Βαρτσίχε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°8′59″N 42°43′9″E / 42.14972°N 42.71917°E / 42.14972; 42.71917

Βαρτσίχε
Vartsikhe Church.jpg
Μία εκκλησία του 17ου αιώνα στο Βαρτσίχε
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Βαρτσίχε
42°8′38″N 42°43′4″E
ΧώραΓεωργία
Διοικητική υπαγωγήΔήμος του Μπαγκντατί
Ίδρυση4ος - 6ος αιώνας
Υψόμετρο80 μ.
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Βαρτσίχε ( γεωργιανά: ვარციხე) είναι ένας οικισμός στο Δήμο του Μπαγκντατί, στο μχάρε Ιμερέτι της Γεωργίας. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της χώρας, στα Πεδινά του Ιμερέτι, στη συμβολή των ποταμών Ριόνι και Κχανιτσκάλι, περίπου 17 χλμ. βορειοδυτικά της πόλης Μπαγκντατί. Ο πληθυσμός του κατά την απογραφή του 2014 ήταν 1.559 κάτοικοι.

Το Βαρτσίχε κατά την Ύστερη Αρχαιότητα ήταν η Ροδόπολις των Ανατολικών Ρωμαίων συγγραφέων. Η Ροδόπολις ήταν μια από τις πόλεις-κλειδιά στη Λαζική, που κατά τον 6ο αιώνα έγινε αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της Αυτοκρατορίας των Σαασανιδών. Από τα τέλη του 15ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, στο Βαρτσίχε λειτούργησε ένα από τα κάστρα των βασιλέων του Ιμερέτι.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ροδόπολις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως υποδεικνύουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, στο Βαρτσίχε υπήρχε ένας οχυρωμένος οικισμός, που χρονολογείται του 4ου αιώνα. Το Γεωργιανό όνομα του χωριού, που κυριολεκτικά σημαίνει «φρούριο του τριαντάφυλλου», συνδέεται με την ελληνική ονομασία Ροδόπολις που σημαίνει «πόλη του τριαντάφυλλου», και αναφέρθηκε από τους Ανατολικούς Ρωμαίους συγγραφείς του 6ου αιώνα, όπως από τον Προκόπιο και τον Αγαθία.[1]

Η Ροδόπολις βρισκόταν σε μία εύφορη και οικονομικά προνομιούχα περιοχή της Λαζικής, στο δρόμο προς τον ανατολικό γείτονά της, την Ιβηρία, εντούτοις είχε στρατηγικό μειονέκτημα λόγω της θέσης της σε μια ανοιχτή πεδιάδα.[1] Κατά συνέπεια, οι Λαζοί, φοβούμενοι μία εισβολή από τις Περσικές δυνάμεις των Σασσανιδών, θεώρησαν το φρούριο της Ροδόπολις ως αναποτελεσματικό και το κατέστρεψαν κατά τη δεκαετία του 530.[1] Κατά τη διάρκεια του πολέμου της Λαζικής (541-562), ο Πέρσης διοικητής Μερμερόης κατέλαβε την πόλη και άφησε μια φρουρά σε αυτό. Το 557, ο Ανατολικός Ρωμαίος στρατηγός Ιουστίνος έστειλε μια μονάδα 2.000 ιππέων υπό την διοίκηση του Ούννου Ελμινζούρ, οι οποίοι μπήκαν στη Ροδόπολη την ώρα που η Περσική φρουρά και οι ντόπιοι βρίσκονταν έξω από τα τείχη της πόλης. Τα Περσικά στρατεύματα της γειτονιάς εντοπίστηκαν και εξολοθρεύτηκαν, ενώ στον τοπικό πληθυσμό έδειξαν έλεος, αλλά με την υποχρέωση να παραδώσουν ομήρους και να επιδείξουν την αφοσίωσή τους.[1]

Υπό τη Βυζαντινή ηγεμονία, η Ροδόπολις ήταν μία επισκοπή υπό την μητρόπολη της Φάσις. Εξαφανίστηκε από το Κωνσταντινουπολίτικο Notitiae Episcopatuum στις αρχές του 8ου αιώνα, περίπου ταυτόχρονα με τη μητρόπολη της Φάσις, λόγω της εισβολής των Αράβων στην περιοχή.[2][3] Μια Ελληνική σφραγίδα που έφερε το όνομα Ιωάννης, Επίσκοπος της Ροδόπολης, μπορεί να σημαίνει μια βραχύβια αναβίωση της επισκοπής κατά τον 11ο αιώνα.[3] Η Ροδόπολις παραμένει το όνομα μίας ονομαστικής επισκοπικής έδρας του Ορθόδοξου Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως[2] και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η περιοχή του σημερινού Βαρτσίχε εμπίπτει στην κανονική επικράτεια της Επαρχίας των Βανί και Μπαγκντατί της Γεωργιανής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τον 17ο αιώνα υπάρχουν ελάχιστες ιστορικές μαρτυρίες για το Βαρτσίχε. Μετά, ο οικισμός αναδύθηκε εκ νέου ως ένα κάστρο που ανήκε στους βασιλιάδες του Ιμερέτι, οι οποίοι διατηρούσαν μια θερινή κατοικία εκεί και πήγαιναν για κυνήγι στο γειτονικό δάσος Αϊαμέτι. Ανακαινίστηκε από τον Αλέξανδρο Ε' του Ιμερέτι (1720-1752). Το 1771 το κάστρο υπέστη σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια των Ρωσο- Ιμερετικών επιχειρήσεων υπό την ηγεσία του Κόμη Τοτλεμπέν κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[4] Το 1809, καθώς σιγόβραζε μια σύγκρουση μεταξύ της Ρωσίας και του Ιμερέτι, ο Βασιλιάς Σολομών Β' έφυγε από την πρωτεύουσα, το Κουτάισι, και οχυρώθηκε στο Βαρτσίχε. Στον επακόλουθο πόλεμο, το κάστρο καταλήφθηκε από τα Ρωσικά στρατεύματα την 6η Μαρτίου 1810.[5] Τελικά, αργότερα το ίδιο έτος, το Ιμερέτι προσαρτήθηκε στη Ρωσία και το κάστρο του Βαρτσίχε, ήδη κατεστραμμένο από τις μάχες, έπεσε σε αχρηστία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1900, οι Ανανώφ, μια οικογένεια επιχειρηματιών από το Κουτάισι, οι οποίοι κατείχαν ένα κτήμα στο Βαρτσίχε, έχτισαν ένα οινοποιείο στο χωριό και εμφιάλωναν ένα τοπικό μπράντυ, το οποίο παράγεται ακόμη. Το αρχοντικό των Ανανώφ, κατασκευής του 1860, στέγασε ένα νηπιαγωγείο κατά τη Σοβιετική περίοδο και στη συνέχεια λειτούργησε ως ξενοδοχείο.[6]

