Αετός των Φιλιππίνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αετός των Φιλιππίνων
Ενήλικος αετός των Φιλιππίνων φωτογραφημένος σε ζωολογικό κήπο της χώρας
Ενήλικος αετός των Φιλιππίνων φωτογραφημένος σε ζωολογικό κήπο της χώρας
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [1]
Γένος: Αετός των Φιλιππίνων (Pithecophaga) Ogilvie-Grant, 1896 F
Είδος: P. jefferyi
Διώνυμο
Pithecophaga jefferyi (Πιθηκοφάγος του Τζέφερι)
Ogilvie-Grant, 1896

Ο Αετός των Φιλιππίνων είναι ημερόβιο αρπακτικό πτηνό της οικογενείας των Αετιδών, ένας από τους πολύ μεγάλους αετούς του Παλαιού Κόσμου. Απαντά αποκλειστικά στις Φιλιππίνες, η επιστημονική του ονομασία είναι Pithecophaga jefferyi και δεν περιλαμβάνει υποείδη (μονοτυπικό). [2]

Ο αετός των Φιλιππίνων είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος αετός στον κόσμο και ο δεύτερος βαρύτερος, μετά τον θαλασσαετό του Στέλερ. Ωστόσο, αποτελεί ταυτόχρονα και τον σπανιότερο αετό παγκοσμίως [3] με λιγότερα από 800 άτομα να επιβιώνουν στα δάση του συγκεκριμένου ασιατικού αρχιπελάγους. Το είδος αποτελεί το εθνικό έμβλημα των Φιλιππίνων και προστατεύεται αυστηρότατα από την νομοθεσία. Τυχόν εκούσια θανάτωσή του, επισύρει ποινή κάθειρξης 12 ετών και βαρύτατα χρηματικά πρόστιμα.[4] [εκκρεμεί παραπομπή]

  • Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του επιστήμονα που το περιέγραψε, αποτελεί «ίσως το πιο σημαντικό πτηνό που έχει ανακαλυφθεί στις Φιλιππίνες» (Ogilvie-Grant 1897).

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική ονομασία του γένους, Pithecophaga, έχει ελληνική προέλευση, με προφανή ετυμολογία και σημασία, που αντικατοπτρίζει μέρος των διατροφικών του προτιμήσεων (βλ. Τροφή).

Η επιστημονική ονομασία του είδους, jefferyi, δόθηκε προς τιμήν του πατέρα τού Άγγλου φυσιοδίφη Τζον Ουάιτχεντ (John Whitehead), ο οποίος -υιός- πρωτοπαρατήρησε το πτηνό (βλ. Συστηματική ταξινομική).

Η αγγλική ονομασία του (Philippine eagle), όπως και η ελληνική αναφέρονται στο ομώνυμο ασιατικό νησιωτικό σύμπλεγμα όπου ζει. Ωστόσο, το πτηνό έχει και αρκετές τοπικές ονομασίες, όπως άγκιλα (ágila «αετός»), χάριμπον (háribon από τα συνθετικά haring + ibón «βασιλικό πουλί») και μπάνογκ (banog «ικτίνος»).[5][6]

  • Η επιστημονική ονομασία Pithecophaga είναι γένους θηλυκού.[2]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αετός των Φιλιππίνων αποτελεί μονοτυπικό γένος (Pithecophaga) και είδος (jefferyi), εντός της οικογενείας των Αετιδών (Accipitridae), δηλαδή δεν περιλαμβάνει περαιτέρω είδη και υποείδη, σε κάθε αντίστοιχη ταξινομική μονάδα.

Ο πρώτος ευρωπαίος που ανακάλυψε το είδος ήταν ο Άγγλος εξερευνητής και φυσιοδίφης Τζον Ουάιτχεντ (John Whitehead) το 1896, ο οποίος παρατήρησε το πτηνό και του οποίου ο υπηρέτης Χουάν συνέλεξε το πρώτο δείγμα, λίγες εβδομάδες αργότερα.[7] Το δέρμα του πουλιού εστάλη στον Ουίλλιαμ Ρόμπερτ Οτζίλβι-Γκραντ (Robert Ogilvie-Grant) στο Λονδίνο το ίδιο έτος, που το περιέγραψε λίγες εβδομάδες αργότερα.[8]

Μετά την ανακάλυψή του, ο αετός των Φιλιππίνων πήρε την λαϊκή ονομασία πιθηκοφάγος-αετός (monkey-eating eagle) λόγω των αναφορών από τους ιθαγενείς Μπόνγκα (Bonga) του νησιού Σάμαρ (Samar) -όπου το είδος ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά-, ότι κυνηγούσε αποκλειστικά πιθήκους.[9], στοιχείο που χάρισε την επιστημονική ονομασία στο γένος.[10] Αργότερα, βέβαια, μελέτες έδειξαν ότι η διατροφή του αετού περιελάμβανε άλλα σπονδυλόζωα και, όχι τόσο τους πιθήκους (βλ. Τροφή).

