Επτακώδειο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Επτακώδειο
Επτακώδειο στο Κοιμητήριο του Μάουντ Ώμπερν της Μασαχουσέτης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Dicotyledoneae)
Τάξη: Διψακώδη (Dipsacales)
Οικογένεια: Αιγοφυλλοειδή (Caprifoliaceae)
Γένος: Επτακώδειο (Heptacodium)
Rehder

Είδος: Heptacodium miconioides
Rehder
Συνώνυμα

Το επτακώδειο (λατινική-επιστημονική ονομασία Heptacodium) είναι γένος δικοτυλήδονων φυτών, που ανήκει στην οικογένεια της βαλεριάνας, τα αιγοφυλλοειδή. Περιλαμβάνει ένα και μοναδικό είδος (είναι δηλαδή μονοτυπικό γένος), το Heptacodium miconioides, ενδημικό της Κίνας, που σήμερα καλλιεργείται πολύ από τον άνθρωπο ως καλλωπιστικό φυτό στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, αλλά σπανίζει στην άγρια φύση. «Ανακαλύφθηκε» για την κηπουρική του Δυτικού Κόσμου το 1907, από τον Βρετανό «κυνηγό φυτών» Έρνεστ Χένρυ Γουίλσον σε πλαγιές του Χσινγκ-Σαν Χσιεν στον σημερινό Νομό Ιτσάνγκ, στο δυτικό μέρος της Επαρχίας Χουμπέι.[1][2] Ακόμα και τότε το θεωρούσαν σπάνιο στην Κίνα, ενώ σήμερα βρίσκεται στη φύση μόνο στις ανατολικές Επαρχίες Ανχουέι και Τσετσιάνγκ, σε 9 διαφορετικούς πληθυσμούς που απειλούνται από απώλεια ενδιαιτήματος.

Η ονομασία του γένους αναφέρεται σποραδικά[3] εσφαλμένα ως ετυμολογούμενη από τις ελληνικές λέξεις επτά και κώδων (δηλαδή «με επτά κουδούνια ή καμπάνες»). Στην πραγματικότητα επινοήθηκε από τον ταξινομικό βιολόγο του Χάρβαρντ Άλφρεντ Ρέχντερ από τις επίσης αρχαίες ελληνικές λέξεις επτά και κωδεία (= κεφαλή ή κάψα παπαρούνας, από όπου και η ονομασία του ναρκωτικού κωδεΐνη). Επομένως η ονομασία έχει τη σημασία «με επτά δομές που μοιάζουν με κάψες παπαρούνας». Το επίθετο του είδους miconioides γεννήθηκε από την ομοιότητα του φυτού, ιδίως των φύλλων του, με κάποια είδη του μη συγγενικού γένους μικόνια. Η κοινή κινεζική ονομασία του είδους, 七子花 (τση-τζου-χουά), σημαίνει παρομοίως «λουλούδι με επτά γιους».

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Heptacodium miconioides είναι φυλλοβόλος μεγάλος θάμνος ή μικρό δέντρο, που φθάνει συνήθως σε ύψος 4 έως 9 μέτρα. Ο φλοιός του κορμού είναι λεπτός, με υφή χαρτιού, ανοικτόχρωμος, και απολεπίζεται σε λωρίδες ή φύλλα. Τα κλαδιά ανοίγουν προς τα επάνω και δίνουν στο φυτό ένα στρογγυλευμένο, αλλά συχνά ακανόνιστο σχήμα. Τα φύλλα εκφύονται αντίθετα, είναι σκούρα πράσινα, καρδιόσχημα, με μήκος 8 έως 10 cm και πλάτος 5 έως 6 cm, με βαθιές «φλέβες» που αυλακώνουν το φύλλο, διατρέχοντάς το κατά μήκος.

Τον Σεπτέμβριο το H. miconioides ανθίζει με μικρά ευωδιαστά λευκά άνθη, που προσελκύουν πεταλούδες και μπάμπουρες.[4] Το κάθε άνθος έχει 5 πέταλα και διάμετρο μικρότερη των 13 mm.[5] Μετά την πτώση των λευκών πετάλων, οι κάλυκες αναπτύσσονται σε βαθυκόκινους διεσταλμένους λοβούς, που αντέχουν μέχρι τα μέσα του Νοεμβρίου.

