Γκάνταλφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ο Γκάνταλφ είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας και ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές στα μυθιστορήματα του Τόλκιν Το Χόμπιτ και Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών. Είναι μάγος, μέλος του τάγματος των Ιστάρι , καθώς και αρχηγός της Συντροφιάς του Δαχτυλιδιού. Στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών είναι αρχικά γνωστός ως Γκάνταλφ ο Γκρίζος, αλλά επιστρέφει από το θάνατο ως Γκάνταλφ ο Λευκός.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τόλκιν ασχολείται με τον Γκάνταλφ στο δοκίμιό του για τους Ιστάρι, στο έργο Ατέλειωτες Ιστορίες. Περιγράφει τον Γκάνταλφ ως τον τελευταίο μάγο που εμφανίζεται στη Μέση-γη, και ως κάποιον που φαινόταν λιγότερο ψηλός από τους άλλους, γηραιότερος, με γκρίζα μαλλιά, ντυμένος στα γκρι και στηριζόταν στη ράβδο του. Ωστόσο, το ξωτικό Κίρνταν που τον γνώρισε κατά την άφιξη του, τον θεωρούσε "το μεγαλύτερο πνεύμα και το πιο σοφό" και του έδωσε το δαχτυλίδι της δύναμης Νάρυα, το Δαχτυλίδι της Φωτιάς, που είχε πάνω μία "κόκκινη" πέτρα. Ο Τόλκιν συνδέει ρητά το Γκάνταλφ με το στοιχείο της φωτιάς.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βάλινορ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Βάλινορ, ο Γκάνταλφ ήταν γνωστός ως Ολόριν.[1] Όπως αναφέρεται στην "Βαλακουέντα"  στο Σιλμαρίλλιον,[2] ήταν ένας από τους Μάιαρ της Βάλινορ, και συγκεκριμένα, από τους ανθρώπους του Βάλα Μάνγουε, και ήταν ο σοφότερος των Μάιαρ. Έζησε στους κήπους της Ίρμο υπό την κηδεμονία της Νιέννα, της προστάτιδας του ελέους. Όταν οι Βάλαρ αποφάσισαν να στείλουν το τάγμα των μάγων στη Μέση-γη, προκειμένου να συμβουλεύσουν και να βοηθήσουν όσους αντιστέκονταν στον Σάουρον, ο Ολόριν προτάθηκε από το Μάνγουε. Ο Ολόριν αρχικά παρακάλεσε να αποδεσμευθεί από την υποχρέωση αυτή, διότι φοβόταν τον Σάουρον και δεν είχε τη δύναμη να τον αντιμετωπίσει, αλλά ο Μάνγουε απάντησε ότι αυτό ήταν ένας λόγος παραπάνω για να πάει.[3]

Ως ένας από τους Μάιαρ, ο Γκάνταλφ δεν ήταν θνητός, αλλά ένα αγγελικό ον που είχε πάρει ανθρώπινη μορφή. Ως ένα από αυτά τα πνεύματα, ο Ολόριν ήταν στην υπηρεσία του Δημιουργού και της "Μυστικής Φωτιάς". Μαζί με τους άλλους Μάιαρ που εισήλθαν στον κόσμο ως οι πέντε μάγοι, πήρε τη συγκεκριμένη μορφή του γέρου ως ένα σημάδι της ταπεινότητας. Ο ρόλος των μάγων ήταν να συμβουλεύουν, αλλά ποτέ να προσπαθήσουν να φτάσουν τη δύναμη του Σάουρον  με την ελπίδα ότι οι βασιλιάδες και άρχοντες της Μέσης γης θα είναι πιο δεκτικοί στις συμβουλές ενός ταπεινού γέρος από μια πιο ένδοξη μορφή που τους δίνει απευθείας εντολές.