Κατόπιν εισήγησης του Τζον Ουάιτχεντ, το όνομα του είδους, δόθηκε προς τιμήν του πατέρα του Τζέφερι (Jeffery Whitehead).[11]

Μελέτη των σκελετικών χαρακτηριστικών του είδους, το 1919, οδήγησε στην υπόθεση ότι ο πλησιέστερος συγγενής είναι η άρπυια [12] και τοποθετήθηκε στην υποοικογένεια Αρπιίνες (Harpiinae), μέχρι που, μελέτη του 2005 από αλληλουχίες DNA, έδειξε ότι ο στενότερος συγγενής του είναι ο φιδαετός, οπότε τοποθετήθηκε στην υποοικογένεια Κιρκαετίνες (Circaetinae).[13] Ωστόσο, επειδή η φυλογένεση της οικογένεια Αετίδες (Accipitridae) αποτελεί από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» της συστηματικής των πτηνών, κάθε τέτοια κατάταξη πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Η ITIS, μάλιστα δεν δέχεται υποοικογένειες στην οικογένεια, μέχρις ότου ξεκαθαριστεί η κατάσταση.[14]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική κατανομή του είδους Pithecophaga jefferyi

Ο αετός των Φιλιππίνων ζει αποκλειστικά σε τέσσερα νησιά του αρχιπελάγους, συγκεκριμένα στα Μιντανάο (Mindanao), Λουζόν (Luzon), Σάμαρ (Samar) και Λέιτε (Leyte), σε πολύ περιορισμένους και ανομοιόμορφα κατανεμημένους αριθμούς (βλ. Κατάσταση πληθυσμού). Μερικές από τις περιοχές όπου απαντά είναι το Εθνικό Πάρκο της Βόρειας Σιέρα Μάδρε στο Λουζόν, καθώς και τα όρη Άπο και Μαλιντάνγκ στο Μιντανάο.[8][15]

  • Υπολογίζεται ότι η επικράτεια που καταλαμβάνει στα παλαιά τροπικά δάση έχει επιφάνεια 9.220 χμ², ενώ η έκταση της συνολικής του επικράτειας δεν ξεπερνά τα 146.000 χμ², δηλαδή, σε συνολική έκταση μεγαλύτερη της Ελλάδας, ζουν λιγότερα από 800 άτομα (!!).

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και υποστηρίχθηκε (Kennedy, 1977) ότι τα δάση, με δένδρα της οικογένειας Dipterocarpaceae ήταν «αναμφισβήτητα» ο πρωτογενής βιότοπος του αετού των Φιλιππίνων, το ενδιαίτημα αυτό φθάνει μόνον μέχρι τα 800 μέτρα, ενώ παρατηρήθηκαν άτομα μέχρι τα 2.000 μέτρα. Το συγκεκριμένο στοιχείο, ίσως, δείχνει ότι το είδος κάποτε «κατελάμβανε πεδινά δάση μέχρι το επίπεδο της θάλασσας», ενώ η αντίληψη ότι οι αετοί είναι καλά προσαρμοσμένοι να γυροπετούν (soar) σε απότομο ανάγλυφο (χαράδρες, φαράγγια, κλπ), οδήγησε στην αντίληψη ότι «τα απόκρημνα βουνά είναι σημαντικός βιότοπος του αετού». Το είδος πιθανώς δεν φωλιάζει πάνω από τα 1.700 μ. καθώς, πέρα από το εν λόγω υψόμετρο, τα δένδρα είναι σημαντικά μικρότερα (Lewis ,1985).

Πράγματι, (Krupa, 1989a) τα 1.450 μ. θεωρούνται ως το πιθανό ανώτατο όριο φωλιάσματος και, παρόλο που το δάσος των Dipterocarpaceae έχει αναφερθεί ότι φθάνει μέχρι τα 1.500 μ. στο Μιντανάο, το ανώτερο υψομετρικό όριο για το σημαντικότερο θήραμα του αετού των Φιλιππίνων, το δερμόπτερο Cynocephalus volans, είναι τα 1.200 μ. (Wischusen et al, 1993) και, στη Λουζόν τα Dipterocarpaceae δεν ξεπερνούν το όριο των 1.000 μ. (Danielsen in lit, 1997).

Σαφώς, τα υψόμετρα, τόσο των οικοτόπων όσο και εκείνα όπου ζουν τα θηράματα, μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος και τις τοπικές κλιματικές συνθήκες, εκτός από την οποιαδήποτε ανθρώπινη επιρροή. Αν και έχουν παρατηρηθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε δάση δευτερογενούς ανάπτυξης, τα πουλιά προτιμούν το πρωτογενές δάσος (Bonnit et al 1977), ή έχουν μερικώς προσαρμοστεί στην ανθρώπινη καταπάτηση των πλαγιών «από το κυνήγι στην εκκαθαρισμένη γη και -αναγκαστικά- ζουν σε δάση δευτερογενούς ανάπτυξης».[16]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αετός των Φιλιππίνων είναι μεγάλου μεγέθους αετός, ο μεγαλύτερος σε -μέσο μήκος- παγκοσμίως (βλ. Βιομετρικά στοιχεία).[17] Μόνον η άρπυια έχει παρόμοιο μήκος, αλλά λιγότερα άτομα από τον μεγάλον αυτόν αμερικανικό αετό, ξεπερνούν τα 100 εκατοστά. Ωστόσο δεν είναι τόσο βαρύς όσο η άρπυια και ο θαλασσαετός του Στέλερ.

