Βίλλεμ Κλες Χέντα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βίλλεμ Κλες Χέντα
Still Life with Gilt Goblet 1635 Willem Claesz Heda.jpg
Γέννηση 1594[1][2][3][4][5][6][7][8]
Χάαρλεμ
Θάνατος 1680[9][2][3][4][10][6][7]
Χάαρλεμ
Χώρα πολιτογράφησης Ολλανδική Δημοκρατία
Ιδιότητα ζωγράφος
Τέκνα Χέρρετ Βίλλεμς Χέντα
Είδος τέχνης Νεκρή φύση
Σημαντικά έργα Breakfast Table with Blackberry Pie, Still life with oysters, a rummer, a lemon and a silver bowl και A Dessert
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη
Τραπέζι πρωινού με πίτα από βατόμουρα (1631), Πινακοθήκη των Παλαιών Δασκάλων

Ο Βίλλεμ Κλες Χέντα (ολλανδικά: Willem Claeszoon Heda, 14 Δεκεμρίου 1594 - περ. 1680/82) ήταν Ολλανδός ζωγράφος της Χρυσής Ολλανδικής Εποχής στη ζωγραφική, ο οποίος ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη δημιουργία νεκρών φύσεων. Είναι γνωστός για την ανανέωση της μορφής νεκρής φύσης που επέφερε στη ζωγραφική νεκρών φύσεων που απεικονίζουν γεύματα πρωινού.

Πρώιμος βιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέντα γεννήθηκε στο Χάαρλεμ, γιος του αρχιτέκτονα της πόλης Κλες Πίτερς Χέντα. Η μητέρα του, Άννα Κλεσντ. ήταν επίσης μέλος της οικογένειας Χέντα. Θείος του ήταν ο ζωγράφος Κορνέλις Κλες Χέντα.[11] Ο πρώιμος βίος του δεν είναι γνωστός, καθώς όλα τα έγγραφα που ίσως αναφέρονταν σε αυτήν δεν έχουν διασωθεί. Κρίνοντας από τη χρονολογία γέννησής του, οι ιστορικοί τέχνης συμπεραίνουν ότι ο Χέντα άρχισε να ζωγραφίζει περί το 1615.

Το πρώτο γνωστό του έργο είναι ένα Vanitas[12] που ταιριάζει με τις μονοχρωματικές και επιδέξιες υφές που αργότερα χρησιμοποίησε στα έργα του, αλλά ως θέμα είναι απομακρυσμένο από τα πιο φανταχτερά αντικείμενα που απεικόνιζε στα κατοπινά χρόνια. Αυτή η Vanitas, και δύο ακόμη πίνακες με σκηνές πρωινού της δεκαετίας του 1620[13] ήταν γνωστοί για την σαφή απόκλιση από τα ύστερα έργα του με απεικονίσεις πρωινών γευμάτων. Τα αντικείμενα στα έργα αυτά εμφανίζουν περισσότερα χωρικά εφέ και διατηρούν την αίσθηση της ισορροπίας για τον θεατή, παρά την ακανόνιστη και διαγωνιοποιημένη ομαδοποίησή τους. Επιπλέον, αυτά τα έργα υιοθετούν το μονοχρωματικό ύφος, σε σχέση με τα πρωιμότερα.

Το ταλέντο του Χέντα αναγνωρίστηκε νωρίς στη σταδιοδρομία του, από άλλες αξιοσημείωτες μορφές του Χάαρλεμ, όπως ο Σάμουελ Άμπζινγκ (Samuel Ampzing), Ολλανδός ιερέας και ποιητής, που είχε καταφέρει να "συλλάβει" την πόλη στην ποίησή του. Ο Χέντα απέκτησε φήμη, όταν ο Άμπζινγκ τον εξύμνησε στο έργο του Beschryvinge ende lof der stad Haerlem in Holland το 1628, μαζί με τους καταξιωμένους τότε ζωγράφους Σάλομον ντε Μπράι και Πίτερ Κλες: "Οφείλω να επαινέσω τον Χέντα, γιατί μαζί με τους πίνακες με τα συμπόσια των ντε Μπράι και Κλες, το ταλέντο τους αξίζει να αναφερθεί στο ποίημα αυτό[14]