Μέση-γη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκάνταλφ ο Γκρίζος ήταν ο τελευταίος Ιστάρι που έφτασε στο Μίθλοντ. Φαινόταν ο γηραιότερος και κοντύτερος, αλλά ο Κίρνταν ο Ναυπηγός αισθάνθηκε ότι είχε τεράστιο εσωτερικό μεγαλείο, στην πρώτη τους συνάντηση στα Γκρίζα Λιμάνια, και του έδωσε το Νάρυα, το Δαχτυλίδι της Φωτιάς.  Ο Σάρουμαν αργότερα έμαθε για το δώρο και αγανάκτησε. Ο Γκάνταλφ έκρυψε το δαχτυλίδι, και δεν ήταν ευρέως γνωστό μέχρι που έφυγε με τους άλλους δαχτυλιδοκουβαλητές στο τέλος της Τρίτης Εποχής, ότι εκείνος και όχι ο Κίρνταν, ήταν ο κάτοχος του τρίτου δαχτυλιδιού των Ξωτικών.

Η σχέση του Γκάνταλφ με τον Σάρουμαν, του επικεφαλής του τάγματος, ήταν τεταμένες. Οι Μάγοι είχαν την διαταγή να βοηθούν τους Ανθρώπους, τα Ξωτικά και τους Νάνους, αλλά μόνο μέσω συμβουλών.  Ήταν απαγορευμένο να χρησιμοποιούν βία για να κυριαρχήσουν  πάνω τους, κάτι που ο Σάρουμαν δε λάμβανε υπόψη.

Το Λευκό Συμβούλιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα κεφάλαια "Τα Δαχτυλίδια της Δύναμης και η Τρίτη Εποχή" (Το Σιλμαρίλλιον) και "Οι Ιστάρι" (Ατέλειωτες Ιστορίες), ο Τόλκιν αναλύει την ιστορία που εν συντομία αναφέρεται κατά ημερομηνίες στο παράρτημα Β του Ο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Ο Γκάνταλφ είχε από νωρίς την υποψία ότι ο Νεκρομάντης από το Ντολ Γκούλντουρ δεν ήταν κάποιο Νάζγκουλ, αλλά ο ίδιος ο Σάουρον. Πήγε στο Ντολ Γκούλντουρ για να ανακαλύψει την αλήθεια, αλλά ο Νεκρομάντης, έφυγε πριν από αυτόν. Ο Νεκρομάντης επέστρεψε στο Ντολ Γκούλντουρ με μεγαλύτερη δύναμη το έτος 2460 της Τρίτης Εποχής,[4] και το Λευκό Συμβούλιο διαμορφώθηκε ως αντίδραση(Τρίτη Εποχή, 2463[4]). Η Γκαλάντριελ ήλπιζε ο Γκάνταλφ θα ηγηθεί του Συμβουλίου, αλλά ο Γκάνταλφ αρνήθηκε, αρνούμενος να δεσμευθεί από οποιονήποτε πέρα των Βάλαρ που τον έστειλαν. Αντί αυτού επιλέχθηκε ο Σάρουμαν, ως καλύτερος γνώστης της δραστηριότητας του Σάουρον στη Δεύτερη Εποχή.

Ο Γκάνταλφ επέστρεψε στο Ντολ Γκούλντουρ στηντο 2850 (Τρίτη Εποχή)[4] "σε μεγάλο κίνδυνο" και έμαθε ότι ο Νεκρομάντης ήταν πράγματι ο Σάουρον που επέστρεψε. (Εκεί ο Γκάνταλφ βρήκε τον Θρέιν το εύτερο φυλακισμένο ανέκτησε το χάρτης του Θρορ και το κλειδί του Έρεμπορ πριν πεθάνει ο Θρέιν[4].Το Λευκό Συμβούλιο κλήθηκε και ο Γκάνταλφ τόνισε ότι ο Σάουρον πρέπει να εκδιωχθεί. Ο Σάρουμαν, ωστόσο, διαβεβαίωσε το Συμβούλιο ότι η εμφανής προσπάθεια του Σάουρον να βρει το Ένα Δαχτυλίδι θα αποτύχει, αφού το Δαχτυλίδι εδώ και καιρό είχε ξεβραστεί από τον ποταμό Άντουιν στη θάλασσα.  Το θέμα ξεχάστηκε. Αλλά εκείνη τη στιγμή ο Σάρουμαν ο ίδιος άρχισε να αναζητεί ενεργά το Δαχτυλίδι κοντά στα Χαροποιά Πεδία όπου είχε σκοτωθεί ο Ισίλντουρ, όχι μακριά από το Ντολ Γκούλντουρ.

