Ερίκ Σατί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ερίκ Σατί
Erik Satie - BNF2.jpeg
Γέννηση Éric Alfred Leslie Satie

Ονφλέρ
Θάνατος
Παρίσι
Αιτία θανάτου Κίρρωση
Υπηκοότητα Γαλλία
Σπουδές Conservatoire de Paris
Ιδιότητα συνθέτης, χορογράφος και πιανίστας
Σύντροφος Σουζάν Βαλαντόν
Είδος τέχνης κλασική μουσική
Καλλιτεχνικά ρεύματα κλασική μουσική
Σημαντικά έργα La Diva de l'Empire
Commons page Wikimedia Commons

Ο Ερίκ Σατί (17 Μαίου 1866,Ονφλέρ Γαλλίας- 1 Ιουνίου 1925, Παρίσι, πλήρες όνομα Erik-Alfred Leslie Satie) ήταν Γάλλος συνθέτης που άσκησε σημαντική επίδραση στη μουσική του 20ού αιώνα.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδικά και εφηβικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερίκ Σατί, πρωτότοκος γιός του Jules Alfred Satie και της Jane Leslie Anton, γεννήθηκε στο «Ονφλέρ του Καλβαντός, στη συνοικία Πον Λεβέκ, στις 17 Μαϊου 1866...» σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια όπως αναφέρονται σε κείμενό του. Και παρακάτω γράφει:«Η Ονφλέρ είναι μια μικρή πόλη που βρέχεται συγχρόνως -και πανθομολογουμένως- απο τα ποιητικά νερά του Σηκουάνα και τα μανιασμένα κύματα της Μάγχης»[1] Το 1870 λόγω οικονομικών προβλημάτων η οικογένεια μετακομίζει στο Παρίσι.

Δύο χρόνια μετά η μητέρα του πεθαίνει και ο Ερίκ, μαζί με τον αδελφό του Κόνραντ, ξαναγυρίζει στο Ονφλέρ να ζήσει με τον παππού και τη γιαγιά του. Όταν η τελευταία πνίγεται, το καλοκαίρι του 1878, τα δύο αδέλφια επιστρέφουν στο Παρίσι, στον πατέρα τους. Δυστυχώς τον επόμενο χρόνο εκείνος ξαναπαντρεύεται με μια γυναίκα που ο μικρός Ερίκ αντιπαθούσε.

Στο σχολείο οι επιδόσεις του δεν ήταν καλές. Το 1879 μπαίνει στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού αλλά και εκεί οι επιδόσεις του ήταν μέτριες. Εκείνο που τον ευχαριστούσε ήταν το διάβασμα και η λογοτεχνία. Ο Χανς Άντερσεν ήταν και παρέμεινε σε όλη του τη ζωή ο αγαπημένος του συγγραφέας. Δυόμιση χρόνια μετά εγκαταλείπει το Ωδείο αποφασίζοντας να καταταγεί εθελοντικά στο πεζικό.

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις χρονιές 1884-85 αρχίζει να γράφει μικρά δικά του έργα υπογράφοντας «Erik». Επιστρέφοντας από το στρατό νοικιάζει ένα δωμάτιο στη Μονμάρτη με έξοδα του πατέρα του. Τότε γράφει τις Γυμνοπαιδιές και τις τρεις Σαραμπάντες που αποτελούν σταθμό στην ιστορία της μουσικής πρωτοπορίας. Υιοθετεί τον μποέμικο τρόπο ζωής και συχνάζει στο καμπαρέ "Μαύρος Γάτος" (Le chat noir).[2] Το 1891 γίνεται δεύτερος πιανίστας στο «Πανδοχείο του Καρφιού» (Auberge du Clou). Εκεί γνωρίζεται με τον συνθέτη Κλωντ Ντεμπυσσύ και ξεκινά η μακρόχρονη αλλά και δύσκολη για κάποιες περιόδους φιλία τους. Αρχίζει να γίνεται κάπως ευρύτερα γνωστός. Ωστόσο εμφανίζει τάσεις απομωνοτισμού και παράνοιας. Η εποχή αυτή συμπίπτει με τη μυστικιστική του περίοδο. Μελετά τη Γρηγοριανή μουσική, τη Γοτθική τέχνη και γίνεται μέλος μιας μυστικής θρησκευτικής οργάνωσης.Στα πλαίσια της δικής του εκκλησίας το 1892 εκδίδει το περιοδικό «Χαρτουλάριον της Μητροπολιτικής Εκκλησίας της Τέχνης του Ηγεμόνα Ιησού» (Cartulaire) όπου γράφει μόνος του όλα τα άρθρα είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με ψευδώνυμο[3].

