Γουίνσλοου Χόμερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ουίνσλοου Χόμερ
Winslow Homer by Sarony.jpeg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Winslow Homer (Αγγλικά)
Γέννηση24  Φεβρουαρίου 1836[1][2][3]
Βοστώνη[4][5][6]
Θάνατος29  Σεπτεμβρίου 1910[1][2][3]
Prouts Neck ή Μέιν[5][6]
Τόπος ταφήςνεκροταφείο Μάουντ Όμπορν
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά[7]
ΣπουδέςArt Students League of New York
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταζωγράφος[5][8][9]
φωτογράφος
χαράκτης[5][9]
εικονογράφος[8][9]
Αξιοσημείωτο έργοTwo Girls with Sunbonnets in a Field
Man With A Scythe
Corn Husking
The Morning Bell
Boy and Girl in a Field with Sheep
Sandy Beach with Breakers
Sunlight and Shadow
Farmyard with Ducks and Chickens
The Butterfly
The Yellow Jacket
The Watermelon Boys
The Bean Picker
Man with a Knapsack
Robert Junkins' Garrison House, York, Maine
Autumn Tree Tops
Mountain Wagon
A Country Lad
Gathering Autumn Leaves
Περίοδος ακμής1859
Οικογένεια
ΓονείςCharles Savage Homer[10] και Henrietta Maria Benson Homer[10]
ΑδέλφιαCharles Savage Homer, Jr.
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Γουίνσλοου Χόμερ (αγγλικά: Winslow Homer) (1836–1910) ήταν Αμερικανός σχεδιαστής, ζωγράφος, χαράκτης και εικονογράφος, γνωστός για τις σκηνές από τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τις θαλασσογραφίες του και ως αντικειμενικός μάρτυρας της εποχής του. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους της Αμερικής του 19ου αιώνα και μια από τις εξέχουσες μορφές του αμερικανικού ρεαλισμού.[11]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γουίνσλοου Χόμερ γεννήθηκε στη Βοστώνη στις 24 Φεβρουαρίου 1836 και μεγάλωσε στην επαρχία του Κέιμπριτζ. Το 1857, άρχισε να εργάζεται ως ανεξάρτητος εικονογράφος συνεργαζόμενος με δημοφιλή περιοδικά. Το 1859 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Σπούδασε για μικρό διάστημα ελαιογραφία την άνοιξη του 1861, ουσιαστικά ήταν αυτοδίδακτος ζωγράφος. Κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, ως καλλιτέχνης-ανταποκριτής για το νέο εικονογραφημένο περιοδικό Harper's Weekly, επισκέφτηκε επανειλημμένα τις γραμμές του μετώπου της Βιρτζίνια όπου ζωγράφισε την πρώτη του σημαντική ελαιογραφία, Φυλακισμένοι από το μέτωπο (1866), ένα έργο που διακρίνεται για τον έντονο ρεαλισμό του και αντικατοπτρίζει μια βαθιά κατανόηση του αντίκτυπου και του νοήματος του πολέμου.[12]

Για τον Χόμερ, τα τέλη της δεκαετίας του 1860 και η δεκαετία του 1870 ήταν εποχή καλλιτεχνικού πειραματισμού και παραγωγικής και ποικίλης δημιουργίας. Έμενε στη Νέα Υόρκη, βγάζοντας τα προς το ζην κυρίως σχεδιάζοντας εικονογραφήσεις περιοδικών και άρχισε να γίνεται γνωστός ως ζωγράφος με θέματα από τα δημοφιλή παραθαλάσσια θέρετρα στη Μασαχουσέτη και το Νιου Τζέρσεϊ, στα Όρη Αντιροντάκ στην πολιτεία της Νέας Υόρκης και στα Λευκά Όρη του Νιου Χάμσαϊρ. [13]

Στα τέλη του 1866, ταξίδεψε για ένα χρόνο στο Παρίσι και στη γαλλική ύπαιθρο. Παρόλο που το ενδιαφέρον του για τις εικονογραφικές δυνατότητες του φυσικού φωτός αναπτύχθηκε παράλληλα με αυτό των πρώτων ιμπρεσιονιστών, ποτέ δεν επηρεάστηκε άμεσα από τον ιμπρεσιονισμό ή τη γαλλική τέχνη. [14]