Η Αναζήτηση του Έρεμπορ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η "Αναζήτηση του Έρεμπορ" στις Ατέλειωτες Ιστορίες επεξεργάζεται την ιστορία πίσω από το "Χόμπιτ". Μιλά για μια ευκαιρία για συνάντηση μεταξύ του Γκάνταλφ και του Θόριν του Δρυάσπι, έναν εξόριστο Νάνο βασιλιά, στο πανδοχείο Παιχνιδιάρικο Πόννυ στο Μπρι.  Ο Γκάνταλφ είχε για κάποιο χρονικό διάστημα προβλέψει τον πόλεμο με τον Σάουρον, και ήξερε ότι ο Βορράς ήταν ιδιαίτερα ευάλωτος. Αν το Σχιστό Λαγκάδι δεχόταν επίθεση, ο δράκος Νοσφιστής θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη καταστροφή. Έπεισε τον Θόριν ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει να ανακτήσει τη χαμένη πατρίδα Έρεμπορ από τον Νοσφιστή, και έτσι η αναζήτηση πήρε σάρκα και οστά.

Το 2941 (Τρίτη Εποχή),[4] ο Γκάνταλφ δημιούργησε (και συχνά συνόδευσε) μια ομάδα 13 Νάνων και του χόμπιτ Μπίλμπο Μπάγγινς να διεκδικήσουν από το Νοσφιστή το χαμένο θησαυρό του Έρεμπορ. Για την αναζήτηση, ο Γκάνταλφ συνέβαλε το χάρτη και το κλειδί για το Έρεμπορ. Ήταν σε αυτή την Αναζήτηση του Έρεμπορ που ο Γκάνταλφ βρήκε το σπαθί του, Γκλάμντρινγκ, στο θησαυρό ενός τρολλ.

Μετά την διαφυγή από τα Ομιχλώδη Βουνά, η ομάδα κυνηγήθηκε από τελώνια και λύκους, και διασώθηκε από τους Μεγάλους Αετούς. Ο Γκάνταλφ στη συνέχεια έπεισε τον Μπέορν που δεν του άρεσαν οι απρόσκλητοι επισκέπτες και οι νάνοι, να προσφέρει στέγη και βοήθεια στην ομάδα για το ταξίδι της μέσω του δάσους Μίρκγουντ.

Ο Γκάνταλφ αποχώρησε από την ομάδα πριν μπει στο Μίρκγουντ, λέγοντας ότι είχε σημαντικές δουλειές να κάνει. Ωστόσο, εμφανίστηκε και πάλι, μπρος στα τείχη του Έρεμπορ, μεταμφιεσμένος σε γέρο, αποκαλύπτοντας τον εαυτό του, όταν φαινόταν ότι οι Άνθρωποι του Έσγκαροθ και τα Ξωτικά του Μίρκγουντ θα πολεμήσουν το Θόριν και τους Νάνους για το θησαυρό του Νοσφιστή. Η Μάχη των Πέντε Στρατών ακολούθησε όταν ορδές από τελώνια και λύκους επιτέθηκαν και στα τρία μέρη. Μετά τη μάχη, ο Γκάνταλφ συνόδεψε τον Μπίλμπο πίσω στο Σάιρ, αποκαλύπτοντας στο Σχιστό Λαγκάδι ποιές ήταν οι επείγουσες δουλειές του: ο Γκάνταλφ είχε για άλλη μια φορά καλέσει το Συμβούλιο να εκδιώξει τον Σάουρον, διότι, προφανώς, ο Σάουρον δεν χρειαζόταν το Ένα Δαχτυλίδι για να συνεχίσει να προσελκύει το κακό στο Μίρκγουντ. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο έλαβε δράση και έδιωξε τον Σάουρον από το Ντολ Γκούλντουρ. Ο Σάουρον, ωστόσο, το είχε προβλέψει και αποσύρθηκε ως μια προσποίηση, για να επανεμφανιστεί στη Μόρντορ.