Αισθηματική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτραίτο του Ερίκ Σατί (1893) της Σουζάν Βαλαντόν

Στις 18 Ιανουαρίου 1893, ο Σατί συνδέεται με την ζωγράφο Σουζάν Βαλαντόν. Παρ' όλο που την ζήτησε σε γάμο, χωρίς ανταπόκριση, μετά την πρώτη τους νύχτα, η Βαλαντόν εγκαθίσταται σε δικό της δωμάτιο στην οδό Κορτό, δίπλα στο δικό του. Μέσα στο πάθος του για την «Biqui» του, γράφει φλογερές νότες για «όλη την ύπαρξή της, τα όμορφα μάτια της, τα απαλά χέρια της και τα κομψά πόδια της» και συνθέτει προς τιμήν της τους Γοτθικούς χορούς ενώ εκείνη φτιάχνει το πορτραίτο του.

Πέντε μήνες αργότερα, στις 20 Ιουνίου, ο χωρισμός τους τσακίζει τον Σατί «με μια παγωμένη μοναξιά που γεμίζει το κεφάλι με κενό και την καρδιά με θλίψη». Δεν έχει γίνει γνωστή καμμία άλλη σχέση του τόσο σοβαρή και βαθειά. Σαν να ήθελε να τιμωρήσει τον εαυτό του συνθέτει τις Vexations, ένα θέμα που χτίζεται με βάση μια σύντομη μελωδία, για την οποία σημειώνει:

«Για να παίξεις 840 φορές συνεχόμενα αυτό το μοτίβο, θα είναι καλό να προετοιμαστείς ανάλογα, και μέσα σε απόλυτη σιωπή, με έντονες ακινησίες»

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1963 ο Τζων Κέιτζ οργάνωσε στο Pocket Theatre της Νέας Υόρκης την παρουσίαση της ολοκληρωμένης εκδοχής του έργου, με τη συμμετοχή πολλών πιανιστών (συνολική διάρκεια 18 ώρες και 40 λεπτά!).

Ενήλικη ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1898 μετακομίζει στο προάστιο Arcueil-Cachan όπου και θα παραμείνει μέχρι το θάνατό του. Πηγαινοέρχεται στο Παρίσι με τα πόδια, πίνει και συνθέτει σε διάφορα καφέ στο δρόμο, επισκέπτεται συχνά τον Ντεμπυσσύ, γράφει τραγούδια για καμπαρέ και θεατρικά έργα. Σε ηλικία τριάντα εννέα ετών (1905) αποφασίζει να εγγραφεί στη Schola Cantorum όπου παρακολουθεί μαθήματα αντίστιξης, ανάλυσης, φόρμας, ενορχήστρωσης, σύνθεσης. Αποφοιτά τρία χρόνια αργότερα με άριστα. Το 1911 ο Μωρίς Ραβέλ και άλλοι Νέοι Μουσικοί παρουσιάζουν έργα του στο κοινό της Ανεξάρτητης Μουσικής Εταιρίας. Αποκτά και οπαδούς, τους «σατιστές». Στο Αρκέιγ παρευρίσκεται σε συναντήσεις ριζοσπαστών-σοσιαλιστών και το 1908, μετά τον θάνατο του Ζαν Ζορές (31/7), μπαίνει στο Σοσιαλιστικό κόμμα. To 1915 γνωρίζεται με τον Ζαν Κοκτώ ο οποίος του ζητά να συνεργαστούν. Καρπός της συνεργασίας τους είναι το μπαλέτο Παρέλαση (Parade)του οποίου η πρεμιέρα δίνεται στις 18/5/1917, σε λιμπρέτο του Κοκτώ, σκηνικά-κοστούμια του Πικάσο και χορογραφία του Λεοντίτ Μασίν, από τα ρωσικά μπαλέτα του Ντιαγκίλεφ.Το έργο αυτό ένωνε τον κυβισμό, τον κινηματογράφο και το τσίρκο αλλά το πιο προκλητικό και πρωτοποριακό στοιχείο της ήταν η μουσική που είχε γράψει ο Σατί.