  • Ο μεγαλύτερος -σε μήκος- αετός των Φιλιππίνων που έχει αναφερθεί ήταν ένα άτομο από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της χώρας (FMNH) με μήκος 112 εκατοστά. Ωστόσο, επειδή το συγκεκριμένο άτομο είχε διατηρηθεί σε αιχμαλωσία, δεν μπορεί να εκπροσωπεί τα άγρια άτομα, λόγω των διαφορών ως προς την διαθεσιμότητα τροφής. [18][19]
Πορτρέτο ενήλικου αετού των Φιλιππίνων

Ο αυχένας είναι διακοσμημένος με μακριά, καφέ φτερά που σχηματίζουν δασύτριχο λοφίο, το οποίο με τη σειρά του -και σε συνδυασμό με το ογκώδες ράμφος- χαρίζει ένα παρουσιαστικό στον αετό των Φιλιππίνων που φέρνει στον νου τον μυθικό γρύπα . Το πάνω μέρος του σώματος έχει μεγάλα σκούρα καφέ καλυπτήρια φτερά, με σαφή λευκά περιγράμματα, ενώ το κάτω μέρος είναι λευκό, δημιουργώντας πλήρη αντίθεση με το πάνω. Στο κάτω μέρος της πτέρυγας και καθ’ όλο το μήκος της, εμφανίζεται σκούρα καφέ «μπάρα» στην άκρη των ερετικών φτερών, ιδιαίτερα ορατή κατά την πτήση (κοιλιακή όψη). Οι ισχυρότατοι, πτερωμένοι ταρσοί είναι κίτρινοι, και τα πόδια εφοδιασμένα με μεγάλους σκούρους γαμψώνυχες.

Το πρόσωπο του αετού κυριαρχείται από το εντυπωσιακό, ογκώδες ράμφος, το οποίο χαρακτηρίζεται από την έντονα καμπυλωτή μέση ραχιαία γραμμή (culmen), που τού δίνει μεγάλο ύψος.

Το ευθύ και ογκώδες υπερόφρυο τόξο, τονίζει το έντονα «βλοσυρό» βλέμμα του πτηνού. Το χρώμα του ράμφους είναι γκριζομπλέ, όπως και η ίριδα των οφθαλμών.

Όπως σε όλους τους αετούς, εμφανίζεται φυλετικός διμορφισμός στο είδος, του οποίου το ποσοστό δεν είναι βέβαιο αλλά, γενικά, ένα τυπικό αρσενικό είναι κατά 10% μικρότερο από το αντίστοιχο θηλυκό. Η διαφορά αυτή δεν θεωρείται ιδιαίτερα μεγάλη αφού, σε πολλά από τα άλλα μεγάλα είδη αετών, η διαφορά μεγέθους μεταξύ των ενήλικων θηλυκών και αρσενικών μπορεί να υπερβαίνει το 20% -υπέρ των πρώτων.

Τα νεαρά άτομα ξεχωρίζουν από τους ενήλικες λόγω του πιο ανοιχτόχρωμου πάνω μέρους του πτερώματος.

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: 86 (-95) έως 105 (-112) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (180-) 184 έως 200 (-220) εκατοστά.
  • Μήκος χορδής εκάστης πτέρυγας: 57,4 έως 61,4 εκατοστά
  • Μήκος ταρσού: 12,2 έως 14,5 εκατοστά.
  • Μήκος ουράς: 42,0 έως 45,3 (-50) εκατοστά.
  • Μήκος ράμφους: 7,2 εκατοστά.
  • Βάρος: (4,5-) 4,7 έως 6 (-8) κιλά.

Πηγές: ([16][18][19][20][21][22][23][24])

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προαναφέρθηκε, ο αετός των Φιλιππίνων πήρε την επιστημονική του ονομασία, επειδή πιστευόταν ότι τρέφεται αποκλειστικά με πιθήκους, κάτι που έχει αποδειχθεί ανακριβές. Αυτό μπορεί να συνέβη, επειδή το πρώτο δείγμα που εστάλη και εξετάστηκε βρέθηκε να περιέχει αχώνευτα κομμάτια ενός πιθήκου στο στομάχι του. Βέβαια, οι παλαιοί ερευνητές σωστά υποστήριζαν ότι, οι πίθηκοι είναι τα μόνα θηράματα που υπάρχουν σε αφθονία στα νησιά και μπορούν να συντηρήσουν ένα πτηνό τέτοιου μεγέθους. Όμως, κατοπινές έρευνες έδειξαν ότι οι πίθηκοι αποτελούν μέρος μόνον του διαιτολογίου των αετών και, μάλιστα, σχετικά μικρό. Υποστήριξαν δε την άποψη ότι, εάν έπρεπε να δοθεί ένα προσωνύμιο στον αετό των Φιλιππίνων, αυτό θα έπρεπε να είναι όχι «ο αετός που τρώει πιθήκους» (monkey-eating eagle) αλλά, μάλλον, «ο αετός που τρώει λεμούριους» (lemur-eating eagle)

  • (σ.σ. Η ονομασία λεμούριος για το είδος που τρέφεται ο αετός των Φιλιππίνων είναι καταχρηστική, διότι το Cynocephalus volans, όχι μόνον δεν είναι λεμούριος, αλλά ούτε καν πίθηκος).
Το δερμόπτερο θηλαστικό Cynocephalus volans αποτελεί το κυριότερο θήραμα του αετού των Φιλιππίνων (μητέρα με το μικρό της)

Μελέτες των υπολειμμάτων από φωλιές, έδειξαν ότι ο αετός των Φιλιππίνων είναι ένας ευκαιριακός (opportunist) κυνηγός, που εκμεταλλεύεται κάθε διαθέσιμο θήραμα (από νυχτερίδες των 10 γραμμαρίων, μέχρι ελάφια των 14 κιλών. Τρέφεται με, σχεδόν, όλα τα αυτόχθονα θηλαστικά και μερικά ερπετά, με προτιμώμενο θήραμα τα δερμόπτερα Cynocephalus volans, αλλά και πιθήκους, βούκερους, χοίρους, πουλερικά, ακόμη και μικρά σκυλιά, ανάλογα με την διαθεσιμότητα της τροφής και -στην περίπτωση ανατροφής των νεοσσών- την θέση της φωλιάς (βλ. και Αναπαραγωγή).

