Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ
Erasmus Quellinus - Het Gulden Cabinet.png
Γέννηση
Αμβέρσα
Θάνατος
Αμβέρσα
Υπηκοότητα Νότιες Κάτω Χώρες
Ιδιότητα ζωγράφος
Τέκνα Jan-Erasmus Quellinus
Γονείς Erasmus Quellinus I
Καλλιτεχνικά ρεύματα Φλαμανδική ζωγραφική μπαρόκ
Commons page Wikimedia Commons
Αδέλφια Artus Quellinus και Hubertus Quellinus
Αρτεμισία

Ο Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ ή Εράσμους Κουελλίνους ο νεότερος (φλαμανδικά: Erasmus Quellinus II, 1607–1678) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος, χαράκτης, σχεδιαστής και σχεδιαστής ταπισερί, ο οποίος δημιούργησε έργα διαφόρων μορφών, όπως ιστορικούς πίνακες, πορτρέτα, σκηνές μαχών και σκηνές με ζώα. Διετέλεσε μαθητής του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς και υπήρξε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του κατά τη δεκαετία του 1630. Ύστερα από τον θάνατο του Ρούμπενς το 1640 έγινε ένας από τους παραγωγικότερους και επιτυχημένους ζωγράφους της Φλάνδρας.[1]

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εράσμους Κουελλίνους γεννήθηκε στην Αμβέρσα, γιος του Εράσμους Κουελλίνους του πρεσβύτερου και της Ελίζαμπετ φαν Ούντεν.[2] Η οικογένεια Κουελλίνους ήταν μια από τις ηγετικές καλλιτεχνικές οικογένειες στην Αμβέρσα, καθώς τα μέλη της ήταν επιφανείς γλύπτες, ζωγράφοι και χαράκτες, οι οποίοι σταδιοδρόμησαν τόσο στη Φλάνδρα όσο και στο εξωτερικό. Ο Εράσμους Κουελλίνους ο πρεσβύτερος ήταν γλύπτης που μετοίκησε από το Σιντ-Τράουντεν (Sint-Truiden) στην Αμβέρσα. Οι αδελφοί του Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ ήταν και οι δύο καλλιτέχνες: Ο Άρτους Κουελλίνους (1609-1668) ήταν κορυφαίος γλύπτης της τεχνοτροπίας μπαρόκ και ο Χουμπέρτους Κουελλίνους (1619-1687) ήταν χαράκτης.

Έρως κοιμώμενος

Ο Κουελλίνους έγινε μαθητής του Γιαν-Μπάπτιστ Φερχέγκε (Jan-Baptist Verhaeghe), ενός αφανούς καλλιτέχνη, το 1663. Έγινε Δάσκαλος στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά της Αμβέρσας το 1633-1634.[1] Κατά τη δεκαετία του 1630, ο καλλιτέχνης εργαζόταν και πιθανόν να σπούδαζε στο εργαστήριο του Ρούμπενς και συνεργαζόταν τακτικά σε έργα που αναλάμβανε ο Ρούμπενς.[3] Το 1634 ο Εράσμους νυμφεύτηκε την Καταρίνα ντε Χέμελερ (Catharina de Hemelaer), ανεψιά του Γιαν ντε Χέμελερ, διακόνου στον Καθεδρικό Ναό της Αμβέρσας. Ο γιος τους, Γιαν-Εράσμους Κουελλίνους ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του και έγινε ζωγράφος.[2]

Από τις σημειώσεις του Γιαν-Εράσμους στο περιθώριο του αντιτύπου του βιβλίου Het Gulden Cabinet του Κορνέλις ντε Μπι που κατείχε, είναι γνωστό ότι ο Εράσμους ΙΙ έλαβε πτυχίο φιλοσοφίας. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι συνέγραψε μια φιλοσοφική πραγματεία, με τον τίτλο Philosophia,, η οποία καταγράφεται στην απογραφή της περιουσίας του του 1679.[4]

