Γαλατική γλώσσα της Μικράς Ασίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η γαλατική είναι εξαφανισμένη Κελτική γλώσσα η οποία ομιλούταν από τους Γαλάτες της Μικράς Ασίας στη Γαλατία, στην κεντρική Μικρά Ασία (μέρος της σύγχρονης Τουρκίας) από τον 3ο αιώνα π.Χ. μέχρι τουλάχιστον τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ορισμένες πηγές υποδηλώνουν ότι ομιλούνταν ακόμα κατά τον 6ο αιώνα.[1] Ήταν σύγχρονη και πιθανώς στενά σχετιζόμενη με την γαλατική γλώσσα της Ηπειρωτικής Ευρώπης.[2][3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάδειξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γαλατική γλώσσα, με βάση ονομαστικά αποδεικτικά στοιχεία (καθώς δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί κείμενα γραμμένα στα γαλατικά), φαίνεται να μοιάζει πολύ με τα γαλατικά της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης.[1] Η γλώσσα εισήχθη στην μικρά Ασία τον 3ο αιώνα π.Χ., όταν οι κελτικές φυλές (κυρίως οι Τεκτόσαγες, Τρόκμοι, και Τολιστοβόγιοι) μετανάστευσαν προς τα νότια από τα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Στράβωνα, οι Τεκτόσαγες της Μικράς Ασίας σχετίζονταν με τους Βόλκες Τεκτόσαγες της Γαλατίας. Η μητρική φυλή και των δύο κλάδων, οι Βόλκες, αρχικά ζούσαν στην Κεντρική Ευρώπη.

Σύγχρονες ρωμαϊκές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποια στιγμή στο 48-55 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος έγραψε την Επιστολή προς τους Γαλάτες στα Ελληνικά, το μέσο επικοινωνίας στα ανατολικά τμήματα του Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι Γαλάτες της Μικράς Ασίας εκείνη την εποχή ήταν ήδη δίγλωσσοι στα ελληνικά, όπως αναφέρει αργότερα ο Άγιος Ιερώνυμος. Ωστόσο, οι μελετητές διίστανται ως προς το αν ο Παύλος έγραφε στους Έλληνες Γαλάτες ή στους εξελληνισμένους απογόνους των κέλτων Γαλατών.[4][5]

Ο Λουκιανός της Σαμοσάτας κατέγραψε γύρω στο 180 μ.Χ. ότι ο προφήτης Αλέξανδρος Αβωνοτειχίτης ήταν σε θέση να βρει κελτόφωνους διερμηνείς για τους χρησμούς του στην Παφλαγονία (αμέσως βορειοανατολικά της Γαλατίας).[6][7]

Ο γιατρός Γαληνός της Περγάμου στα τέλη του 2ου αιώνα μ.χ. παραπονέθηκε ότι η καθομιλουμένη ελληνική της εποχής του είχε διαφθαρεί από δανεισμό ξένων λέξεων από γλώσσες όπως τα γαλατικά.[8][9]

Τον 4ο αιώνα ο Άγιος Ιερώνυμος (Ιερώνυμος) έγραψε σε ένα σχόλιο για την Επιστολή προς τους Γαλάτες ότι "εκτός από την ελληνική γλώσσα, η οποία ομιλείται σε όλη την Μικρά Ασία, οι Γαλάτες έχουν τη δική τους γλώσσα, σχεδόν την ίδια με τους Τρέβερι". Η πρωτεύουσα του Τρεβέρι ήταν το Τριρ, όπου ο Ιερώνυμος έζησε για ένα μικρό διάστημα μετά από μια παραμονή για σπουδές στη Ρώμη.[10][11]

Επιβίωση στην πρώιμη μεσαιωνική περίοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον 6ο αιώνα μ. Χ., ο Κύριλλος της Σκυθόπολης υποστηρίζει[12] ότι η γλώσσα εξακολουθούσε να μιλιέται την ίδια του την εποχή, όταν συσχετίζει μια ιστορία όπου ένας μοναχός από τη Γαλατία είχε προσωρινά κυριευτεί από τονΣατανά και ήταν ανίκανος να μιλήσει. Όταν ξέφυγε από αυτή την "κυρίευση" μπορούσε να απαντήσει στην ερώτηση των άλλων μόνο στη μητρική του Γαλατική γλώσσα.[9]

Λεξιλόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη γλώσσα σώζονται μόνο λίγες λέξεις και σύντομα σχόλια σε κλασικούς συγγραφείς και διάσπαρτα ονόματα σε επιγραφές. Συνολικά έχουν διασωθεί περίπου 120 λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των τοπωνυμίων και προσωπικών ονομάτων. Οι διάσπαρτοι όροι λεξιλογίου που αναφέρονται από Έλληνες συγγραφείς περιλαμβάνουν τους αδάρκα (είδος φυτού), άδες (πόδι), βαρδοί (ποιητές που τραγουδούν, βάρδοι), μάρκα (άλογο) και τριμαρκισία (ομάδα μάχης τριών αλόγων).[9][13]

Κοινά ουσιαστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόνο τρία κοινά ουσιαστικά βεβαιώνονται σίγουρα, και μόνο δύο από αυτά Κελτικής προέλευσης. Όλα αναφέρονται σε ελληνικές πηγές και κλίνονται σαν Ελληνικά.[1]

  • τασκός, "ασβός"
  • δρουγγός, "ρύγχος, μύτη"
  • ὗς, "πουρνάρι"