Ύστερα από την υποστήριξη του Άμπζινγκ, ο Χέντα έγινε μέλος στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά της πόλης.[11] Όπως μαρτυρεί η υπογραφή του στο νέο καταστατικό, με σκοπό να εξομαλυνθεί η λειτουργία της Συντεχνίας, ο Χέντα ήταν ενεργό της μέλος.[15]

Περίοδος ωριμότητας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τους "διαπλαστικούς" πίνακες της δεκαετίας του 1620, ο Χέντα έφθασε στην καλλιτεχνική του ωριμότητα στη δεκαετία του 1630, με πίνακες όπως η νεκρή φύση του 1631 (σήμερα στη Δρέσδη) και αυτούς της ομάδας του 1639, οι οποίοι πωλήθηκαν στη Βιέννη κατά τη δεκαετία του 1930. Οι πίνακες αυτοί απεικονίζουν υφάσματα με ιδιαίτερα ρεαλιστικές πτυχώσεις, αντικείμενα όπως λεπτά κρυστάλλινα ποτήρια και μεταλλικά σκεύη, μαζί με τακτοποιημένα τρόφιμα. Αυτή η ομάδα πινάκων χαρακτηρίζεται από μεγαλειώδη απλότητα και τάξη, κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες αυτού του είδους ζωγραφικής έχουν επιτύχει. Ο επιχρωματισμός και η απόδοση του φωτός στα αντικείμενα, σε συνδυασμό με τις μικρές, λεπτές πινελιές φινιρίσματος, έχουν ως αποτέλεσμα ένα σχεδόν απίστευτο επίπεδο ρεαλισμού.

Το ύφος του Χέντα συνέχισε να εξελίσσεται στους πίνακες της δεκαετίας του 1640, διαμορφώνοντας μια μεγάλη απλότητα η οποία στηριζόταν "σε μια σταθερή κατασκευή, βασισμένη σε αδρές γραμμές".[16] Την εποχή εκείνη αρχίζει να περιλαμβάνει στους πίνακές του τις ζαρωμένες πετσέτες και τα πεσμένα δοχεία στην ομάδα των αντικειμένων. Αυτή η νέα ομάδα αντικειμένων έθεσαν στον καλλιτέχνη την πρόκληση της διατήρησης της συνοχής και της τάξης σε ένα σαφώς ακατάστατο περιβάλλον. Μολονότι "κατάλοιπα" των πλέον οικείων του αντικειμένων παραμένουν και σε αυτή την περίοδο, ο Χέντα αρχίζει να προσθέτει περισσότερα αντικείμενα στα έργα του, πειραματιζόμενος με τις τροποποιήσεις της συνθετικής τους διάταξης. Κατά τη δεκαετία του 1650 αρχίζει να χρησιμοποιεί παλέτα με περισσότερες αποχρώσεις. Με τη μεταβολή αυτή περιέλαβε περισσότερα φρούτα και ζαρωμένα φύλλα στα έργα του, τα οποία συνδύαζε με τις πτυχωμένες πετσέτες της προηγούμενης δεκαετίας, έχοντας ως αποτέλεσμα έναν λιγότερο σταθερό χαρακτήρα, σε αντίθεση με τις μεταλλικές και γυάλινες υφές, για τις οποίες ήταν γνωστός.