Από το 1635 και ύστερα ο Κουελλίνους έγινε τακτικός συνεργάτης του Ρούμπενς. Αρχικά εργάστηκε στις διακοσμήσεις για τη θριαμβευτική είσοδο στην Αμβέρσα του νέου κυβερνήτη των Αψβουργικών Κάτω Χωρών Καρδιναλίου - Ινφάντη Φερδινάνδου. Επικεφαλής του όλου προγράμματος ήταν ο Ρούμπενς. Ο Κουελλίνους φιλοτέχνησε διακοσμητικούς πίνακες σε σχέδια του Ρούμπενς, έξι από τους οποίους έχουν διασωθεί. Κατά την περίοδο 1636 - 1638 το εργαστήριο του Ρούμπενς έλαβε μια μεγάλη παραγγελία για τη διακόσμηση του κυνηγετικού περιπτέρου Torre de la Parada, κοντά στη Μαδρίτη, με μυθολογικές σκηνές, που ανήκε στον Ισπανό Βασιλέα Φίλιππο Δ΄ της Ισπανίας. Για το έργο αυτό ο Κουελλίνους ζωγράφισε ελαιογραφίες με βάση σχεδιάσματα του Ρούμπενς, μερικοί από τους οποίους έχουν διασωθεί και εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο Πράδο της Μαδρίτης.[1] Στις αρχές του 1637 ο Κουελλίνους ζωγράφισε τις προμετωπίδες (εικόνες της αρχής) για τον εκδοτικό οίκο Plantin Press της Αμβέρσας, σύμφωνα με τις οδηγίες του Ρούμπενς σχετικά με την εικονογραφία και τη διάταξή τους. Οι εικόνες αυτές έγιναν με το ύφος του Κουελλίνους, καθώς ο Ρούμπενς του άφησε ελευθερία στη σχεδίασή τους.[3]

Η Γέννηση της Παρθένου

Ο αδελφός του Άρτους Κουελλίνους Ι επέστρεψε από τη Ρώμη περί το 1640. Ο Άρτους είχε υιοθετήσει το κλασικιστικό ύφος του μπαρόκ, επηρεασμένος από τον συμπατριώτη του γλύπτη Φρανσουά Ντυκενουά (François Duquesnoy), στου οποίου το εργαστήριο εργαζόταν στη Ρώμη. Το ύφος αυτό είχε, με τη σειρά του, επηρεαστεί από τον κλασικισμό του Αννίμπαλε Καρράτσι. Τα δύο αδέλφια στη συνέχεια εργάστηκαν μαζί από τότε σε ποικίλα προγράμματα και επηρέασαν ο ένας τον άλλο.

Μετά τον θάνατο του Ρούμπενς το 1640 ο Εράσμους Κουελλίνους έγινε ένας από τους κορυφαίους ζωγράφους ιστορικών θεμάτων στη Φλάνδρα. Έλαβε πολλές παραγγελίες για εικόνες Αγίας Τράπεζας από ολόκληρη την περιοχή. Το 1648 του ανατέθηκε η δημιουργία διακοσμήσεων για τη θριαμβευτική είσοδο στην Αμβέρσα του Αρχιδούκα Λέοπολντ - Βίλχελμ, διαδραματίζοντας έτσι τον ίδιο ρόλο που είχε παίξει ο Ρούμπενς πριν από 13 χρόνια για τη θριαμβευτική είσοδο του Φερδινάνδου. Έκανε, επίσης, τις διακοσμήσεις για την ανακοίνωση για τη Συνθήκη της Βεστφαλίας κατά το ίδιο έτος.

Περί το 1656 ο Εράσμους εργαζόταν στο Άμστερνταμ, όπου ο αδελφός του, Άρτους, ήταν ο υπεύθυνος για τις διακοσμήσεις του νέου Δημαρχείου. Ο Εράσμους βοήθησε σε αυτό το πρόγραμμα και τα αδέλφια συνεργάστηκαν, επίσης, και σε άλλες παραγγελίες.[1] Ο Εράσμους ζωγράφισε εικόνες για Αγία Τράπεζα για τις μυστικές καθολικές εκκλησίες του Άμστερνταμ.[5]

Η πρώτη του σύζυγος απεβίωσε το 1662. Στις 9 Νοεμβρίου 1663 ο Εράσμους νυμφεύτηκε την Φρανσουάζ ντε Φρεν, η οποία ήταν θυγατέρα του ευκατάστατου Αντρέ ντε Φρεν, γραμματέα του Συμβουλίου της Βραβάντης, και αδελφή της Ιζαμπέλλα ντε Φρεν, η οποία ήταν παντρεμένη με τον Αυλικό ζωγράφο Ντάβιντ Τένιερς τον νεότερο.[2][4] Το 1665 ο Εράσμους σχεδίασε το κενοτάφιο του αποβιώσαντος Φιλίππου Δ΄ της Ισπανίας και έκανε τις διακοσμήσεις για τη θριαμβευτική είσοδο του Δον Φρανθίθκο ντε Μούρα ως Κυβερνήτη των Αψβουργικών Κάτω Χωρών.[4]

Ο Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ απεβίωσε στην Αμβέρσα στις 7 Νοεμβρίου 1678.