Η ομάδα των Έξι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο μετά από αυτή την συνεργασία αναλαμβάνει το ρόλο του μέντορα μιας ομάδας νέων μουσικών, που έμειναν γνωστοί ως οι Έξι. Οι μουσικοί αυτοί ήταν οι Ζωρζ Ωρίκ, Φρανσίς Πουλένκ, Ντάριους Μιγιώ, Λουί Ντυρέ, Αρτυρ Χόνεγκερ και Ζερμαίν Ταϊγφέρ. Το 1920 οι Εξι θα παρουσιάσουν το μοναδικό ομαδικό τους έργο Οι παντρεμένοι του Πύργου του Άιφελ ένα ντανταϊστικό μπαλέτο[4]. Σε μία διάλεξή του για τους Έξι ο Σατί είχε πει:

«Οι Έξι με την αισθητική τους,
...ανήκουν στο Νέο Πνεύμα...
...Τι είναι το Νέο Πνεύμα;...
...ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ γράφει: «Το Νέο Πνεύμα βρίσκεται στην έκπληξη...»
Για μένα,... είναι κυρίως η επιστροφή στην κλασική φόρμα -με σύγχρονη ευαισθησία...»

— Ερίκ Σατί Εκτός ήχου , σελ. 38,39,40

Ωριμότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1918 γράφει το αριστούργημά του Σωκράτης (Socrate), μετά από παραγγελία της πριγκίπισσας ντε Πολινιάκ, για τέσσερις σοπράνο και ορχήστρα δωματίου, το οποίο βασίζεται σε τρεις διαλόγους του Πλάτωνα (Συμπόσιο, Φαίδρο και Φαίδωνα).[5] Στην πρεμιέρα της παράστασης, που δόθηκε στο Παρίσι το 1920, ο Σατί είχε μοιράσει μια προειδοποίηση: «Όσοι δεν καταλάβουν, παρακαλούνται να τηρήσουν στάση απόλυτης υποταγής και κατωτερότητας».[6] Τέλη του 1919 έρχεται σε επαφή με τους Ντανταϊστές του Τριστάν Τζαρά. Συχνάζει σε πιο ακραίους κύκλους και χαίρεται να σοκάρει την υψηλή κοινωνία. Το 1921 γράφεται στο κομμουνιστικό κόμμα.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πέντε τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ γόνιμα. Τελευταία έργα του η μουσική για το σουρεαλιστικό μπαλέτο Παύση (Relache) των Φρανσίς Πικαμπιά και Μαρσέλ Ντυσάν και για το φιλμ Διάλειμμα (Entr'acte) σε σκηνοθεσία του Ρενέ Κλαιρ. Όλοι οι συντελεστές της παράστασης έκαναν ότι μπορούσαν για να προκαλέσουν το κοινό. Ωστόσο ο Σατί έλεγε: «Προτιμώ να τους ακούω να φωνάζουν παρά να χειροκροτούν».[7] Στο ξεκίνημα της χρονιάς του 1925 η υγεία του επιδεινώνεται. Εκτός από την χρόνια κύρωση του ύπατος από την οποία υποφέρει έχει και πλευρίτιδα. Την 1η Ιουλίου της ίδιας χρονιάς πεθαίνει στο νοσοκομείο Σεν-Ζοζέφ [8]

Η μουσική του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναμνηστική πινακίδα έξω από το σπίτι του Ερίκ Σατί στη Μονμάρτη

Παρ' όλο που ο Σατί απορρίφθηκε από κάποιους μουσικούς της εποχής του που παρεξήγησαν το μη συμβατικό ύφος,την εκκεντρικότητα και την ελαφράδα των έργων του, αντιπροσωπεύει το πρώτο οριστικό ρήγμα με τον γαλλικό Ρομαντισμό του 19ου αιώνα και είναι πρόδρομος μεταγενέστερων ρευμάτων στην τέχνη όπως ο μινιμαλισμός, ο σουρεαλισμός και η επαναληπτική μουσική. Εργάστηκε για να απαλλάξει τη μουσική από την επιτήδευση και τον συναισθηματισμό, βασικά στοιχεία του Ρομαντισμού, και να αναδείξει έτσι την βαθύτερη ουσία της. Απορρίπτοντας τα μεγαλειώδη αισθήματα και νοήματα, παντρεύει τη ζωή και την τέχνη σε ένα παράξενο αλλά ενιαίο σύνολο.