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα τελευταία χρόνια της σταδιοδρομίας του ο καλλιτέχνης ξεκίνησε τη μετάβαση από τις νεκρές φύσεις με πρωινά, είδος στου οποίου τη δημιουργία συνέβαλε, στη δημιουργία πινάκων άλλης παρεμφερούς μορφής, που αποκλήθηκαν "pronk", με σκηνές νεκρής φύσης από συμπόσια, όπως αυτές του Βίλλεμ Καλφ στο Άμστερνταμ. Τα τελευταία γνωστά του έργα, ένα του 1664 (ιδιωτική συλλογή, Χάγη) και του 1665 (σήμερα στο Museum del Monte στις Βρυξέλλες έχουν τη "θερμή" παλέτα των καφέ αποχρώσεων του Καλφ. Αν και έζησε ως τη δεκαετία του 1680, ο Χέντα σταμάτησε να ζωγραφίζει μετά από αυτούς. Απεβίωσε στο Χάαρλεμ το 1680 ή το 1682.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεκρή φύση με πίτα, ασημένια κανάτα και καβούρι, (1658) λάδι σε καμβά. Μουσείο Φρανς Χαλς, Χάαρλεμ

Ο Βίλλεμ ήταν σύγχρονος και φίλος με τον Ντιρκ Χαλς και η απεικονιστική αίσθηση και η τεχνική εκτέλεση των δύο είναι παρόμοιες. Ο Χέντα, ωστόσο, ήταν περισσότερο προσεκτικός ως προς το φινίρισμα από τον Χαλς, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ικανότητα και αίσθηση στη διάταξη και στον επιχρωματισμό των εγχάρακτων φλιτζανιών, των ποτηριών και των κυπέλλων των κατασκευασμένων τόσο από ευγενή όσο και από λιγότερο πολύτιμα μέταλλα. Ο Χέντα σχετιζόταν επίσης με τον καλλιτέχνη και συνάδελφό του στις νεκρές φύσεις Φλόρις φαν Ντάικ. Στο έργο του Harlemias ο Ολλανδός ποιητής Τεόντορους Σρεφέλιους (Theodorus Schrevelius) αναγνωρίζει ότι αυτό το είδος ζωγραφικής απαιτεί εξαιρετικές ικανότητες. Ο Χέντα και ο Φλόρις φαν Ντάικ "τύγχαναν μεγάλου σεβασμού από την κοινότητα, ως οι καλύτεροι ζωγράφοι στο είδος τους".[17]

Ως ζωγράφος των "ontbijt" (πρωινών γευμάτων) συγκρίνεται συχνά με τον σύγχρονό του Πίτερ Κλες. Ένα από τα πρώιμα αριστουργήματα του Χέντα με το θέμα αυτό, χρονολογούμενο από το 1623 και σήμερα φιλοξενείται στην Παλαιά Πινακοθήκη του Μονάχου είναι τόσο "σπιτικής εμφάνισης" όσο και το πολύ πιο ύστερο, του 1651, που σήμερα βρίσκεται στην Πινακοθήκη Λιχτενστάιν της Βιέννης. Ένα πιο πολυτελές γεύμα είναι το "πρωινό" που φιλοξενείται στην Πινακοθήκη του Άουγκσμπουργκ και χρονολογείται από το 1644.[18]

Δημοτικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ταλέντο του Χέντα αναγνωρίστηκε, όσο ζούσε, από τον ποιητή Σάμουελ Άμπζινγκ, τη Συντεχνία του Αγίου Λουκά του Χάαρλεμ και τον Τεόντορους Σρεβέλιους. Αν και ο Χέντα σαφώς δεν περιλαμβάνεται στο Het schilder-boeck του Κάρελ φαν Μάντερ, καθώς η έκδοσή του, το 1604, προηγήθηκε της ανάδειξης του Χέντα ως ζωγράφου, θα ανέμενε κανείς να εμφανιστεί στο έργο του μεταγενέστερου βιογράφου Άρνολντ Χαουμπράκεν. Αυτός αναφέρει τον Χέντα εν συντομία στον τρίτο τόμο του έργου του, βασισμένος στη βιογραφία του Σρεβέλιους. Η ασήμαντη αναφορά του Χαουμπράκεν στον Χέντα στο έργο του Groote Schouburgh οφείλεται, προφανώς, στην έλλειψη βιογραφικών στοιχείων γι' αυτόν από πλευράς συγγραφέα. Η "αρχαιολογική" προσέγγιση του Χαουμπράκεν στις βιογραφίες καλλιτεχνών είχε ως αποτέλεσμα αυτός να περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που διέθετε για καθέναν από αυτούς και, αν είχε δει κάποιο έργο του Χέντα, ίσως είχε γράψει περισσότερα γι' αυτόν. Η αμυδρή αναφορά του Χαουμπράκεν στον Χέντα ανακλάται και στα έργα των οπαδών του, Γιόχαν φαν Χόολ και Γιάκομπ Κάμπο Βάιερμαν. Κανείς από αυτούς δεν αναφέρει τον Χέντα στο έργο του.[19][20]

