πλεκτάνη των εχθρών του.[5] O Ρου αποφυλακίστηκε με τη βοήθεια δύο φίλων του, και συνέχισε να πολεμά για τα ιδανικά του. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1793, ο Ρου κλείστηκε εκ νέου στη φυλακή.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14 Ιανουαρίου 1794, ο Ρου ενημερώθηκε ότι η υπόθεση του πρόκειται να δικαστεί από το Επαναστατικό Δικαστήριο. Όταν άκουσε  αυτή την είδηση, έβγαλε ένα μαχαίρι και μαχαίρωσε τον εαυτό του αρκετές φορές, αλλά δεν κατάφερε  το μοιραίο χτύπημα. Λιγότερο από ένα μήνα αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου του 1794, ενώ ανάρρωνε  στη φυλακή, ο Ρου μαχαίρωσε τον εαυτό του και πάλι, καταφέρνοντας να αυτοκτονήσει. Ήταν 41 ετών.[5]

Καθώς το  κίνημα των «μανιακών» (Enragés) άρχισε να υποχωρεί, η πιο μετριοπαθής φατρία του Ζακ Ρενέ Εμπέρ που έγινε γνωστή ως  Εμπερτιστές προσπάθησε να κερδίσει τους πρώην υποστηρικτές του και να συνεχίσει τον πολιτικό αγώνα εκεί που τον είχε αφήσει.[1]


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) Great Russian Entsiklopedia, JSC. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28  Σεπτεμβρίου 2015.
  2. (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb119229754. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. Jacques Roux. Encyclopædia Britannica Online. Encyclopædia Britannica, 2011. Web. 04 Mar. 2011.
  4. Levy, Darline (August 1, 1981). Women in Revolutionary Paris 1789-1795. University of Illinois Press, σελ. 145. 
  5. Higonnet, Patrice (October 25, 1998). Goodness beyond Virtue: Jacobins during the French Revolution. Harvard University Press, σελ. 118. 
  6. Slavin, Morris. "Jacques Roux: A Victim of Vilification." French Historical Studies, Vol. 3, No. 4 (Autumn, 1964), pp. 525–537.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]