Αταλάντη (ταινία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αταλάντη (ταινία)
Αταλάντη-Βιγκό.png
Αφίσα για την ταινία Αταλάντη (1990)
ΣκηνοθεσίαΖαν Βιγκό[1][2][3]
ΣενάριοΖαν Βιγκό
ΠρωταγωνιστέςΝτίτα Πάρλο[2][3][4], Μισέλ Σιμόν[2][3][4], Κλωντ Αβελίν[3][4], Πολ Γκριμό[3][4], Τζεν Πολ[3][4], Ζακ Πρεβέρ[3][4], Ζαν Νταστέ[2][3][4], Αλμπέρ Ριερά[4], Σαρλ Ντορά[4], Fanny Clar[3][4], Ζιλ Μαργαρίτης[2][3][4], Lou Tchimoukow, Λουί Λεφέβρ[3][4] και Πιερ Πρεβέρ[3][4]
ΜουσικήΜορίς Ζωμπέρ
ΦωτογραφίαΜπόρις Κάουφμαν
ΜοντάζΛουί Σαβάνς
Εταιρεία παραγωγήςGaumont Film Company
Πρώτη προβολή24  Απριλίου 1934
Διάρκεια89 λεπτά
ΠροέλευσηΓαλλία
ΓλώσσαΓαλλικά

Η Αταλάντη (γαλλικός τίτλος: L'Atalante) είναι γαλλική ταινία του 1934 σε σκηνοθεσία Ζαν Βιγκό και με πρωταγωνιστές τους Μισέλ Σιμόν, Ντίτα Παρλό και Ζαν Νταστέ. [5]Ο νεαρός Γάλλος σκηνοθέτης δεν έζησε για να απολαύσει την επιτυχία της ταινίας του, καθώς πέθανε τρεις εβδομάδες μετά την κυκλοφορία της ταινίας στις 14 Σεπτεμβρίου 1934.

Η ταινία αφηγείται το γαμήλιο ταξίδι ενός νεαρού ζευγαριού με τη φορτηγίδα Αταλάντη, κατά μήκος των καναλιών του Σηκουάνα με προορισμό το Παρίσι σε ατμόσφαιρα ποιητικού ρεαλισμού με ονειρικές σκηνές και σουρεαλιστικά στοιχεία. [6]

Η ταινία είναι χαρακτηριστική της μεταβατικής εποχής από τον βουβό κινηματογράφο στον ομιλούντα και θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.[7]

Πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αταλάντη είναι η πρώτη και μοναδική μεγάλου μήκους ταινία σκηνοθετημένη από τον Ζαν Βιγκό, ο οποίος πέθανε σε ηλικία 29 ετών από φυματίωση στις 5 Οκτωβρίου 1934, τρεις εβδομάδες μετά την κυκλοφορία της ταινίας. Το μοντάζ της ταινίας έγινε από τον Λουί Σαβάνς, υπό τη διεύθυνση του Ζαν Βιγκό, ο οποίος ήταν ήδη άρρωστος και κλινήρης.

Ποιητικός ρεαλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αταλάντη περιλαμβάνεται στις ταινίες του κινηματογραφικού ρεύματος ποιητικός ρεαλισμός, που αναπτύχθηκε στον γαλλικό κινηματογράφο μεταξύ 1930 και 1945 από σκηνοθέτες όπως οι Ρενέ Σαρ, Ζαν Βιγκό, Ζαν Ρενουάρ, Μαρσέλ Καρνέ, Ζυλιέν Ντυβιβιέ και Ζακ Φεντέρ. Το όνομα «ποιητικός ρεαλισμός» αναφερόταν, στις απαρχές του, τόσο στα θέματα που πραγματεύονταν οι ταινίες όσο και τον τρόπο αποτύπωσής τους, η επιρροή του οποίου θα γίνει αισθητή στο φιλμ νουάρ. Ωστόσο, ο ποιητικός ρεαλισμός αντανακλά, πάνω απ' όλα, μια πνευματική κατάσταση και έναν ιδιαίτερο τρόπο αντίληψης και αναπαραγωγής της πραγματικότητας. Μια πραγματικότητα που παρουσιάζεται γυμνή, χωρίς τεχνάσματα, και που καταφέρνει να ξυπνήσει έναν βαθύ λυρισμό.[8]

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζαν, καπετάνιος της φορτηγίδας Αταλάντη, παντρεύεται τη Ζυλιέτ στο χωριό της. Αποφασίζουν να ζήσουν στην Αταλάντη μαζί με το πλήρωμα του Ζαν, τον ατημέλητο και ιδιόρρυθμο γερο-ναυτικό Ζυλ και έναν νεαρό ναύτη. Καθώς η Ζυλιέτ επιβιβάζεται, ντυμένη ακόμα νύφη, τα διστακτικά της βήματα στο κατάστρωμα προϊδεάζουν για τη δύσκολη προσαρμογή στη νέα κοινή ζωή.[9]

Το ποταμόπλοιο ταξιδεύει μέσα από ένα κανάλι του Σηκουάνα στο Παρίσι για να παραδώσει φορτίο και το νιόπαντρο ζευγάρι απολαμβάνει έναν αυτοσχέδιο μήνα του μέλιτος καθ' οδόν, το οποίο όμως παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες: Ο Ζυλ και ο νεαρός ναύτης δεν είναι συνηθισμένοι στην παρουσία γυναίκας στο σκάφος, η φορτηγίδα είναι γεμάτη αμέτρητες γάτες, τις οποίες μεγαλώνει ο Ζυλ, το εσωτερικό των διαμερισμάτων φαίνεται παραμελημένο και βρώμικο, στη ντουλάπα υπάρχουν ρούχα που πλένονται μόνο μια φορά το χρόνο. Η Ζυλιέτ αποφασίζει να διορθώσει το χάος και παρηγοριέται ονειρευόμενη το Παρίσι.

Φτάνοντας στο Παρίσι, ο Ζαν υπόσχεται στη γυναίκα του μια βραδινή έξοδο, αλλά ο Ζυλ και το αγόρι αποβιβάζονται και ο Ζαν δεν μπορεί να αφήσει τη φορτηγίδα χωρίς επίβλεψη. Η Ζυλιέτ απογοητεύεται.

Αργότερα, όμως, ο Ζαν πηγαίνει τη Ζιλιέτ σε μια αίθουσα χορού. Εκεί, ένας πλανόδιος έμπορος φλερτάρει τη Ζυλιέτ, χορεύει μαζί της και της ζητά να φύγει μαζί του. Ακολουθεί συμπλοκή των δύο ανδρών, μετά την οποία ο Ζαν επιστρέφει με τη γυναίκα του πίσω στη φορτηγίδα. Ωστόσο, η Ζυλιέτ εξακολουθεί να θέλει να δει τη νυχτερινή ζωή στο Παρίσι και φεύγει κρυφά από τη φορτηγίδα για να δει τα αξιοθέατα. Όταν ο Ζαν ανακαλύπτει την απουσία της, τρελός από τη ζήλια, σαλπάρει και την αφήνει πίσω στο Παρίσι.[10]

Χωρίς να γνωρίζει ότι ο Ζαν έχει ήδη σαλπάρει, η Ζυλιέτ επιστρέφει και βλέποντας ότι η φορτηγίδα έχει φύγει, προσπαθεί να αγοράσει ένα εισιτήριο τρένου για τον επόμενο προορισμό της φορτηγίδας, όμως πριν προλάβει κάποιος κλέβει την τσάντα της. Σκέφτεται να ψάξει για δουλειά για να ζήσει και τελικά να ταξιδέψει στη Χάβρη για να συναντήσει τη φορτηγίδα: οι δραστηριότητές της κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είναι ασαφείς.

Στο μεταξύ, ο Ζαν μετανιώνει για την απόφασή του και πέφτει σε κατάθλιψη. Τον καλεί ο διευθυντής της εταιρείας του, αλλά ο Ζυλ καταφέρνει να τον εμποδίσει να χάσει τη δουλειά του. Σε μια συγκινητική σκηνή, ο Ζαν θυμάται ένα παραμύθι που του είπε κάποτε η Ζυλιέτ: ότι μπορείς να δεις τον αγαπημένο σου κάτω από το νερό. Προσπαθεί να το αναπαραστήσει βυθίζοντας το κεφάλι του σε έναν κουβά αλλά δεν βλέπει τίποτε. Κυριευμένος από απελπισία, ρίχνεται στο κανάλι και, βυθισμένος στα σκοτεινά νερά, αντικρίζει τη χαμογελαστή φιγούρα της Ζυλιέτ.