Ως αποτέλεσμα της παρακμής της ολλανδικής τέχνης ύστερα από την Ολλανδική Χρυσή Εποχή, πολλές χώρες άρχισαν να αγνοούν τα ολλανδικά έργα τέχνης. Ο Ζαν Μπατίστ Ντεκάμ (Jean-Baptiste Descamps), Γάλλος καλλιτέχνης που σπούδασε στην Αμβέρσα για μικρό χρονικό διάστημα, ήταν ο πρώτος, εκτός Ολλανδίας μεταξύ των σύγχρονων συγγραφέων σχετικών με έργα τέχνης που αναγνώρισε τη μεγάλη σημασία των Ολλανδών καλλιτεχνών. Αν και τα γραπτά του Ντεκάμ[21][22] περιέχουν πολλές ανακρίβειες, περιέγραψε τους Ολλανδούς Δασκάλους και τους αδελφούς βαν Άικ, μεταξύ άλλων, με προσωπικές παρατηρήσεις που τον απομάκρυναν από όσους είχαν αγνοήσει τους ζωγράφους αυτούς. Ακολουθώντας τον Ντεκάμ, ο Ντεζαγιέ ντ'Αρζανβίλ (Antoine-Nicolas Dezallier d’Argenville), Γάλλος συγγραφέας και γνώστης της τέχνης παγίωσε την αλλαγή συμπεριφοράς απέναντι στις ολλανδικές - φλαμανδικές ρωπογραφίες. Ο ντ'Αρζανβίλ υποστήριζε ότι όλες οι μορφές ζωγραφικής έπρεπε να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης και ότι οι εξέχοντες καλλιτέχνες όλων των μορφών ζωγραφικής θα πρέπει να αναγνωρίζονται για το ταλέντο τους στην απεικόνιση των θεμάτων που είχαν επιλέξει.[23] Όταν η στάση απέναντι στις ρωπογραφίες μεταβλήθηκε και η Ολλανδική τέχνη επανήλθε στο προσκήνιο, ο Βίλλεμ Κλες Χέντα επέστρεψε ανάμεσα στους διακεκριμένους καλλιτέχνες.

Ο Χέντα "επανανακαλύφθηκε" από τον Γάλλο κριτική τέχνης Τεοφίλ Τορέ (Théophile Thoré) κατά τι δεκαετία του 1860.[24] Βλέποντας ένα δείγμα της τέχνης του στο Μουσείο Μπόιμανς - φαν Μπέουνινγκεν του Ρόττερνταμ, ο Τορέ επαίνεσε την ικανότητα του Χέντα "να μεταβάλει μια νεκρή φύση σε υπέροχο πανηγυρισμό της ζωής".[25]

Νεκρή φύση με επίχρυσο κύπελλο (1635), Μουσείο Μπόιμανς - φαν Μπέουνινγκεν, Ρόττερνταμ

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέντα απεβίωσε στη γενέτειρά του, Χάαρλεμ, το 1680 ή το 1682. Η ανανεωμένη του δημοτικότητα στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα είχε ως αποτέλεσμα πολλά έργα του να διασπαρούν ανάμεσα σε μουσεία ολόκληρου του κόσμου. Σήμερα εκτίθενται, ανάμεσα σε άλλα, στο Ρέικσμουζεουμ, στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη), στο Μουσείο του Λούβρου, στην Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνου, στην Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης στην Ουάσινγκτον, στο Kunsthistorisches Museum της Βιέννης και στο Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πατρούπολης.