Για το, εάν επιτίθεται στα χωριά των ντόπιων και «κλέβει» οικιακά ζώα, οι γνώμες διίστανται. Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το κάνει (Ogilvie Grant 1897, Whitehead 1899a), ενώ άλλοι είναι κατηγορηματικά αντίθετοι με αυτή την άποψη (Krupa 1985, 1989a). Βέβαια, σε κατάσταση αιχμαλωσίας ο αετός των Φιλιππίνων τρώει οτιδήποτε τού προσφερθεί, από κουνέλια και πουλερικά μέχρι περιστέρια και... ζαμπόν (sic) (Wharton, 1948).

Σημαντική παράμετρος είναι ότι, τα θηράματα μπορεί να διαφέρουν από νησί σε νησί, εν μέρει επειδή εμφανίζονται σε διαφορετική διαθεσιμότητα και εν μέρει επειδή δεν υπάρχουν σε όλα. Έτσι, στο Μιντανάο λ.χ., τα κύρια θηράματα είναι τα δερμόπτερα, οι ιπτάμενοι σκίουροι, οι πίθηκοι, τα φίδια και οι σαύρες. Στα νησιά Σάμαρ και Λέιτε λείπουν οι ιπτάμενοι σκίουροι, ενώ η Λουζόν στερείται τόσο των δερμόπτερων όσο και των ιπτάμενων σκίουρων, διαθέτει όμως πιθήκους, ερπετά και, επιπροσθέτως, γιγάντια τρωκτικά του είδους Phloeomys pallidus που ζυγίζουν 2-2,5 κιλά (πάνω από το διπλάσιο του βάρους των δερμόπτερων).

Κυνήγι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρατηρήσεις στο Μιντανάο έδειξαν υψηλή δραστηριότητα μεταξύ 09.00 και 10.00 το πρωί και, αργότερα, γύρω στις 14:00, που κρίθηκε να συνδέεται με το κυνήγι. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο αετός των Φιλιππίνων εποπτεύει τον χώρο από θέση ποσταρίσματος (perch), συνήθως σε μια δασωμένη πλαγιά σε μια κοιλάδα και σε αρκετό υψόμετρο. Από αυτήν την θέση και με διαδοχικές αερολισθήσεις (glidings) απόστασης 75-125 μέτρων, ο αετός αλλάζει διαρκώς θέσεις, σε κάθε μία από τις οποίες εποπτεύει για 5-10 λεπτά, μέχρις ότου καταλήγει, σχεδόν, στον πυθμένα της κοιλάδας. Τότε, εκμεταλλευόμενος τα θερμικά ρεύματα, αρχίζει να ανακτά ύψος μέχρις ότου βρεθεί στην αρχική θέση.

Δεδομένου ότι σπάνια φτεροκοπεί, με την στρατηγική αυτή ο αετός των Φιλιππίνων αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό της λείας και την σύλληψή της με μικρή καταδίωξη. Ωστόσο, μπορεί να εισβάλλει και στο θόλο των δένδρων, όπου συχνάζουν τα δερμόπτερα θηλαστικά Cynocephalus volans, τα αγαπημένα του θηράματα, επειδή είναι νυκτόβια και κουρνιάζουν εκεί κατά την διάρκεια της ημέρας. Ο αετός των Φιλιππίνων κυνηγάει συνήθως μοναχικά, αλλά μπορεί να το κάνει και κατά ζεύγη, ιδιαίτερα όταν στοχεύει πιθήκους,[16] οπότε το ζευγάρι συνεργάζεται (το ένα πουλί τρομάζει τον πίθηκο και το άλλο τον συλλαμβάνει).

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεοσσός στην φωλιά του

Εκτιμήσεις με βάση την κατανομή των φωλιών στο Μιντανάο δείχνουν ότι, κάθε ζεύγος καλύπτει κατά μέσο όρο 133 χμ², στα οποία συμπεριλαμβάνονται, κατά μέσον όρο, 68 χμ² δάσους.[25]. Στο Μιντανάο, οι αετοί φωλιάζουν από τον Σεπτέμβριο έως Δεκέμβριο στα πρωτογενή και δευτερογενή -με όχληση- δάση, με κάποιες διαφορές στον χρονισμό (timing) μεταξύ Μιντανάο και Λουζόν.[26] Ο πλήρης κύκλος αναπαραγωγής διαρκεί δύο ολόκληρα χρόνια.[26] Οι εταίροι σχηματίζουν μονογαμικά ζεύγη, με τα θηλυκά να είναι σεξουαλικά ώριμα στα πέντε χρόνια και τα αρσενικά στα επτά.[27]

Η έναρξη των ερωτοτροπιών σηματοδοτείται κατά τον Ιούλιο, με την κατασκευή της φωλιάς, οπότε πραγματοποιούνται διάφορες εναέριες επιδείξεις, όπως γυροπέταγμα (soaring) του ζευγαριού πάνω από την περιοχή της φωλιάς, «ερωτικά» κυνηγητά με διαγώνιες εφορμήσεις και αλληλοέκθεση των γαμψωνύχων τους.[28]