Ανάμεσα στος μαθητές του συγκαταλέγονται ο γιος του Γιαν Εράσμους Κουελλίνους, ο Γκιλιάμ Φορχόντ (Guilliam Forchondt (II)), ο Γιούλιους ντε Χέιστ, ο Βίλλεμ ντε Ράικ, ο Αντόνι Σχοονγιανς, ο Βαλλεράν Βεγιάν και ο Ρεμάκλ Σερίν.[2][4]

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αχιλλέας με τις θυγατέρες του Λυκομήδη

Ο Εράσμους Κουελλίνους ΙΙ ήταν ιδιαίτερα ευέλικτος καλλιτέχνης, που εργάστηκε σε πολλά είδη ζωγραφικής. Έλαβε πολυάριθμες παραγγελίες για εικόνες Αγίας Τράπεζας που απεικόνιζαν θέματα της Αντιμεταρρύθμισης για εκκλησίες και μονές ολόκληρης της Φλάνδρας. Έλαβε, επίσης, πολλές κοσμικές παραγγελίες, οι οποίες του επέτρεψαν να επιδείξει τις γνώσεις του για την απεικόνιση σκηνών της αρχαίας ιστορίας και μυθολογίας, καθώς και αλληγορικές συνθέσεις.[4] Επιπλέον, φιλοτέχνησε πορτρέτα, σκηνές μάχης και σχεδίασε εικόνες για ταπισερί.[2] Όπως ο Ρούμπενς, ο Κουελλίνους ήταν pictor doctus, με ισχυρό γνωστικό υπόβαθρο της αρχαίας ιστορίας και φιλοσοφίας. Διέθετε μεγάλη βιβλιοθήκη και συλλογή έργων τέχνης. Οι γνώσεις του ανακλώνται στη θεματολογία των έργων του.[1]

Παρά το ότι κατά τη δεκαετία του 1630 ήταν τακτικός συνεργάτης του εργαστηρίου του Ρούμπενς, ο Κουελλίνους ανέπτυξε το δικό του, προσωπικό ύφος, διακριτό από αυτό του Ρούμπενς. Το ύφος του υπενθυμίζει τους οπαδούς του Καραβάτζιο στην Αμβέρσα, όπως οι Τέοντοορ Ρομπάουτς και Χέραρντ Σέγκερς. Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους είναι η έντονη απεικόνιση των μορφών που επιτυγχάνεται με "γλυπτική" χρήση του φωτός. Το παλαιότερο έργο του Κουελλίνους είναι Η προσκύνηση των ποιμένων (σήμερα στην Alte Pinakothek, Μόναχο), που έχει αυτό το ύφος του Καραβάτζιο.[4]

Πορτρέτο αγοριού

Από τη δεκαετία του 1640 το ύφος του έγινε πιο κλασικιστικό και απέκτησε "γλυπτική" όψη. Ο Εράσμους δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ιταλία, άρα η υφολογική του εξέλιξη επηρεάστηκε από το έργο του αδελφού του, Άρτους, που εισήγαγε το δικό του ύφος, του κλασικισμού στο μπαρόκ στη Φλαμανδική γλυπτική, όταν επέστρεψε από τη Ρώμη το 1640. Και οι δύο αδελφοί απεικόνιζαν παρόμοιες, ιδεώδεις αρχαίες μορφές στο έργο τους εκείνης της περιόδου. Το έργο του Λατρεία της Αγίας Ευχαριστίας του 1646 είναι ζωγραφισμένο σε αυτό το ύφος.

Από το 1650, περίπου, αυτός ο κλασικισμός στο έργο του γίνεται κάπως άκαμπτος και οι συνθέσεις του εκείνης της περιόδου κάνουν χρήση περιορισμένου αριθμού στερεοτυπικών και ιδεωδών μορφών. Αυτή η υφολογική εξέλιξη είναι εμφανής στις εσωτερικές διακοσμήσεις που φιλοτέχνησε για το νέο Δημαρχείο του Άμστερνταμ, σε συνεργασία με τον αδελφό του Άρτους. Οι αδελφοί πέτυχαν μια υφολογική συμφωνία στην παραγγελία αυτή: Η κρίση του Σολομώντα, γλυπτό που ο Άρτους δημιούργησε για την Αίθουσα Συμβουλίου, επαναλαμβάνεται σε πίνακα του Εράσμους. Αυτή η εξέλιξη προς την κλασικιστική ακαμψία πιθανόν να ανακλά την επιρροή της γαλλικής τέχνης, με την προτίμησή της στον κλασικισμό.