Πριν τον Πόλεμο του Δαχτυλιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως εξηγείται στο βιβλίο Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού, ο Γκάνταλφ δαπάνησε αυτά τα χρόνια μεταξύ Του Χόμπιτ και Του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ταξιδεύοντας στη Μέση-γη σε αναζήτηση πληροφοριών σχετικά με την επάνοδο του Σάουρον και το μυστηριώδες δαχτυλίδι του Μπίλμπο, ωθούμενος κυρίως από την αρχική παραπλανητική ιστορία του Μπίλμπο για το πώς είχε αποκτήσει το δαχτυλίδι ως δώρο από τον Γκόλουμ. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έγινε φίλος με τον Άραγκορν και άρχισε να έχει υποψίες για τον Σάρουμαν. Πέρασε όσο χρόνο μπορούσε στο Σάιρ, δυναμώνοντας τη φιλία του  με τον Μπίλμπο και τον Φρόντο, τον κληρονόμο του Μπίλμπο.

Επέστρεψε στο Σάιρ για τα 111ά γενέθλια του Μπίλμπο το 3001 (Τρίτη Εποχή), φέρνοντας πολλά πυροτεχνήματα για την περίσταση. Αφού ο Μπίλμπο, ως φάρσα για τους επισκέπτες του, φόρεσε το Δαχτυλίδι και εξαφανίστηκε, ο Γκάνταλφ ενθάρρυνε τον παλιό του φίλο να αφήσει το Δαχτυλίδι στον Φρόντο, όπως είχαν σχεδιάσει. Ο Μπίλμπο έγινε εχθρικός και κατηγόρησε τον Γκάνταλφ πως προσπαθεί να κλέψει το Δαχτυλίδι, το οποίο αποκάλεσε "πολύτιμο", όπως και ο Γκόλουμ. (Ο Ισίλντουρ, που προηγουμένως κατείχε το δαχτυλίδι και καταστράφηκε από αυτό, είχε γράψει "είναι πολύτιμο για μένα").[5] Ο Γκάνταλφ επέπληξε τον Μπίλμπο για την χαζή κατηγορία του. Μετανιωμένος, ο Μπίλμπο παραδέχθηκε ότι το Δαχτυλίδι τον είχε προβληματίσει, και αφήνοντας το πίσω στον Φρόντο, αναχώρησε για το Σχιστό Λαγκάδι. Αν και ο Μπίλμπο ποτέ δεν θα ήταν εντελώς ελεύθερος από την επιθυμία για το Δαχτυλίδι, ήταν ο πρώτος από τους φορείς που το εγκατέλειψε οικειοθελώς.

Τα επόμενα 17 χρόνια, ο Γκάνταλφ ταξίδεψε πολύ, ψάχνοντας για απαντήσεις. Με τον Άραγκορν προσπάθησε να βρει τον Γκόλουμ. Ο Άραγκορν τελικά τα κατάφερε, και ο Γκάνταλφ ανέκρινε τον Γκόλουμ, απειλώντας τον με φωτιά όταν εκείνος φάνηκε απρόθυμος να μιλήσει. Ο Γκάνταλφ έμαθε επιτέλους ότι ο Σάουρον είχε αναγκάσει τον Γκόλουμ με βασανιστήρια στο Μπάραντ-Ντουρ να πει τί ήξερε για το Δαχτυλίδι. Αυτό ενίσχυσε την αυξανόμενη υποψία ότι το δαχτυλίδι του Μπίλμπο ήταν το Ένα Δαχτυλίδι.

Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιστρέφοντας στο Σάιρ, ο Γκάνταλφ επιβεβαίωσε τις υποψίες του, ρίχνοντας το Δαχτυλίδι του Φρόντο στη φωτιάς αναγνωρίζοντας τη γραφή που εμφανίστηκε στο Δαχτυλίδι. Είπε στον Φρόντο το πλήρες ιστορικό του Δαχτυλιδιού, και τον προέτρεψε να πάρει το Δαχτυλίδι στο Σχιστό Λαγκάδι, διότι αυτός θα είναι σε μεγάλο κίνδυνο αν έμενε στο Σάιρ. Ο Γκάνταλφ είπε ότι θα προσπαθήσει να επιστρέψει για τα 50ά γενέθλια του Φρόντο, προκειμένου να τον συνοδεύσει στο δρόμο στη συνέχεια, και ότι εν τω μεταξύ ο Φρόντο θα πρέπει να κανονίσει να φύγει αθόρυβα, αφού υπηρέτες του Σάουρον θα τον έψαχναν.

