Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα (ισπανικά: Virreinato del Río de la Plata‎, ονομάζεται επίσης Αντιβασιλεία του Ρίβερ Πλέιτ σε ορισμένα ακαδημαϊκά γραπτά) ήταν η τελευταία οργανωμένη και η πιο βραχύβια τις αντιβασιλείες της ισπανικής Αυτοκρατορίας στην Αμερική.

Η αντιβασιλεία ιδρύθηκε το 1776 από αρκετές εξαρτήσεις της Αντιβασιλείας του Περού που βρίσκονταν στην λεκάνη του Ρίο ντε λα Πλάτα, καταλαμβάνοντας εδάφη της Αργεντινής, της Χιλής, της Βολιβίας, της Παραγουάης και της Ουρουγουάης, εκτεινόμενη από την ενδοχώρα έως τις ακτές του Ατλαντικού.[1] Η αποικία της ισπανικής Γουινέας (σημερινή Ισημερινή Γουινέα) επίσης εξαρτώταν διοικητικά στην Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα.[2] Το Μπουένος Άιρες, στη δυτική όχθη του Ρίο ντε λα Πλάτα που ρέει στον Ατλαντικό Ωκεανό, απέναντι από το πορτογαλικό φυλάκιο Κολόνια ντελ Σακραμέντο, επιλέχθηκε ως η πρωτεύουσα. Συνήθως θεωρείται μία από τις Μεταρρυθμίσεις των Βουρβόνων, ενώ η οργάνωση αυτής της αντιβασιλείας ήταν κίνητρο για εμπορικούς λόγους (το Μπουένος Άιρες ήταν από τότε μια σημαντική θέση για το παράνομο εμπόριο), καθώς και λόγω των ανησυχιών για την ασφάλεια που επέφερε το αυξανόμενο ενδιαφέρον των ανταγωνιστικών ξένων δυνάμεων στην περιοχή. Το ισπανικό Στέμμα ήθελε να προστατεύσει την επικράτειά του κατά της Μεγάλης Βρετανίας και το Βασίλειο της Πορτογαλίας.

Αλλά αυτές οι μεταρρυθμίσεις του Διαφωτισμού αποδείχθηκαν αντιπαραγωγικές, ή ίσως πολύ αργά, για να καταστείλουν της απαιτήσεις των αποικιών. Όλη η ιστορία της αντιβασιλείας χαρακτηριζόταν από την αυξανόμενη εγχώρια αναταραχή και πολιτική αστάθεια. Μεταξύ του 1780 και το 1782, η Εξέγερση του Τούπακ Αμάρου Β΄ ενέπνευσε μια βίαιη εξέγερση των Αϊμάρα σε όλο το Άνω Περού, αποδεικνύοντας τη μεγάλη δυσαρέσκεια κατά των αποικιακών αρχών από τους μιγάδες και τους αυτόχθονες. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, οι Κριόγιος, αυτόχθων λαός της αποικίας, έδιωξαν επιτυχώς δύο διαδοχικές Βρετανικές προσπάθειες κατάκτησης του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέου. Αυτό ενίσχυσε την αίσθηση αυτονομίας και ισχύος του σε μια εποχή που τα ισπανικά στρατεύματα ήταν ανίκανα να βοηθήσουν.

Το 1809, η ελίτ των Κριόγιο επαναστάτησαν ενάντια στις αποικιακές αρχές στη Λα Πας και Τσουκισάκα, ιδρύοντας τις επαναστατικές κυβερνήσεις, τις χούντες. Αν και βραχύβιες, παρέχουν μια θεωρητική βάση για τη νομιμότητα των τοπικών κυβερνήσεων, η οποία αποδείχθηκε καθοριστική στην Επανάσταση του Μαΐου του 1810 η οποία καθαίρεσε τον αντιβασιλέα Σισνέρος στο Μπουένος Άιρες.

Η επανάσταση εξαπλώθηκε σε όλη την Αντιβασιλεία, εκτός από την Παραγουάη (που ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο έθνος στο 1811) και το Άνω Περού (που παρέμεινε ελεγχόμενο από βασιλικά στρατεύματα από τη Λίμα, και τελικά να ενσωματώθηκε εκ νέου στην Αντιβασιλεία του Περού). Εν τω μεταξύ, ο Κυβερνήτης του Μοντεβιδέο Francisco Javier de Elío, που το 1811 διορίστηκε ως νέος Αντιβασιλέας από το Συμβούλιο του Κάδιθ (Cortes de Cádiz), κήρυξε την Χούντα του Μπουένος Άιρες ως αντιστασιακή. Ωστόσο, μετά την ήττα του στο Las Piedras, διατήρησε τον έλεγχο μόνο της Κολόνια ντελ Σακραμέντο και του Μοντεβιδέο. Αναχώρησε με πλοίο για την Ισπανία στις 18 Νοεμβρίου και τον Ιανουάριο του 1812 παραιτήθηκε από το αξίωμα του Αντιβασιλέα. Από το 1814 με την είσοδο των πατριωτών επαναστατών στο Μοντεβιδέο, μετά από πολιορκία δύο χρόνων, η Αντιβασιλεία τερματίστηκε ως κυβέρνηση της περιοχής.