Η μουσική του είναι στενά συνδεδεμένη με τον Ντανταϊσμό και τον Σουρεαλισμό όπως φαίνεται και από τους τίτλους που έχουν μερικά έργα του: Τρία κομμάτια σε σχήμα αχλαδιού (Trois morceaux en forme de poire) ή Αποξηραμένα έμβρυα (Embryons Desseches). Το μπαλέτο του Παρέλαση περιέχει κομμάτια γραμμένα για γραφομηχανές, σειρήνες, προπέλες αεροπλάνων, τηλέγραφο και έναν τροχό λοταρίας. Έχει ενδιαφέρον να αναφέρθεί ότι στις σημειώσεις του Γκιγιώμ Απολλιναίρ για το πρόγραμμα της Παρέλασης χρησιμοποιείται για πρώτη φορά η λέξη «Σουρεαλισμός».

Το 1913, πολύ πριν εμφανιστεί το κίνημα των Ντανταϊστών, γράφει το έργο Η Παγίδα τού Μέδουσα ,κωμωδία σε μία πράξη του κ. Έρίκ Σατί (με μουσική του ίδιου κυρίου) (κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο κόμης Meduse), το οποίο αποτελεί απόδειξη, όπως και πολλά άλλα έργα του, της ικανότητάς του να είναι πρωτοπόρος και να δημιουργεί έργα που αργότερα θα αποτελέσουν νεοτερικά αισθητικά κινήματα στη μουσική. Κορόιδευε τον Ιμπρεσιονισμό όπως φαίνεται και από τις οδηγίες που δίνει στον εκτελεστή: «με μεγάλη νοσηρότητα» ή «ελαφρύ σαν αυγό»! Σε πρώιμα κομμάτια για πιάνο, όπως τα Τρεις Σαραμπάντες (1877) και Τρεις Γυμνοπαιδίες (1888) χρησιμοποιεί νεωτεριστικές για την εποχή του συγχορδίες που τον καθιστούν πρωτοπόρο της αρμονίας καθώς και στοιχεία από την τζαζ πολύ πριν από τον Στραβίνσκυ και άλλους μουσικούς.[9] Ο Σατί δεν έγραψε ποτέ μεγάλα συμφωνικά έργα ή όπερες. Χαρακτηριστικό της μουσικής του, αλλά και των γραπτών του, ήταν η συντομία και η αποσπασματικότητα.

Σατί και Σεφέρης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ελληνικά πράγματα έχει το γεγονός ότι το 1935 ο ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης γράφει τις δικές του Γυμνοπαιδίες[10]. Ο Σεφέρης πήγε στο Παρίσι 18 ετών για να σπουδάσει νομικά, αλλά ασχολήθηκε πολύ με την ποίηση και αρκετά με την μουσική. Ο Ντεμπυσύ ήταν ο αγαπημένος του συνθέτης. Γνωρίζουμε ότι στο Λονδίνο όπου εργάστηκε από το 1931 έως το 1934, άκουγε ήδη τις Γυμνοπαιδίες του Σατί. Οι τίτλοι των δύο ποιημάτων του είναι: «Σαντορίνη» και «Μυκήνες» και είχαν «φιλοδοξίες χορικής ποίησης» όπως είχε πει ο ίδιος ο Σεφέρης [11].