Το έργο του Εράσμους απέκτησε, επίσης, και θεατρικότητα, όπως διακρίνει κανείς στο έργο του Αρτεμισία του 1652 (σήμερα στο "Hunterian Museum and Art Gallery" του πανεπιστημίου της Γλασκώβης). Ο πίνακας έχει θεατρικό παρασκήνιο που θυμίζει πάρκο. Η τάση αυτή γίνεται ακόμη περισσότερο εμφανής κατά τη δεκαετία του 1660, όταν οι πίνακές του άρχισαν να περιλαμβάνουν μεγαλειώδη σκηνικά με απαστράπτουσα αρχιτεκτονική. Αυτό είναι εμφανές στον πίνακα Άφετε τα παιδία ελθείν προς με του 1664 (σήμερα στα Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών του Βελγίου). Οι όψιμες αυτές συνθέσεις πιθανόν καταδεικνύουν την επίδραση των πρώιμων έργων του γιού του, Γιαν-Εράσμους Κουελλίνους.

Συνεργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως συνηθιζόταν στην Αμβέρσα εκείνη την εποχή, ο Κουελλίνους συνεργάστηκε με άλλους ζωγράφους. Εργάστηκε με ειδικευμένους σε νεκρές φύσεις ζωγράφους και πορτρετίστες. Πολλές από τις νεκρές φύσεις εμπίπτουν στην κατηγορία των πινάκων με γιρλάντες, ειδική κατηγορία νεκρής φύσης που επινοήθηκε στην Αμβέρσα και της οποίας πρώτος επινοητής υπήρξε ο Γιαν Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος. Στους πίνακες αυτούς τυπικά απεικονίζεται μια γιρλάντα που περιβάλλει μιαν αναθηματική εικόνα ή ένα πορτρέτο. Οι πίνακες αυτοί συνήθως ήταν προϊόντα συνεργασίας μεταξύ ζωγράφου νεκρών φύσεων και ζωγράφου μορφών.[6] Ο Κουελλίνους συνεργάστηκε σε παρόμοιους πίνακες με ειδικούς σε νεκρές φύσεις, όπως ο γαμπρός του Γιαν Φίλιπ φαν Τίλεν και οι Ντάνιελ Σέγκερς, Γιαν Πίτερ Μπρίγκελ, Φρανς Άικενς, Πίτερ Βίλλεμπεϊκ και Γιαν Άντον φαν ντερ Μπάρεν. Οι καλλιτέχνες αυτοί ζωγράφισαν τις γιρλάντες και ο Κουελλίνους τις μορφές και τα αρχιτεκτονήματα. Παράδειγμα τέτοιου πίνακα αποτελεί Η Αγία Οικογένεια σε στέφανο ανθέων (σήμερα στο Μουσείο Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη), προϊόν συνεργασίας με τον Φρανς Άικενς. Επιπλέον, ο Κουελλίνους συνεργάστηκε με τον ζωγράφο ζώων και νεκρών φύσεων Γιαν Φάιτ σε πορτρέτα, όπως το Πορτρέτο αγοριού (Βασιλικό Μουσείο Καλών Τεχνών Αμβέρσας), γύρω στα 1650. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον ζωγράφο ζώων Πίτερ Μπουλ και τον ρωπογράφο Γιαν φαν Κέσσελ τον πρεσβύτερο.[7]

Η Αγία Οικογένεια σε στέφανο ανθέων

Σχέδια για ταπισερί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κουελλίνους δημιούργησε πολλά σχέδια για ταπισερί. Το 1649 φιλοτέχνησε τα σχέδια για μια σειρά ταπισερί τιτλοφορούμενη Η ιστορία της οικογένειας Τουρν και Τάξις (σήμερα στα Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών των Βρυξελλών), σχέδια σε κλασικιστικό ύφος.[4] Έφτιαξε, επίσης, μια σειρά οκτώ σκίτσων με εικόνες μάχης για μια άλλη σειρά ταπισερί (και αυτή στο ίδιο Μουσείο).[8]

Σχδιάσματα γραφικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα από τις προμετωπίδες που έφτιαξε για την "Plantin Press", έφτιαξε σχέδια για ποικίλες εκδόσεις εκδοτών της Αμβέρσας. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα σχέδιά του για την ολλανδική έκδοση των "Μεταμορφώσεων" του Οβιδίου Den methamorphosis ofte Herscheppinge van P. Ovidivs Naso: verdeelt in XV boecken, versiert met figueren, που μετέφρασε ο Σέχερ φαν Ντορτ (Seger van Dort). Για το βιβλίο αυτόμ που εξέδωσε ο Χέιρερτ φαν Βολσχάτεν (Geeraerdt van Wolsschaten) στην Αμβέρσα το 1650, ο Κουελλίνους έφτιαξε τα σχέδια των εικονογραφήσεων, που εγχάραξε ο Πίτερ ντε Γιόντε ΙΙ. Στην εισαγωγή του βιβλίου περιλήφθηκε, επίσης, ένα ποίημα του Κουελλίνους.[9]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]