Έξω από το Σάιρ, ο Γκάνταλφ συνάντησε τον Ράνταγκαστ τον Καφετή, άλλον Ιστάρι, που έφερε την είδηση ότι οι Νάζγκουλ είχαν ανέβει και διασχίσει τον ποταμό Άντουιν, καθώς και μία πρόσκληση του  Σάρουμαν στον Γκάνταλφ για το Άιζενγκαρντ. Ο Γκάνταλφ άφησε ένα γράμμα στο Φρόντο (προτρέποντας την άμεση αναχώρηση του) στο πανδοχείο στο Μπρι, και κατευθύνθηκε προς Άιζενγκαρντ. Εκεί ο Σάρουμαν αποκάλυψε το πραγματικό του πρόσωπο, προτρέποντας τον Γκάνταλφ να τον βοηθήσει να αποκτήσει το Δαχτυλίδι για δική του χρήση. Γκάνταλφ αρνήθηκε, και ο Σάρουμαν τον φυλάκισε στην κορυφή του πύργου του Όρθανκ. Τελικά ο Γκάνταλφ διασώθηκε από τον αετό Γκουάιχιρ.

Ο Γκουάιχιρ άφησε τον Γκάνταλφ στο Ρόχαν, όπου ο Γκάνταλφ έκανε έκκληση στο Βασιλιά Θέοντεν για ένα άλογο. Ο Θέοντεν, υπό την φθοροποιό επιρροή του Γκρίμα του Σκουληκόγλωσσου, ενός καταστκόπου του Σάρουμαν, είπε στον Γκάνταλφ να πάρει όποιο άλογο θέλει, αλλά να φύγει γρήγορα. Ήταν τότε που ο Γκάνταλφ συνάντησε το μεγάλο άλογο Ίσκιος, ένα από τα μεάρας, που ήταν και σύντροφος του για το υπόλοιπο του πολέμου.  Ο Γκάνταλφ στη συνέχεια οδήγησε έτρεξε για το Σάιρ, αλλά έφτασε όταν ο Φρόντο είχε ήδη φύγει. Γνωρίζοντας ότι ο Φρόντο και οι σύντροφοι του θα κατευθύνονταν προς το Σχιστό Λαγκάδι, ο Γκάνταλφ ξεκίνησε και εκείνος για εκεί. Έμαθε στο Μπρι ότι τα Χόμπιτ είχαν συναντήσει τον Άραγκορν. Αντιμετώπισε τα Νάζγκουλ στο Λόφο των Καιρών αλλά δραπέτευσε μετά από ολονύχτια μάχη, τραβώντας τέσσερις από αυτούς προς το βορρά. Ο Φρόντο, ο Άραγκορν και η υπόλοιπη ομάδα αντιμετώπισαν τους υπόλοιπους πέντε στο Λόφο των Καιρών λίγες νύχτες αργότερα. Ο Γκάνταλφ έφτασε στο Σχιστό Λαγκάδι, λίγο πριν την άφιξη του Φρόντο.

Στο Σχιστό Λαγκάδι, ο Γκάνταλφ βοήθησε τον Έλροντ να διώξει τους νάζγκουλ που κυνηγούσαν τον Φρόντο και έπαιξε μεγάλο ρόλο στο συμβούλιο που ακολούθησε καθώς ήταν ο μόνος που γνώριζε όλη την ιστορία του δαχτυλιδιού. Αποκάλυψε, επίσης, ότι ο Σάρουμαν τους έχει προδώσει και πως έχει συμμαχήσει με τον Σάουρον. Όταν αποφασίστηκε ότι το Δαχτυλίδι έπρεπε να καταστραφεί, ο Γκάνταλφ προσφέρθηκε να συνοδεύσει τον Φρόντο στην προσπάθειά του. Επίσης έπεισε τον Έλροντ να αφήσει τον Μέρρυ και τον Πίππιν να μπουν στη Συντροφιά.