Ενδεικτική εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μπαλέτα
    • Uspud, 1892
    • Jack in the box, 1899 (παντομίμα σε δύο πράξεις)
    • Mercure, 1924 (Ερμής)
    • Parade, 1917 (Παρέλαση)
    • Relache, 1924 (Παύση)
  • Ορχηστρικά έργα
    • La belle excentrique, 1920 (Η Ωραία Εκκεντρική)
    • Trois petites pieces montees
  • Με φωνή
    • Bonjour Biqui,Bonjour! 1893. Αφιερωμένο στη Σουζάν Βαλαντόν
    • Messe des pauvres, 1893-5 (Η Λειτουργία των Πτωχών). Λειτουργία για όργανο με μικρή χορωδία παίδων και ανδρών.
    • La Diva de l' "Empire", 1904. Τραγούδι για καμπαρέ
    • En habits de cheval, 1911, Χορωδιακό
    • Trois poemes d' amour,1914 (Τρία ερωτικά ποιήματα). Πάνω σε 3 μικρά ποιήματα του Σατί που αποτελούν μια μοντέρνα έκδοση της ποίησης των τροβαδούρων στη Γαλλία τον 13ο αιώνα.
    • Socrate, 1918 (Σωκράτης)
  • Έργα για πιάνο
    • Ogives I,II,III,IV 1886, 4 κομμάτια εμπνευσμένα από την Γοτθική αρχιτεκτονική του καθεδρικού ναού της Παναγίας των Παρισίων
    • Trois Sarabandes, 1887 (Τρεις Σαραμπάντες)
    • Gymnopedies I,II,III, 1888 (Τρεις Γυμνοπαιδίες)
    • Gnossiennes I,II,III,1890-3, IV,V 1889,VI,1897, VII
    • Trois Sonneries de la Rose + Croix, 1892
    • Vexations, 1893
    • Danses Gothiques, 1893 (Γοτθικοί χοροί)
    • Pieces froides, 1897 (Ψυχρά κομμάτια)
    • Trois morceaux en forme de poire, 1903 (Τρία κομμάτια σε σχήμα αχλαδιού)
    • Embryons desseches, 1913 (Αποξηραμένα έμβρυα)
    • Sports et divertissements, 1914 (Αθλήματα και διασκεδάσεις)
    • Sonatine bureaucratique, 1917 (Γραφειοκρατική σονάτα)
    • Cinq Nocturnes,1919 (Πέντε νυχτερινά)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ερίκ Σατί «Εκτός ήχου» εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1990 ISBN 960-03-0487-4.
  2. Από το βιβλίο «Σατί ο συνθέτης» (Satie the composer) του Robert Orledge, εκδόσεις Cambridge University Press, 1990
  3. Από την εισαγωγή του βιβλίου Ερίκ Σατί «Εκτός ήχου» εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1990 ISBN 960-03-0487-4
  4. Πολίνα Ταμπακάκη, "Γυμνοπαιδίες" Γ.Σεφέρης-Ε.Σατί, 2002, εκδόσεις Οριόλος, ISBN 9789608608825
  5. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Έκδοση 1997,ΤΟ ΒΗΜΑ, Τόμος 53ος
  6. Από την εισαγωγή του βιβλίου Ερίκ Σατί «Εκτός ήχου» εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1990 ISBN 960-03-0487-4
  7. Από την εισαγωγή του βιβλίου Ερίκ Σατί «Εκτός ήχου» εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1990 ISBN 960-03-0487-4
  8. Από το βιβλίο «Σατί ο συνθέτης» (Satie the composer) του Robert Orledge, εκδόσεις Cambridge University Press, 1990
  9. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Έκδοση 1997,ΤΟ ΒΗΜΑ, Τόμος 53ος.
  10. Πολίνα Ταμπακάκη, "Γυμνοπαιδίες" Γ.Σεφέρης-Ε.Σατί, 2002, εκδόσεις Οριόλος, ISBN 9789608608825
  11. Σαββίδης, Το τραγικό όραμα του Γ.Σ. Η Λέξη 53, σελ. 280

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Satie the composer» του Robert Orledge, εκδόσεις Cambridge University Press, 1990
  • Εισαγωγή του βιβλίου Ερίκ Σατί «Εκτός ήχου» εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1990 ISBN 960-03-0487-4
  • Πολίνα Ταμπακάκη, "Γυμνοπαιδίες" Γ.Σεφέρης-Ε.Σατί, 2002, εκδόσεις Οριόλος, ISBN 9789608608825
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Έκδοση 1997,ΤΟ ΒΗΜΑ, Τόμος 53ος