Παρόλο που, κάποιες φωλιές έχουν αναφερθεί σε σπηλιές (Kennedy 1981b) ή ορθοπλαγιές (κάτι που δίνει κάποια βάση στην παλαιότερη υπόθεση ότι, οι αετοί των Φιλιππίνων φωλιάζουν σε παράκτιους γκρεμούς), στην συντριπτική τους πλειονότητα οι φωλιές κατασκευάζονται πάνω σε δένδρα (κυρίως Dipterocarpaceae). Συγκεκριμένα, επιλέγεται μια μεγάλη διχάλα στην κορυφή ενός δένδρου -ίσως του ψηλότερου στην περιοχή- που ανήκει σε κάποιο από τα παρακάτω είδη: Sapium luzonicum, Shorea polysperma, S. almon, Parashorea plicata, Petersianthus quadrialata και Octomeles sumatrana.[16] Στη διχάλα αυτή χρησιμοποιούνται ως βάση στήριξης διάφορα επίφυτα, φτέρες ή και ορχιδέες και η φωλιά δομείται από μικρά και μεγάλα κλαδιά. Το ύψος της κατασκευής από το έδαφος μπορεί να φθάνει τα 30-45 μ., συνήθως στο κάτω μισό της πλαγιάς σε μια πολύ βαθιά χαράδρα. Πολλές παλιές φωλιές μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο δέντρο, ενώ στη βάση μερικών τέτοιων δένδρων υπάρχουν τρία ή τέσσερα στρώματα από οστά, δείχνοντας την χρησιμοποίησή τους εδώ και πολλά χρόνια.

Τα δένδρα πάνω στα οποία κατασκευάζονται οι φωλιές δεν χρειάζεται να βρίσκονται σε διόδους πρωτογενών δασών. Στο Magsaysay (Davao del Sur), μία (1) φωλιά ήταν κατασκευασμένη σε δασική έκταση δύο εκταρίων, στην βάση ενός γκρεμού, που περιβαλλόταν για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο από γρασίδι και καλαμποκιές (Kennedy 1981b). Παρόλο που, αυτό δείχνει ότι η φωλιά μπορεί να κατασκευαστεί σε διαταραγμένες θέσεις με όχληση, υπάρχει σαφώς αυξανόμενη πίεση στους γονείς και στον νεοσσό, που είναι πιθανόν να οδηγήσει στην τελική απώλεια της γέννας, λόγω έλλειψης τροφής σε αυτές τις θέσεις. Η φωλιά επιστρώνεται με φρέσκα φύλλα και μπορεί να έχει διάμετρο μέχρι 1,5 μέτρα.[29]

  • Οκτώ έως 10 ημέρες πριν την ωοτοκία, το θηλυκό παρουσιάζει μια κατάσταση που είναι γνωστή ως ωοτοκικός λήθαργος (egg lethargy), κατά τη διάρκεια της οποίας δεν τρώει, πίνει άφθονο νερό και διατηρεί τις πτέρυγές της σε χαμηλή θέση.[28]

Ένα ή δύο αυγά μπορεί να εναποτεθούν αλλά, στην συντριπτική πλειονότητα, μόνον ένας (1) νεοσσός επιβιώνει και μπορεί να ανατραφεί από τους γονείς. Στην επώαση (που διαρκεί σχεδόν 2 μήνες) όπως και στο μεγάλωμα του νεοσσού συμμετέχουν και τα δύο φύλα, αλλά με αναλογία 3:1 υπέρ του θηλυκού. Το αρσενικό αναλαμβάνει το κυνήγι και το 1/3 του χρόνου επώασης και σίτισης του νεοσσού, ενώ το θηλυκό τα υπόλοιπα 2/3 των ίδιων υποχρεώσεων. Κατόπιν, όταν ο νεοσσός μεγαλώσει, κυνηγούν και οι δύο γονείς.

Από έρευνα σε φωλιές στο Μιντανάο (1963-4), φαίνεται ότι η σημαντικότερη πηγή διατροφής του νεοσσού ήταν το δερμόπτερο Cynocephalus volans, το οποίο είναι πιο εύκολο στη σύλληψη από τους πιθήκους. Συγκεκριμένα από τα 48 θηράματα, τα 43 ήσαν δερμόπτερα και μόνον 3 ήσαν πίθηκοι (Macaca fascicularis philippinensis), το 1 ήταν ιπτάμενος σκίουρος (Petinomys mindanensis) και 1 ήταν δενδροσκίουρος (Sundasciurus philippinensis), ενώ δεν καταγράφηκαν κατοικίδια ζώα. Σε άλλη έρευνα, ξανά στο Μιντανάο (1977-9), πάλι τα δερμόπτερα ήσαν η κύρια τροφή (54% της λείας), επίσης οι σιβέτες Paradoxurus hermaphroditus (12%), οι ιπτάμενοι σκίουροι Petinomys mindanensis (8%), οπωροφάγες νυχτερίδες (5%), πίθηκοι (3%), ο βούκερος Buceros hydrocorax (6%), διάφορα είδη ερπετών (8%), ένα ελάφι 14 κιλών (!) και μερικά ακόμη μικρότερα θηράματα.

Ο νεαρός αετιδεύς αρχίζει να κινεί τα άνω άκρα, σε «ασκήσεις» πετάγματος, σε περίπου 6 εβδομάδες, ενώ στις 15 εβδομάδες, βγαίνει από την φωλιά και πηγαινοέρχεται στα κοντινά κλαδιά, σε απόσταση 2-3 μέτρων. Ο νεοσσός πτερώνεται στις 105 ημέρες, περίπου, ενώ είναι ικανός για πτήση μετά από 4-5 μήνες. Μπορεί να παραμείνει στην περιοχή των γονιών του, κοντά στην φωλιά, σχεδόν για 17 μήνες.[16]