Ως αρχηγός της Συντροφιάς μαζί με τον Άραγκορν, ο Γκάνταλφ οδηγεί τα χόμπιτ και τους υπολοίπους νότια. Μετά από μια ανεπιτυχή προσπάθεια να διασχίσουν το πέρασμα του Κάραντρας, πέρασαν κάτω από τα βουνά, μέσα από τα Ορυχεία της Μόρια αν και μόνο ο Νάνος Γκίμλι ήταν ενθουσιώδης για αυτήν την επιλογή. Στη Μόρια, ανακάλυψαν ότι η η αποικία των Νάνων είχε καταστραφεί από τους Ορκ. Η Συντροφιά πολέμησε με τα Ορκ και τα τελώνια της Μόρια και δραπέτευσε.

Στη γέφυρα του Κάζαντ-ντουμ συνάντησαν τον "χαμό του Ντούριν", ένα τρομακτικό Μπάλρογκ. Ο Γκάνταλφ πολέμησε το Μπάλρογκ για να αφήσει τους άλλους να ξεφύγουν. Μετά από μια σύντομη ανταλλαγή χτυπημάτων, ο Γκάνταλφ έσπασε τη γέφυρα κάτω από το Μπάλρογκ με το ραβδι του, αλλά όπως το Μπάλρογκ έπεφτε,τύλιξε το μαστίγιο του γύρω από τα πόδια του Γκάνταλφ, σέρνοντας τον προς τον γκρεμό. Πέφτοντας στο κενό φώναξε  "Τρέξτε ανόητοι!".

Ο Γκάνταλφ και το Μπάλρογκ έπεσαν σε μια βαθιά υπόγεια λίμνη κάτω από Μόρια. Ο Γκάνταλφ κυνήγησε το Μπάλρογκ μέσα από το τούνελ για οκτώ ημέρες, μέχρι που ανέβηκε στην κορυφή του Ζιρακζίγκιλ. Στο τέλος, το Μπάλρογκ ηττήθηκε. Ο Γκάνταλφ πέθανε λίγο αργότερα, και το σώμα του κείτονταν στην κορυφή, ενώ το πνεύμα του ταξίδεψε "πέρα από τη σκέψη και το χρόνο".

Γκάνταλφ ο Λευκός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκάνταλφ τελικά επανήλθε[6] ως Γκάνταλφ ο Λευκός, και επέστρεψε στη ζωή, στην κορυφή του βουνού. Στο Λόριεν θεραπεύτηκε από τα τραύματά του και του δόθηκαν τα νέα λευκά ρούχα από την Γκαλάντριελ. Ταξίδεψε στο Δάσος του Φάνγκορν όπου συνάντησε τον Άραγκορν, το Λέγκολας και το Γκίμλι, στους οποίους αποκαλύφθηκε.

Ταξίδεψαν στο Ρόχαν όπου ο Γκάνταλφ διαπίστωσε ότι ο βασιλιάς Θέοντεν είχε αποδυναμωθεί πλήρως από τον Γκρίμα το Σκουληκόγλωσσο. Έσπασε αυτήν την επιρροή και έπεισε τον Θέοντεν να πολεμήσει εναντίον του Σάουρον. Στη συνέχεια έφυγε για να μαζέψει τον Ερκενμπραντ και τους πολεμιστές του καταφέρνοντας να φέρει ενισχύσεις λίγο πριν χαθεί η μάχη στο Φαράγγι του Χελμ. Μετά τη μάχη, ο Γκάνταλφ και ο βασιλιάς πήγαν στο Άιζενγκαρντ, που στο μεσοδιάστημα είχε δεχθεί επίθεση και κατακτήθηκε από τους Εντ, μαζί με το Μέρι και τον Πίππιν. Ο Γκάνταλφ έσπασε το ραβδί του Σάρουμαν και τον έδιωξε από το Λευκό Συμβούλιο και το τάγμα των μάγων. Ο Πίππιν βρήκε το παλαντίρ του Όρθανκ, αλλά ο Γκάνταλφ γρήγορα το πήρε. Το βράδυ, ο Πίππιν πήρε το παλαντίρ ενώ ο Γκάνταλφ κοιμόταν, και το έψαξε, ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σάουρον.  Ο Γκάνταλφ στη συνέχεια πήρε το νεαρό χόμπιτ μαζί του στη Μίνας Τίριθ.