Πολιτιστική Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ερειπωμένο κάστρο του Βαρτσίχε είναι εγγεγραμμένο στον κατάλογο με τα Αμετακίνητα Μνημεία Εθνικής Σημασίας της Γεωργίας. Κατά τη δεκαετία του 1970 έγινε αντικείμενο αρχαιολογικής μελέτης από την ομάδα του Β. Τζαπαρίτζε. Οι υπέργειες οχυρώσεις χρονολογούνται της περιόδου του Βασιλείου του Ιμερέτι, ενώ τα τείχη που χρονολογούνται των 4ο - 6ο αιώνων βρίσκονται θαμμένα στο έδαφος. Στα αρχαιολογικό ευρήματα που έχουν ανασκαφεί στο Βαρτσίχε περιλαμβάνονται κεραμικά, γυάλινα και σιδερένια αντικείμενα. Στα παρακείμενα εδάφη, ιδιαίτερα στο λόφο Τζιορτζομπιάνι, περίπου 200 μ. στα νότια, βρέθηκαν απομεινάρια των οικισμών της Ύστερης Αρχαιότητας.[7][8]

Οι δασώδεις εκτάσεις του Βαρτσίχε είναι μέρη του προστατευόμενου Διαχειριζόμενου Αποθέματος του Αϊαμέτι, που ιδρύθηκε το 1946 για την διατήρηση ορισμένων σπάνιων εναπομείναντων ειδών βελανιδιάς και ζέλκοβα του Ιμερέτι. [9][10]

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εθνική απογραφή του 2014, το Βαρτσίχε είχε πληθυσμό 1.559 κατοίκους, εκ των οποίων οι περισσότεροι (99%) ήταν Γεωργιανοί στην εθνικότητα. [11]

Πληθυσμός Απογραφή 2002 Απογραφή 2014
Σύνολο 1,942 [11] 1,559 Decrease

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Braund, David, 1957- (1994). Georgia in antiquity : a history of Colchis and Transcaucasian Iberia, 550 BC-AD 562. Oxford: Clarendon Press. 29477692. ISBN 0198144733. https://www.worldcat.org/oclc/29477692. 
  2. 2,0 2,1 Kiminas, Demetrius. (2009). The ecumenical patriarchate : a history of its metropolitanates with annotated hierarch catalogs. San Bernadino, CA: Borgo Press. 823253734. ISBN 9781434458766. https://www.worldcat.org/oclc/823253734. 
  3. 3,0 3,1 Dumbarton Oaks,. Oikonomidès, Nicolas,. Catalogue of Byzantine seals at Dumbarton Oaks and in the Fogg Museum of Art. Washington, D.C.. 23464029. ISBN 0884021947. https://www.worldcat.org/oclc/23464029. 
  4. Allen, W. E. D. (1953-1). «Two Georgian maps of the first half of the eighteenth century» (στα αγγλικά). Imago Mundi 10 (1): 99–121. doi:10.1080/03085695308592037. ISSN 0308-5694. https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/03085695308592037. 
  5. Gvosdev, Nikolas K., 1969- (2000). Imperial policies and perspectives towards Georgia, 1760-1819. New York: St. Martin's Press in association with St. Antony's College, Oxford. 42437187. ISBN 0333748433. https://www.worldcat.org/oclc/42437187. 
  6. «მიხრან ანანოვი [Mihran Ananov]». Georgian Winemakers: Biographies and Activities (στα Georgian). National Parliamentary Library of Georgia. Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2016. 
  7. Gamqreliże, Gela.. Bragvaże, Zurab, 1961-. Kʻartʻlis cʻxovrebis topoarkʻeologiuri lekʻsikoni = Topoarchaeological dictionary of Kartlis tskhovreba (The history of Georgia). Tʻbilisi. 862403726. ISBN 9789941158964. https://www.worldcat.org/oclc/862403726. 
  8. Gamqreliże, Gela.. Researches in Iberia-colchology : (history and archaeology of ancient Georgia). Tbilisi. 829645048. ISBN 9789941045653. https://www.worldcat.org/oclc/829645048. 
  9. «Ajameti Managed Reserve». Agency of Protected Areas of Georgia. Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2016. 
  10. «ვარციხე». wikimapia.org (στα Γεωργιανά). Ανακτήθηκε στις 17 Ιουλίου 2019. 
  11. 11,0 11,1 «საქართველოს მოსახლეობის 2002 წლის პირველი ეროვნული საყოველთაო აღწერის შედეგები, ტომი II [Results of the first national census of the population of Georgia in 2002, volume II]» (PDF) (στα Georgian). National Statistics Office of Georgia. 2003. Ανακτήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2016.