Αράμ Χατσατουριάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Αράμ Χατσατουριάν

Ο Αράμ Ιλίτς Χατσατουριάν (αρμενικά: Արամ Խաչատրյան, Aram Xačatryan; ρώσικα: Аpaм Ильич Xaчaтypян, Aram Il'ič Hačaturjan, 6 Ιουνίου 1903-1 Μαΐου 1978) ήταν Αρμένιος συνθέτης. Γεννήθηκε το 1903 στην Τιφλίδα της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας και πέθανε στη Μόσχα το 1978. Εγκαταστάθηκε στη Μόσχα από το 1920, όπου και μαθήτευσε σε διάφορους μουσικοδιδάσκαλους στη περίφημη σχολή Γκνέσιν. Σπούδασε βιολοντσέλο και σύνθεση και πολύ γρήγορα άρχισε να διακρίνεται. Στη συνέχεια φοίτησε στο Ωδείο Μόσχας (1929-1934) υπό τους Μιασκόφσκη και Λιτίνσκη. Οι συνθέσεις του «τρίο για φλάουτο, βιολί και πιάνο» και «Πρώτη συμφωνία» απέδειξαν την ιδιοφυΐα του και την ικανότητά του στην εκμετάλλευση λαϊκών μελωδιών. Από το 1934 σύνθεσε τρεις συμφωνίες για πιάνο, βιολοντσέλο και ορχήστρα, τη «Δεύτερη συμφωνία» (1943), μουσική για μπαλλέτο και το έργο για χορωδία και ορχήστρα «Ποίημα για τον Στάλιν», (για τη συμπλήρωση των 25 χρόνων από τη μπολσεβική επανάσταση), καθώς και μουσική για θεατρικά και κινηματογραφικά έργα.

Ο Χατσατουριάν διετέλεσε αντιπρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής της Ένωσης των Σοβιετικών Συνθετών από το 1939 μέχρι το 1948. Από το 1951 άρχισε να διδάσκει στο Ωδείο της Μόσχας και να ασχολείται με τη διεύθυνση ορχήστρας. Είναι ίσως, μαζί με τον Προκόφιεφ και τον Σοστακόβιτς, οι σημαντικότεροι συνθέτες της Σοβιετικής Ένωσης στην σχεδόν εβδομηντάχρονη ιστορία της. Αφιερώθηκε ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της αρμενικής μουσικής καθώς θεωρήθηκε αυθεντία της τουρκμενικής και αζερμπαϊτζανικής μουσικής. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία ρωσικά (μεταξύ των οποίων δύο φορές με το βραβείο Στάλιν) καθώς και ευρωπαϊκά.

Όσον αφορά το ύφος της μουσικής του, έχει έντονο ανατολίτικο χρώμα, πράγμα που οφείλεται στην επιρροή του από την αρμένικη παράδοση, την οποία μελέτησε πολύ προσεκτικά. Επίσης, επηρεάστηκε και από τις νέες τάσεις που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στην υπόλοιπη Ευρώπη, καταφέρνοντας να τις αξιοποιήσει με πολύ μέτρο και σε συνδυασμό με τη μουσική παράδοση. Γενικά τα έργα του Χατσατουριάν διακρίνονται για τη χρωματική αρμονία αλλά και την παραδοξότητα που μερικές φορές φθάνει σε μονοτονία. Στη χρήση όμως των οργάνων "σόλο" έναντι της ορχήστρας ακολούθησε τη παράδοση των Αλεξάντερ Μποροντίν και Αλεξάντερ Γκλαζούνοφ. Σημειώνεται ότι ο Χατσατουριάν συνέθεσε και τον εθνικό ύμνο της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αρμενίας.

Μερικά από τα πιο γνωστά του έργα είναι το μπαλέτο Γκαϊανέ (1942) που περιλαμβάνει τον πολύ γνωστό Χορό των σπαθιών, η δεύτερη συμφωνία (1943), το Βαλς για κοντσέρτο (1955) και το μπαλέτο Σπάρτακος (1956).

Το 1948 κατηγορήθηκε μαζί με τους Ντμίτρι Σοστακόβιτς και Σεργκέι Προκόφιεφ για αστικοποίηση της μουσικής τους από την ΚΕ του Κομουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας. Παραδεχόμενος όμως την ενοχή του αποκατέστησε την πρότερη εύνοια του καθεστώτος. Μετά όμως το θάνατο του Στάλιν καυτηρίασε δημόσια την εις βάρος του εκείνη κατηγορία. Το 1954 ονομάστηκε "Καλλιτέχνης του Λαού της Σοβιετικής Ένωσης" και πέντε χρόνια μετά έλαβε και το 2ο βραβείο Λένιν.
Επίσης η σύζυγός του Νίνα Μακάροβα καθώς και ο ανιψιός του Καρέν Χατσατουριάν υπήρξαν συνθέτες, λιγότερο όμως σημαντικοί.


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" τ.18ος, σ.591.
  • "Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα" τ.61ος, σ.26.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Εγκυκλοπαίδεια Παγκόσμιας μουσικής», Εκδόσεις Αλκυών, Τόμος 8, σελ. 953-954
  • Μαρία Δημητριάδου, «Παραδόσεις Ιστορίας Μουσικής», Εκδόσεις Ντορεμί, (1998), σελ. 109