Ως ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους Ολλανδούς Δασκάλους και καλλιτέχνης που υπέγραφε τις νεκρές του φύσεις, τα έργα του γνωρίζουν συνεχείς έρευνες και αναλύσεις[26] ως εξέχοντα ανάμεσα στα έργα της Χρυσής Εποχής της Ολλανδίας του 17ου αιώνα.

Ανάμεσα στους μαθητές του συγκαταλέγονται οι Μέρτεν Μπούλεμα ντε Στόμμε, Χέρρετ Βίλλεμς Χέντα, Χέντρικ Χέιρσχοπ και Άρνολντ φαν Μπερενστάιν.[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 9  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 «Willem Claesz. Heda». (Αγγλικά) Union List of Artist Names. 500018917.
  3. 3,0 3,1 British Museum person-institution thesaurus. 31050. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 ECARTICO. 3559. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. (Δανικά, Αγγλικά) Kunstindeks Danmark. 2784. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  6. 6,0 6,1 Faceted Application of Subject Terminology. 355419. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  7. 7,0 7,1 CERL Thesaurus. Consortium of European Research Libraries. cnp01125712. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  8. MutualArt.com. 53577280364C479F. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  9. Art UK. willem-claesz-heda. Ανακτήθηκε στις 15  Οκτωβρίου 2015.
  10. RKDartists. 36809. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  11. 11,0 11,1 11,2 «Home Willem Claesz. Heda». rkd.nl. 
  12. (1621, The Hague, Bredius Museum)
  13. (1625, F. Clemm, Berlin and 1629 Mauritshuis, The Hague)
  14. Samuel Ampzing; Beschryvinge ende lof der stad Haerlem in Holland, 1628, Published by Roman, Adriaen, Haarlem 1628 (P. 372; 474 digital page)
  15. Salomon de Bray and the Reorganization of the Haarlem Guild of St. Luke in 1631 Author(s): E. Taverne, Source: Simiolus: Netherlands Quarterly for the History of Art, Vol. 6, No. 1 (1972-1973), pp. 50–69, Published by Stichting voor Nederlandse Kunsthistorische Publicaties
  16. Ingvar Bergström: Dutch Still life Painting in the Seventeenth Century (London, 1956), pp. 112–113, 123–34, 139–143
  17. Theodorus Schrevelius; Harlemias, 1648, Published by Thomas Fonteyn, Haarlem, 1648 P. 390
  18. Chisholm 1911.
  19. Johan van Gool; De nieuwe schouburg der Nederlantsche kunstschilders en schilderessen, 1750 1751, Publisher unknown, 's-Gravenhage 1751, Dutch Language
  20. Jacob Campo Weyerman; De levens-beschryvingen der Nederlandsche konst-schilders en konst-schilderessen, met een uytbreyding over de schilder-konst der ouden, 1729-1739, published by Blussé, Pieter, Dordrecht 1769 (Ολλανδικά)
  21. Descamps, Jean Baptiste; La vie des peintres flamands, allemands et hollandois, avec des portraits gravés en taille-douce, une indication de leurs principaux ouvrages, & des réflexions sur leur différentes manières, 1753-1764, Publisher Saillant, Charles, Paris 1764, French Language
  22. Descamps, Jean Baptiste; Voyage pittoresque de la Flandre et du Brabant: avec des réflexions relativement aux arts & quelques gravures. Paris: Desaint, 1769.
  23. D'Argenville P. IX (Peter Hecht, Raphael and Rembrandt p. 162).
  24. Thoré, Théophile Étienne Joseph, Musées de la Hollande, 1858-1860, Paris [etc.] : Renouard [etc.] (P. 163; 177 digital page)
  25. Thoré, Théophile Étienne Joseph, Musées de la Hollande, 1858-1860, Paris [etc.] : Renouard [etc.] (P. 320; 334 digital page)
  26. Janson, H. W. Janson's History of Art. Upper Saddle River [N.H.: Prentice Hall, 2012.] Print.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Academy-Britannica.png Αυτό το λήμμα βασίζεται ή περιλαμβάνει κείμενο από λήμμα της Encyclopædia Britannica του 1911 που αποτελεί κοινό κτήμα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]