Όταν έφτασε στη Μίνας Τίριθ για να βοηθήσει στην προετοιμασία για την άμυνα της πόλης, ο Ντένεθορ τον θεώρησε ως απειλή. Μαζί με τον Πρίγκιπα Ιμραχίλ του Ντολ Άμροθ, ο Γκάνταλφ οδήγησε τους υπερασπιστές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης, ενώ ο Ντένεθορ είχε αποτρελαθεί λόγω του τραυματισμού του Φάραμιρ. Όταν οι δυνάμεις της Μόρντορ έσπασαν την κεντρική πύλη, ο Γκάνταλφ αντιμετώπισε τον Μαγο-βασιλιά της Άνγκμαρ και  Άρχοντα των Νάζγκουλ. Με την άφιξη ενισχύσεων από τους Ροχίρριμ, ο Μαγο-βασιλιάς εγκατέλειψε τη μάχη με τον Γκάνταλφ. Στη συνέχεια, ο Γκάνταλφ έσωσε τον Φάραμιρ από τον πατέρα του ο οποίος σκόπευε να τον κάψει μαζί με τον εαυτό του.

Ο Άραγκορν και ο Γκάνταλφ σε μία προσπάθεια αντιπερισπασμού με σκοπό να αποσπάσουν την προσοχή του Σάουρον από τον Φρόντο, ηγήθηκαν της επίθεσης στη Μάυρη Πύλη της Μόρντορ.  Πριν από τη μάχη, ο Γκάνταλφ μαζί με τους άλλους ηγέτες της Δύσης συνάντησε το Στόμα του Σάουρον, που τους έδειξε το μίθριλ του Φρόντο και άλλα αντικείμενα των χόμπιτ. Αλλά ο Γκάνταλφ απέρριψε τους όρους της Μόρντορ και οι δυνάμεις της Δύσης πολέμησαν το στρατό της Μόρντορ μέχρι το Δαχτυλίδι να καταστραφεί στο Βουνο του Χαμού. Ο Γκάνταλφ μαζί με τους Μεγάλους Αετούς έσωσε τον Φρόντο και τον Σαμ από τη λάβα.

Μετά τον πόλεμο, ο Γκάνταλφ έστεψε βασιλιά της Γκόντορ τον Άραγκορν και τον βοήθησε να αναγεννήσει το Λευκό Δέντρο της Γκόντορ. Συνόδευσε τα χόμπιτ πίσω στο Σάιρ. Δύο χρόνια αργότερα, ο Γκάνταλφ αναχώρησε με τον Φρόντο, τον Μπίλμπο, την Γκαλάντριελ, και τον Έλροντ για την Αθάνατη Γη. Τότε μαθεύτηκε ότι είχε στην κατοχή του το ένα από τα τρία δαχτυλίδια των Ξωτικών.

Υποδοχή και φήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ηθοποιός Ίαν ΜακΚέλεν έλαβε ευρεία αναγνώριση για την ερμηνεία του ως Γκάνταλφ στην τριλογία του Πήτερ Τζάκσον "Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών" για την οποία έλαβε διάφορα βραβεία καθώς και υποψηφιότητα για Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου, για την ταινία Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού. Επιπλέον, το περιοδικό Empire τοποθέτησε το ρόλο του Γκάνταλφ ως τον 28ο καλύτερο κινηματογραφικό ρόλο όλων των εποχών.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Olórin I was in my youth in the West that is forgotten", The Two Towers, "The Window on the West", page 353.
  2. The Silmarillion, pp. 30–31.
  3. Unfinished Tales, Part Four, "The Istari", p. 393.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 The Return of the King, Appendix B.
  5. The Fellowship of the Ring, "The Council of Elrond".
  6. In Letters, #156, pp 202–3, Tolkien clearly implies that the 'Authority' that sent Gandalf back was above the Valar (who are bound by Arda's space and time, while Gandalf went beyond time).
  7. «The 100 Greatest Movies of All Time: 28. Gandalf». Empire. http://www.empireonline.com/100-greatest-movie-characters/default.asp?c=28. Ανακτήθηκε στις 4 December 2010. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα