Αριστόξενος Σκιαδάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αριστόξενος Σκιαδάς
Γέννηση
Θάνατος
Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Ελλάδα
Ιδιότητα συγγραφέας και καθηγητής πανεπιστημίου

Ο Αριστόξενος Σκιαδάς (13 Απριλίου 1932 - 28 Μαρτίου 1994) ήταν Έλληνας φιλόλογος και πανεπιστημιακός.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στους Καρυώτες Λευκάδας το 1932. Το φθινόπωρο του 1950 εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον Ιανουάριο του 1955 πήρε το πτυχίο του με βαθμό «Άριστα».

Το Φεβρουάριο του 1958 έλαβε μέρος στο διαγωνισμό του Ι.Κ.Υ. και κατέλαβε την πρώτη από τις δύο θέσεις για την κλασική φιλολογία. Το έτος 1959 αναχώρησε μαζί με τη γυναίκα του, Αγγελική, για μετεκπαίδευση στο Κίελο της Γερμανίας στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου του Κιέλου έως το 1962. Εκπόνησε την διατριβή του υπό την εποπτεία και την καθοδήγηση του καθηγητή H. Diller με θέμα «Homer im griechischen Epigramm» (Ο Όμηρος στο ελληνικό επίγραμμα). Το 1962 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστήμιου Κιέλου. Το 1963 διορίσθηκε τακτικός βοηθός της Α΄ έδρας της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Το 1965 εκλέχθηκε υφηγητής και το 1966 διορίσθηκε εντεταλμένος υφηγητής της Α΄ τακτικής έδρας της αρχαίας Ελληνικής φιλολογίας. Έως το 1973 έγραψε πολλές εργασίες και μελέτες (Επί τύμβω. Συμβολή εις την ερμηνείαν των ελληνικών επιτυμβίων εμμέτρων επιγραφών, Αθήνα 1967). Το 1973 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στην Δ΄ έδρα της κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Η υποδοχή του Αριστόξενου Σκιαδά ως νέου καθηγητή έγινε την 29 Μαρτίου 1973. Το θέμα με το οποίο έκανε έναρξη των παραδόσεών του στη μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών ήταν: Η ιδιοτυπία του αρχαίου ελληνικού λόγου και η ερμηνευτική αποκάλυψις αυτής. Δύο χρόνια μετά την εκλογή του ως τακτικού καθηγητή έγινε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής για το ακαδημαϊκό έτος 1975-1976 και τέσσερα χρόνια αργότερα έγινε συγκλητικός. Το διάστημα 1974-1980 ήταν Διευθυντής του Φιλολογικού Σπουδαστηρίου. Το 1982 έγινε Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής (Gastprofessor) στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, στην έδρα του Άλμπιν Λέσκι, από το Μάρτιο έως Ιούλιο 1981. Κατά το διάστημα Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1982 έδωσε διαλέξεις στα Πανεπιστήμια του Μονάχου, Χαϊδελβέργης και Βόννη.

Παράλληλα με το διδακτικό του έργο άρχισε η συγγραφική του δράση. Το σπουδαιότερο έργο του είναι ο «Αρχαϊκός Λυρισμός» σε δύο τόμους. Ο Σκιαδάς εκτός έκανε παράλληλα μεταφράσεις και βιβλιοκρισίες, έγραψε άρθρα σε εγκυκλοπαίδειες, σε περιοδικά και εφημερίδες. Μολονότι η επιστημονική του καριέρα, λόγω της ασθένειας του, διακόπηκε στην νωρίς, άφησε σημαντικό φιλολογικό έργο.

Πέρα από το διδακτικό και επιστημονικό του έργο ανέπτυξε και ποικίλες δραστηριότητες έξω από το Πανεπιστήμιο. Ήταν ιδρυτικό και τακτικό μέλος της «Ελληνικής Ανθρωπιστικής Εταιρείας» και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της. Χρημάτισε πρόεδρός της από τις 31 Μαΐου 1978 έως 28 Ιανουαρίου 1989. Ανήκε στην πενταμελή επιτροπή διοίκησης του «Κέντρου Ανθρωπιστικών Κλασικών Σπουδών» της Ανθρωπιστικής Εταιρείας. Επίσης ήταν μέλος της «Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων», της «Εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας» και του φιλολογικού συλλόγου «Αρχαιογνωσία», του οποίου και διηύθυνε το ομώνυμο επιστημονικό περιοδικό. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειχνε για την Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, της οποίας έγινε πρόεδρος από το 1974 έως το 1987, που αρρώστησε. Το 1980 του απονεμήθηκε ο Σταυρός Αξίας 1ης Τάξεως (Bundesverdienstkreuz 1. Klasse) από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 1994 και η κηδεία του έγινε στο Κοιμητήριο του Ζωγράφου στις 30 Μαρτίου.

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αικατερίνη Καμαρέτα-Πίσση, «Αριστόξενος Δ. Σκιαδάς (1932-1994)», Πρακτικά Ε΄ Συμποσίου, Σταθμοί στην πορεία της Λευκάδας τον 20ό αιώνα, Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Λευκάδας, Γιορτές Λόγου και Τέχνης, Λευκάδα 3-5 Αυγούστου 2000, Αθήνα 2001, σ. 151-161