Ο Ζυλ αντιλαμβάνεται την οδυνηρή κατάσταση απελπισίας του Ζαν και αποφασίζει να αναζητήσει τη Ζυλιέτ. Τη βρίσκει να περιπλανιέται μόνη και φοβισμένη στους δρόμους της μεγαλούπολης και επιστρέφουν στη φορτηγίδα, όπου το ζευγάρι ξανασμίγει και αγκαλιάζεται χαρούμενα.[11]

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζαν Βιγκό (1905-1934)

Μετά τη δύσκολη κυκλοφορία της ταινίας του Διαγωγή μηδέν (1933), ο Βιγκό ήθελε αρχικά να κάνει μια ταινία για τον αναρχικό Εζέν Ντιεντονέ, τον οποίο ο πατέρας του Βιγκό (ο αναρχικός δημοσιογράφος Μιγκέλ Αλμερέιδα) είχε υπερασπιστεί σε ένα άρθρο εφημερίδας το 1913. Ωστόσο ο παραγωγός του Ζακ-Λουί Νυνέζ ανησυχούσε ότι μια τέτοια ταινία δεν θα μπορούσε να διανεμηθεί και τελικά έδωσε στον Βιγκό ένα σενάριο με θέμα τους κατοίκους των φορτηγίδων, θέμα δημοφιλές στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο Βιγκό έγραψε ξανά την ιστορία με τον Αλμπέρ Ριερά, και ο παραγωγός εξασφάλισε συμφωνία διανομής με την Gaumont Film Company με προϋπολογισμό 1 εκατομμυρίου φράγκων. Ο Βιγκό χρησιμοποίησε πολλούς από τους τεχνικούς και τους ηθοποιούς που δούλεψαν μαζί του στο Διαγωγή μηδέν, όπως ο διευθυντής φωτογραφίας Μπορίς Κάουφμαν, αδερφός του Ρώσου κινηματογραφιστή Τζίγκα Βερτόφ, που περιέγραψε τα χρόνια που δούλευε με τον Βιγκό ως «κινηματογραφικό παράδεισο» και ο ηθοποιός Ζαν Νταστέ.[12]

Υποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία προβλήθηκε στις 25 Απριλίου 1934. Η υποδοχή ήταν καταστροφική με σχόλια όπως «μια μπερδεμένη, ασυνάρτητη, εσκεμμένα παράλογη, μεγάλη, βαρετή, εμπορικά άχρηστη ταινία». Ο Λεόν Γκωμόν πήρε τον έλεγχο της ταινίας και μείωσε τη διάρκειά της από 89 σε 65 λεπτά σε μια προσπάθεια να την κάνει πιο δημοφιλή και άλλαξε τον τίτλο σε Η μαούνα που περνά, από το όνομα ενός δημοφιλούς τραγουδιού εκείνη την εποχή, το οποίο εισήχθη επίσης στην ταινία, αντικαθιστώντας μέρη της μουσικής της επένδυσης. Ο Βιγκό ήταν πολύ αδύναμος για να υπερασπιστεί την ταινία του καθώς η κατάστασή του χειροτέρευε. Ωστόσο, πάλι η ταινία ήταν μια εμπορική αποτυχία και έλαβε κακές κριτικές από τους κριτικούς, οι οποίοι τη χαρακτήρισαν «ερασιτεχνική, εγωιστική και νοσηρή».[13]

Οι ταινίες του Ζαν Βιγκό άρχισαν να ανακαλύπτονται ξανά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Αταλάντη επανακυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη τον Ιούλιο του 1947 και έλαβε διθυραμβικές κριτικές από κριτικούς κινηματογράφου. Έκτοτε θεωρείται από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Η Αταλάντη έγινε η αγαπημένη των κινηματογραφιστών του γαλλικού Νέου Κύματος, οι ταινίες των οποίων περιέχουν πολλές αναφορές στο έργο του Βιγκό. Ο Γάλλος σκηνοθέτης Φρανσουά Τρυφό αναφέρει ότι ερωτεύτηκε την ταινία όταν την είδε σε ηλικία 14 ετών το 1946: «Όταν μπήκα στον κινηματογράφο, δεν ήξερα καν ποιος ήταν ο Ζαν Βιγκό. Βλέποντας όμως την ταινία, με κυρίευσε αμέσως ένας ξέφρενος ενθουσιασμός για τη δουλειά του.» Ο Γιουγκοσλάβος σκηνοθέτης Εμίρ Κουστουρίτσα δήλωσε ότι είναι μεγάλος θαυμαστής του έργου του Βιγκό και τον περιγράφει ως ποιητή. Αυτός ο θαυμασμός φαίνεται στο Underground του (1995), όπου οι υποβρύχιες σκηνές θυμίζουν πολύ αυτές της Αταλάντης. Μεταξύ των ταινιών που αποτίουν φόρο τιμής στην Αταλάντη περιλαμβάνονται το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι του Μπερτολούτσι (1972), Οι εραστές της γέφυρας (1991) του Λεός Καράξ και Η ελεγεία ενός έρωτα (2001) του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]