Τα νεαρά άτομα έχουν μιαν ιδιαίτερη συμπεριφορά «παιχνιδιού», γατζώνοντας κορμούς δένδρων με τα νύχια τους και, χρησιμοποιώντας τις ουρές και τις πτέρυγες για ισορροπία, βάζουν τα κεφάλια τους σε κοιλότητες. Επιπλέον, «επιτίθενται» σε άψυχα αντικείμενα για πρακτική, όπως και προσπαθούν να κρέμονται ανάποδα για να εξασκούν την ισορροπία τους.[28]

  • Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο αετός των Φιλιππίνων, μαζί με την αμερικανική άρπυια και τον αφρικανικό στεφαναετό, παρουσιάζουν τoν μακρύτερο αναπαραγωγικό κύκλο από οποιοδήποτε άλλο αρπακτικό πτηνό.[23][30]

Τα πτηνά σε αιχμαλωσία έχουν φτάσει σε ηλικίες άνω των 40 ετών,[31] αλλά αυτός ο αριθμός δεν αντιπροσωπεύει τον μέσον όρο, αφού τα άγρια πουλιά ζούν αρκετά λιγότερο.

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταστροφή ή/και ο κατακερματισμός των δασών, με την εμπορική εξαγωγή ξυλείας και εναλλαγή των καλλιεργειών, αποτελεί την κύρια μακροπρόθεσμη απειλή για το είδος. Τα παλαιά δάση συνεχίζουν να χάνονται γρήγορα, έτσι ώστε, μόλις 9.220 χμ² από αυτά παραμένουν ακόμη εντός της κατανομής του αετού. Επιπλέον, οι περισσότερες υπόλοιπες πεδινές δασικές εκτάσεις είναι μισθωμένες, με άδειες υλοτομίας. Τα ορυχεία αποτελούν επιπρόσθετο κίνδυνο. Η ανεξέλεγκτη λαθροθηρία (για τροφή, -τουλάχιστον στο παρελθόν-, εκθέματα ζωολογικών κήπων και για εμπόριο) είναι ίσως η πιο σημαντική βραχυπρόθεσμη απειλή.[32] Τα νεαρά άτομα εύκολα πυροβολούνται ή παγιδεύονται, όπως και τα ενήλικα που φωλιάζουν κοντά στις δασικές άκρες.[33]

Πολλά άτομα πέφτουν θύματα από τυχαία σύλληψη, σε παγίδες που προορίζονται για αγριογούρουνα και ελάφια, ιδιαίτερα όταν οι αετοί κυνηγούν στο έδαφος του δάσους.[33] Η συσσώρευση φυτοφαρμάκων είναι ακόμη μια πιθανή, αλλά αναπόδεικτη απειλή που μπορεί να μειώσει την ήδη αργή αναπαραγωγική απόδοση του πτηνού.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αετός των Φιλιππίνων είναι ενδημικό είδος του μεγάλου αυτού ασιατικού αρχιπελάγους, όπου είναι γνωστό από την ανατολική Λουζόν, το Σάμαρ, το Λέιτε και το Μιντανάο. Στο Μιντανάο απαντά το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, με εκτίμηση από πρόσφατη έρευνα στα 82-233 ζευγάρια αναπαραγωγής.[34] Οι εκτιμήσεις από τα υπόλοιπα τρία νησιά, είναι αποκαρδιωτικές: 6 ζεύγη στο Σάμαρ, 2 (;) στο Λέιτε και, επίσης πολύ λίγα στην Λουζόν. Παλαιότερες εκτιμήσεις του 1992 έδιναν 226 ώριμα άτομα, με συνολικό πληθυσμό -συμπεριλαμβανομένων των ανώριμων ατόμων-, 350-670 άτομα, περίπου. Η εξαγωγή συμπερασμάτων για όλα τα νησιά με βάση την πυκνότητα των φωλιών που βρίσκονται στο Μιντανάο δείχνουν, μόλις 340 ζεύγη, συνολικά. Ωστόσο, είναι άγνωστο εάν το είδος φθάνει σε παρόμοιες πυκνότητες και στα άλλα νησιά, ιδιαίτερα στην Λουζόν, γι’ αυτό και οι εκτιμήσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.[25]

Οι πληθυσμοί βαίνουν συνεχώς μειούμενοι (declining), με την πτωχή «ανανέωση» να είναι βασικός παράγοντας γι’ αυτήν την πτώση.[35] Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η διασπορά και η επιβίωση των νεαρών και ανήλικων ατόμων είναι ακόμη καθοριστικότερος παράγοντας.[25] Η πρώτη απελευθέρωση αιχμαλώτου ατόμου έγινε το 2004, όταν ένα αρσενικό αφέθηκε ελεύθερο στο δάσος του Όρους Άπο, στο Μιντανάο.[36] Αυτό το πουλί έπαθε ηλεκτροπληξία εννέα μήνες μετά την απελευθέρωση, και ένα άλλο που απελευθερώθηκε επίσης στο Μιντανάο το 2008 σκοτώθηκε από έναν κυνηγό τέσσερις μήνες μετά, αλλά προγραμματίζονται περαιτέρω πειραματικές απελευθερώσεις [37] για την ενίσχυση των άγριων πληθυσμών.[38]

  • Συμπερασματικά, το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού του είδους, είναι 90-250 ζεύγη, ή 180-500 ώριμα άτομα, που αντιστοιχεί σε, περίπου, 250-750 άτομα συνολικά.[39]