Το επτακώδειο φύεται σε θαμνώδεις εκτάσεις, σε ημιδασικές εκτάσεις και στις περιφέρειες αειθαλών δασών πλατύφυλλων δέντρων, συχνά σε βουνοπλαγιές, σε υψόμετρα 600 έως 1.000 μέτρα.[6]

6 αντί για 7 άνθη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζων Γκρίμσω (John Grimshaw), διευθυντής του Yorkshire Arboretum, διέδωσε την ακόλουθη παρατήρηση σχετικώς με το είδος από τον διακεκριμένο βοτανολόγο Άλεν Τζ. Κούμπς (Allen J. Coombes): «Ο αριθμός 7 είναι στην πραγματικότητα παραπλανητικός, καθώς τα άνθη κάθε ψευδανθίου βρίσκονται σε δύο σειρές των τριών γύρω από ένα κεντρικό «μπουμπούκι», που όμως δεν είναι μπουμπούκι άνθους, αλλά μια επέκταση του άξονα της ταξιανθίας, που θα προεκταθεί καθώς τα άνθη μαραίνονται και θα αναπτύξει έναν νέο δακτύλιο από 6 άνθη, και πάλι γύρω από ένα κεντρικό «μπουμπούκι». Τρεις τέτοιες διαδοχικές ανθοφορίες έχουν παρατηρηθεί.»

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος πολλαπλασιάζεται εύκολα από σπόρο ή από κομμένα μέρη του φυτού. Διαδόθηκε έτσι στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, π.χ. μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2011 υπήρχαν 26 φυτώρια που είχαν στοκ (απόθεμα) αυτού του σπάνιου στη φύση είδους.[1] Το φυτό είναι εξαιρετικά ανθεκτικό, ικανό να ανεχθεί χαμηλές θερμοκρασίες έως τους -35 °C. Επιπλέον αναπτύσσεται γρήγορα και μπορεί να φθάσει σε ύψος τα τρία μέτρα μέσα σε μόλις 5 χρόνια. Ανέχεται επίσης και την πυκνή σκιά. Και τα 6 πρώτα επτακώδεια που φυτεύθηκαν στις ΗΠΑ το 1980 (στο Arnold Arboretum της Βοστώνης) ζουν ακόμα, αποδεικνύοντας ότι το φυτό μπορεί να ζήσει πάνω από 40 έτη.[7]

Δυνητική ιατρική χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόσφατες δοκιμές έχουν αποδείξει ότι εκχυλίσματα του φυτού έχουν αντιβακτηριακή δράση.[8] Τα φύλλα του επτακώδειου περιέχουν φλαβονοειδή, ταννίνες, [[αλκαλοειδή], σαπωνίνες, λιγνίνες και χλωρογενικό οξύ.[9]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sargent, Charles Sprague (1916). Plantae Wilsonianae : An enumeration of the woody plants collected in western China for the Arnold Arboretum of Harvard University during the years 1907, 1908, and 1910 by E.H. Wilson, Volume 2. Cambridge [Mass.]: University Press. σελίδες 617–619. 
  2. «Heptacodium miconioides, Rehder» - online άρθρο στη σειρά Tree of the Year του John Grimshaw
  3. Π.χ. από τον Βοτανικό Κήπο του Μισούρι
  4. «Heptacodium jasminoides, the bumble bee tree». 2 Σεπτεμβρίου 2012. 
  5. Stebbings, G.: «Autumn Glory - Late Developers», Garden Answers, Σεπτέμβριος 2011, σελ. 48. Bauer Media, Λονδίνο
  6. Heptacodium miconioides Rehder - online στη σειρά Tree of the Year του John Grimshaw (εδώ)
  7. «Arnold Arboretum Seven Son Flower Bio». arboretum.harvard.edu. Ανακτήθηκε στις 4 Αυγούστου 2020. 
  8. JIN Ze-xin, LI Jun-min ( Ecology Institute, Taizhou University, Linhai 317000, Zhejiang,China ): «Anti-bacterial activity of extracts from Heptacodium miconioides», Μάρτιος 2006. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2018.
  9. YANG Bei-fen, SHAO Hong, JIN Ze-xin (Ινστιτούτο Οικολογίας του Παν/μίου Ταϊτζού): «Analysis of Secondary Metabolism Contents in Leafblades of Heptacodium miconioides»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Airy Shaw, H.K.: «A second species of the genus Heptacodium Rehd.(Caprifoliaceae)», Kew Bulletin, έτος 1952, No. 2, σσ. 245-246