Λονγκ Μπραντς, Νιού Τζέρσεϋ (1869), Μουσείο Καλών Τεχνών, Βοστώνη

Κατά τη δεκαετία του 1870, τα κυρίαρχα θέματα των έργων του ήταν αγροτικής ή ειδυλλιακής έμπνευσης: σκηνές αγροτικής ζωής, παιδιά που παίζουν και σκηνές γνωστών θερέτρων με κομψές γυναίκες. Από τα τελευταία, ένα από τα γνωστά είναι το Λονγκ Μπραντς, Νιού Τζέρσεϋ (1869). Εκτός από την τελειοποίησή του στην ελαιογραφία, ο Χόμερ άρχισε να δημιουργεί ακουαρέλες και η επιτυχία τους του έδωσε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει τη δουλειά του ως ανεξάρτητος εικονογράφος γύρω στο 1875. Ταξίδεψε στη Βιρτζίνια τουλάχιστον μία φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1870, προφανώς για να παρατηρήσει και να απεικονίσει τις αλλαγές στη ζωή των πρώην σκλάβων κατά την πρώτη δεκαετία μετά τη Διακήρυξη Χειραφέτησης.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, ο Χόμερ επιθυμούσε όλο και περισσότερο τη μοναξιά και η τέχνη του πήρε μια νέα ένταση. Το 1881, ταξίδεψε στην Αγγλία στο δεύτερο και τελευταίο του ταξίδι στο εξωτερικό. Αφού πέρασε για λίγο από το Λονδίνο, εγκαταστάθηκε σε παραθαλάσσιο χωριό κοντά στο Τάινμαουθ στη Βόρεια Θάλασσα, παραμένοντας εκεί από την άνοιξη του 1881 έως τον Νοέμβριο του 1882. Η χρονιά που πέρασε στην Αγγλία προκάλεσε μια οριστική αλλαγή στη θεματολογία του. Επικεντρώθηκε σε φυσικές σκηνές μεγάλης κλίμακας, ιδιαίτερα σκηνές στη θάλασσα, ψαράδες και τις οικογένειές τους. Όταν ο καλλιτέχνης επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, τόσο ο ίδιος όσο και η τέχνη του είχαν αλλάξει πολύ.[15]

Το παρατηρητήριο - Όλα καλά (1895) Βοστώνη

Το καλοκαίρι του 1883, επιθυμώντας τη μοναξιά, μετακόμισε από τη Νέα Υόρκη στο Πράουτς Νεκ του Μέιν, μια παράκτια χερσόνησο νότια του Πόρτλαντ. Από το 1884, πέρασε πολλούς χειμώνες στη Φλόριντα, τις Μπαχάμες και την Κούβα, όπου φιλοτέχνησε εκθαμβωτικές ακουαρέλες. Στο Πράουτς Νεκ έζησε μέχρι τον θάνατό του. Στην απομόνωση εμπνεύστηκε και δημιούργησε τα μεγάλα θέματα της καριέρας του: τον αγώνα των ανθρώπων ενάντια στη θάλασσα και τη σχέση της εύθραυστης, παροδικής ανθρώπινης ζωής με τη διαχρονικότητα της φύσης. Στα έργα της δεκαετίας του 1880, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τη δύναμη του ωκεανού με τη δική τους δύναμη και εξυπνάδα ή ανταποκρίνονται στη συντριπτική δύναμη του ωκεανού σε σκηνές δραματικής διάσωσης.

Η διάσωση (1884)

Περίπου το 1890, επικεντρώθηκε στην ομορφιά, τη δύναμη και το δράμα της ίδιας της θάλασσας. Στις δυναμικές του συνθέσεις, οι όψιμες θαλασσογραφίες του αιχμαλωτίζουν την όψη και την αίσθηση, ακόμη και υποδηλώνουν τον ήχο, των υδάτων που ορμούν και υποχωρούν. Αυτά τα τελευταία έργα του παραμένουν από τα πιο διάσημα σήμερα, χαρακτηριστικά για τη δεξιοτεχνία, το βάθος των συναισθημάτων και τις νύξεις μοντερνιστικής αφαίρεσης.[16]

Το έργο του Χόμερ, ειδικά οι ακουαρέλες του, είχαν βαθιά επίδραση σε μεταγενέστερους Αμερικανούς ζωγράφους, μεταξύ των οποίων ο Άντριου Γουάιεθ και ο Έντουαρντ Χόπερ. Ο καλλιτέχνης πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 1910 στο Πράουτς Νεκ. Σήμερα, τα έργα του εκτίθενται σε ευρωπαϊκά και αμερικανικά μουσεία, όπως το Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο, στο Μουσείο Ορσέ στο Παρίσι, στην Εθνική Πινακοθήκη της Ουάσιγκτον, στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη κ.ά.

Από το 1884, πέρασε πολλούς χειμώνες στη Φλόριντα, τις Μπαχάμες και την Κούβα, εκτελώντας μεγάλο μέρος του έργου του,

Επιλογή έργων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]