Επομένως, ο αετός των Φιλιππίνων χαρακτηρίζεται από την IUCN ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR, κριτήρια A2cd;C2a(ii)) είδος, διότι έχει πολύ μικρό πληθυσμό, ως αποτέλεσμα της εξαιρετικά ταχείας μείωσης κατά τις τις τελευταίες τρεις γενιές (56 έτη), λόγω της εκτεταμένης αποψίλωσης των δασών. Οι ανανεώσεις στον ολικό πληθυσμό των ενηλίκων φαίνεται επί του παρόντος να δείχνουν πολύ χαμηλές, που σημαίνει ότι η μείωση μπορεί να συνεχιστεί και στο μέλλον. Η επιβεβαίωση των τάσεων κρίνεται απαραίτητη, με την ελπίδα να υπάρξει αλλαγή της κατάστασης αυτής στο μέλλον.[40]

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τρέχοντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Το είδος περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι και II της CITES.
  • Από το 1970, διάφορες πρωτοβουλίες έχουν ξεκινήσει, όπως η έκδοση νομοθεσίας που απαγορεύει τις διώξεις και την προστασία των φωλιών, έρευνα, εκστρατείες ευαισθητοποίησης του κοινού, αναπαραγωγή σε αιχμαλωσία και ένα κοινωνικο-οικονομικό σχέδιο για να ανακουφίσει την πίεση που υφίσταται το είδος, αυξάνοντας παράλληλα την τοπική οικονομική ευημερία. Αυτό συμβαίνει σε πολλές προστατευόμενες περιοχές, συμπεριλαμβανομένου του φυσικού Πάρκου της Βόρειας Σιέρα Μάδρε στην Λουζόν, και τα φυσικά πάρκα των ορέων Κιτάνγκλαντ και Άπο στο Μιντανάο.
  • Υπάρχει το Ίδρυμα του Αετού των Φιλιππίνων στο Νταβάο του Μιντανάο, που επιβλέπει τις προσπάθειες αναπαραγωγής ατόμων σε αιχμαλωσία και παρακολουθεί την διατήρηση των άγριων πληθυσμών.[41] Tο 2008, υπήρχαν 32 αετοί στο κέντρο, 18 εκ των οποίων είχαν εκτραφεί σε αιχμαλωσία.
  • Το Ίδρυμα Χάριμπον εφαρμόζει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ορθής αξιοποίησης και επέκτασης σε όλη την Λουζόν, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την προσέλκυση καθηγητών φυσικών επιστημών για την ανάπτυξη ενός κέντρου που θα παρέχει πληροφορίες σχετικά με την βιοποικιλότητα και την διατήρηση του είδους.[42].
  • Συμμετοχή σε περιφερειακές εκδηλώσεις και ραδιοφωνικές εκπομπές.

(Πηγή: http://www.iucnredlist.org/details/22696012/0)

Προτεινόμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας για την κατανομή, τους αριθμούς, τις οικολογικές ανάγκες και τις απειλές που σχετίζονται με το είδος.
  • Επέκταση των προστατευομένων περιοχών ώστε να συμπεριληφθούν όλες οι θέσεις φωλιάσματος των οικοτόπων.
  • Εφαρμογή συστημάτων διαχείρισης των ενδιαιτημάτων προς όφελος της άγριας ζωής και του τοπικού πληθυσμού.
  • Ενσωμάτωση, φιλικών προς τους αετούς, πρακτικών στην δασική πολιτική.
  • Έναρξη εκστρατείας που θα «διεγείρει» την εθνική υπερηφάνεια και θα φέρει σεβασμό για τον αετό.
  • Διερεύνηση των γενετικών διαφορών μεταξύ των πληθυσμών των 4 νησιών, όπου απαντούν οι αετοί και να ληφθούν υπόψιν τα συμπεράσματα, ούτως ώστε να υπάρχουν καλύτερα αποτελέσματα στην αιχμαλωσία και απελευθέρωσή τους.[32]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Thiollay, 1994
  2. 2,0 2,1 Howard and Moore, p. 112
  3. ΠΛΜ: 3, 164
  4. "Farmer arrested for killing, eating rare Philippines eagle: officials". AFP. 2008-07-18. Retrieved 2009-01-07
  5. Kennedy et al
  6. Almario
  7. Rare Birds Yearbook 2009. England: MagDig Media Lmtd. 2008. pp. 126–127. ISBN 978-0-9552607-5-9.
  8. 8,0 8,1 Rare Birds Yearbook 2009. England: MagDig Media Lmtd. 2008. p. 127. ISBN 978-0-9552607-3-5
  9. Collar
  10. Doctolero et al
  11. Rare Birds Yearbook 2009. England: MagDig Media Lmtd. 2008. p. 127. ISBN 978-0-9552607-3-5.
  12. Shufeldt
  13. Lerner & Mindell
  14. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=175560
  15. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22696012
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 http://web.archive.org
  17. Kemp
  18. 18,0 18,1 O'Connor
  19. 19,0 19,1 Arent
  20. Dupont
  21. Tabaranza
  22. Gamauf et al
  23. 23,0 23,1 Ferguson-Lees & Christie
  24. CRC
  25. 25,0 25,1 25,2 Miranda et al
  26. 26,0 26,1 Ibañez et al
  27. Ibañez in litt. 2008
  28. 28,0 28,1 28,2 Jamora
  29. Chandler & Couzens
  30. Eagles, Hawks and Falcons of the World by Leslie Brown & Dean Amadon. The Wellfleet Press (1986), ISBN 978-1555214722
  31. Ibanez in litt. 2008
  32. 32,0 32,1 Miranda et al, 2008
  33. 33,0 33,1 Ibanez in lit. 2008
  34. Bueser et al
  35. Miranda, 2006
  36. Block
  37. J. Ibanez in lit. 2008, Philippine Eagle Foundation, 2008
  38. Salvador & Ibañez
  39. Bueser et al, 2003
  40. http://www.iucnredlist.org/details/22696012/0
  41. Salvador, 2004
  42. Haribon Foundation, in lit., 2013