Τα ονόματα τασκός και δρουγγός αναφέρονται στον Επιφάνιο Κωνσταντίας στο Παναρίωνα σε μια προσπάθεια να διασαφηνίσει το όνομα της γνωστικής αίρεσης του Τασκοδρουγκίτες. Αν και γράφει τη σωστή σημασία της λέξης δρουγγός, ονομάζει το τασκός σαν "μανταλάκι". Είναι σχεδόν βέβαιο ότι σημαίνει "ασβός".[14] Η λέξη ὖς δεν είναι Κελτικής προέλευσης, αλλά προέρχεται από άλλη γλώσσα.[1]

Προσωπικά ονόματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πιστοποιημένα γαλατικά ονόματα είναι παρόμοια με αυτά που βρίσκονται αλλού στον αρχαίο Κελτικό κόσμο. Πολλά είναι σύνθετα ονόματα που περιέχουν κοινές κελτικές ρίζες όπως οι *brog- (= "χώρα, έδαφος, σύγκρινε τον όρο με τον παλαιοϊρλανδικό mruig, ουαλικό και βρετονικό bro. Συγγενεύει με τον Λατινικό και Γοτθικό όρο μάργκο και μάρκα, αντίστοιχα), *epo- = "άλογο" (παλαιοϊρλανδικό ech, ουαλικό eb- [στο ebol "πόνυ" και την σύνθετη λέξη ebrwydd "ταχεία"]), *māro- (παράβαλε το κεντροευρωπαϊκό γαλατικό - māros, το παλαιοϊρλανδικό mór, το ουαλικό mawr και το βρετονικό meur) "μεγάλος", και *rig(o)-, "βασιλιάς" (παράβαλε με το γαλατικό - rīx / - reix, ιρλανδικό rí, ελληνικό rhi, συγγενές με το γοτθικό - reiks, Λατινικό rēx). Μερικά γαλατικά ονόματα είναι τα παρακάτω:[9]

  • Ἀδιατόριξ
  • Βιτόριξ
  • Βρογιμάρος
  • Κάμμα
  • Δομνείων
  • Ἐπόνη
  • Ολόριξ
  • Σμερτομάρα
  • Τεκτομάρος

Τα φυλετικά ονόματα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα Αμπιτούτι (παλαιοϊρλανδικό imm-, ουαλικό am "γύρω", παλαιοϊρλανδικό tuath, ουαλικό tut, "φυλή"), το Ριγόσαγες ("αυτοί που ψάχνουν τον βασιλιά", παράβαλε με το ιρλανδικό saigid "πηγαίνω προς κάποια κατεύθυνση, ψάχνω", το ουαλικό haedu, ρηματικό πρόθεμα -ha "ψάχνω"), και Τεκτόσαγες (παράβαλε με τους Βόλκες Τεκτόσαγες που αναφέρονται πιο πάνω, μια γαλατική φυλή, που το όνομα σημαίνει "Αυτοί που περιπλανώνται με τα ταξίδια", παλαιοϊρλανδικό techt, "πηγαίνοντας, επεξεργάζοντας", ουαλικό taith, "ταξίδι").

Στα βεβαιωμένα θεϊκά ονόματα περιλαμβάνονται τα Βουσσουρίγιος και Σουωλιβρογηνός, τα οποία σχετίζονται με τον Ελληνικό βασιλιάς των θεών Δία, και το Ούινδιεινος, ίσως ο κηδεμόνας Θεός της τολιστοβογιανής πόλης Ούινδιας.

Τοπωνύμια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα βεβαιωμένα τοπωνύμια περιλαμβάνουν τα Ακιτοριγιάκο ("[οικισμός του] Ακιτόριγγος"; συγκρίνετε το Ακιτόδουνο στη Γαλατία), Αρτικνιακόν, "[οικισμός του] Αρτικνού"["γιου της Αρκούδας"]), Δρυνέμετον (προέρχεται από την πρωτοκελτική λέξη *dru- "βελανιδιά" και, κατ' επέκταση, "μεγάλος", παράβαλε τον παλαιοϊρλανδικό όρο druí, την ουαλική λέξη dryw [< * dru-wid-s], "σοφός άνθρωπος "[κυριολεκτικά "πολύ σοφός"], το παλαιοϊρλανδικό neimed, το ουαλικό nyfed "ιερός τόπος, [ιερό] άλσος"), ο τόπος συνάντησης των Γαλατών τετραρχών και δικαστών, αλλά και το Ούινδια (Ούινδια = δίκαιο/λευκό/ιερό μέρος, παλαιοϊρλανδικό finn, ουαλικό gwyn [αρσενικό γένος], gwen [θηλυκό γένος], "δίκαιο, λευκό, ιερό").

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Eska 2006, σελ. 788.
  2. Freeman 2001, σελ. 3.
  3. Eska 2013, σελ. 53.
  4. The Catholic Study Bible (2nd edition, 2011, Oxford), p. 1643.
  5. The New Interpreter's Study Bible (2003, Abingdon Press), p. 2079.
  6. Lucian, Alexander, 51: "He [Alexander] often gave oracles to barbarians if anyone asked a question in his [the questioner's] native tongue, whether Syrian or Celtic, as he [Alexander] easily found strangers in the city of the same origin as the questioners."
  7. Freeman 2001, σελ. 10.
  8. Galen, De Differentia Pulsum, 8.585: "three words from Cilicia, four from Syria, five from Galatia, and six from Athens".
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 Freeman 2001.
  10. St. Jerome [Hieronymus], Comentarii in Epistolam ad Galatos, II:3: "Galatas excepto sermone Graeco, quo omnis oriens loquitur propriam linguam eamdem pene habere quam Treviros."
  11. Freeman 2001, σελ. 11.
  12. Cyril of Scythopolis, Vita S. Euthymii, 55.
  13. Delamarre 2003.
  14. Joshua T. Katz (1998), «Hittite tašku- and the Indo-European Word for 'Badger'», Historische Sprachforschung 111 (1): 61–82 .