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Almario, Ani Rosa S. (2007). 101 Filipino Icons. Adarna House Publishing Inc. p. 112. ISBN 971-508-302-1.
  • Arent, L. A. (2007). Raptors in Captivity. Hancock House, Washington. ISBN 978-0-88839-613-6
  • Block, E. 2004. A species extinct in zoos - the Philippine eagle. International Zoo News 51: 340-343.
  • Bueser, B.L.L., Bueser, K.G., Afan, D.S., Salvador, D.I., Grier, J.W., Kennedy, R.S. and Miranda, H.C. 2003. Distribution and nesting density of the Philippine eagle Pithecophaga jefferyi on Mindanao Island, Philippines: what do we know after 100 years? Ibis 145(1): 130-135.
  • Chandler, David; Couzens, Dominic (2008). 100 Birds to See Before You Die. London: Carleton Books. p. 171. ISBN 978-1-84442-019-3
  • Collar, N. J.; Butchart, S. H. M. 2013. Conservation breeding and avian diversity: chances and challenges. International Zoo Yearbook.
  • Collar, N. J.; Mallari, N. A. D.; Tabaranza, B. R. J. 1999. Threatened birds of the Philippines: the Haribon Foundation/BirdLife International Red Data Book. Bookmark, Makati City.
  • Collar, N.J. (December 24, 1996). The Philippine Eagle: one hundred years of solitude. Oriental Bird Club Bulletin.
  • CRC Handbook of Avian Body Masses by John B. Dunning Jr. (Editor). CRC Press (1992), ISBN 978-0-8493-4258-5.
  • Doctolero, Heidi; Pilar Saldajeno and Mary Ann Leones (2007-04-29). Philippine biodiversity, a world’s showcase. Manila Times. Retrieved August 2014
  • Dupont, John Eleuthere (1971). Philippine Birds, p. 47. Delaware Museum of Natural History
  • Ferguson-Lees, J.; Christie, D. (2001). Raptors of the World. London: Christopher Helm. pp. 717–19. ISBN 0-7136-8026-1.
  • Gamauf, A., Preleuthner, M. and Winkler, H. (1998). Philippine Birds of Prey: Interrelations among habitat, morphology and behavior. The Auk 115 (3): 713–726. doi:10.2307/4089419.
  • http://web.archive.org/web/20081010020517/http://birdbase.hokkaido-ies.go.jp/rdb/rdb_en/pithjeff.pdf
  • Ibañez, J. C.; Miranda, H. C. J.; Balaquit-Ibañez, G.; Afan, D. S.; Kennedy, R. S. 2003. Notes on the breeding behavior of a Philippine Eagle pair at Mount Sinaka, Central Mindanao. Wilson Bulletin 115: 333-336.
  • IUCN. 2013. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2013.2). Available at: http://www.iucnredlist.org. (Accessed: August 2014).
  • Jamora, Jon. Philippine Eagle Biology and Ecology. Philippine Eagle Foundation. Retrieved August 2014
  • Kennedy, R. S., Gonzales, P. C.; Dickinson, E. C.; Miranda, H. C., Jr. and Fisher, T. H. (2000). A Guide to the Birds of the Philippines. Oxford University Press, New York. ISBN 0-19-854669-6
  • Lerner, Heather R.L. & David P. Mindell (2005). Phylogeny of eagles, Old World vultures, and other Accipitridae based on nuclear and mitochondrial DNA (pdf).Molecular Phylogenetics and Evolution 37 (2): 327–346.doi:10.1016/j.ympev.2005.04.010. PMID 15925523.
  • Miranda Jr. H.; Salvador, D. I.; Bueser, G. L. 2008. Updates on the nesting biology and population status of the Philippine Eagle Pithecophaga jefferyi.
  • Miranda, H. C. 2006. New insights on the population ecology and survival of the Philippine Eagle based on radio-telemetry. Wings without borders: IV North American Ornithological Conference, October 3-7, 2006, Veracruz, Mexico, pp. 225. American Ornithologists' Union, Waco, TX, USA.
  • O'Connor, R. J. (1984). The Growth and Development of Birds. John Wiley & Sons, Chichester. ISBN 0-471-90345-0
  • Philippine Eagle Foundation. 2008. Philippine Eagle Foundation 2007 annual report.
  • Salvador, D. J. I.; Inabez, J. C. 2006. Ecology and conservation of Philippine Eagles. Ornithological Science 5(2): 171-176.
  • Salvador, D. 2004. First release of a captive-bred Philippine Eagle. Peregrine Fund Newsletter no 35: 8.
  • Shufeldt, RW (1919). Osteological and other notes on the monkey-eating eagle of the Philippines, Pithecophaga jefferyi Grant. Philippine Journal of Science 15: 31–58
  • Tabaranza, Blas R., Jr. (2005-01-17). The largest eagle in the world. Haribon Foundation. Retrieved 2012-09-23

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας» (RDB), Αθήνα 1992
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Enticott Jim and David Tipling: Photographic Handbook of the Seabirds of the World, New Holland, 1998
  • Gray, Mary Taylor The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Handrinos & Akriotis, The Birds of Greece, Helm 1997
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Jobling, J. 1991. A dictionary of scientific bird names. University Press, Oxford.
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, Collins
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Rob Hume, RSPB Complete Birds of Britain and Europe DK, 2002
  • Valpy, Francis Edward Jackson, An Etymological Dictionary of the Latin Language
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • Χανδρινός Γιώργος (Ι), «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας»
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Philippine eagle της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).