Αγανάκτηση (θεολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Αγανάκτηση)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

H αγανάκτηση είναι ένα γενικό συναίσθημα δυσφορίας, που προκαλείται από την πεποίθηση ότι ένα άτομο, ή ένα σύνολο ατόμων, ή μία ιδεολογία ή μία πράξη προσβάλλει καταφώρως (αδίκως και αναιτίως) κάποιον ή κάποιους (βλ. righteous indignation). Η αγανάκτηση μπορεί να προκληθεί για διάφορους λόγους: ψυχολογικούς, ηθικούς, κοινωνικούς, οικογενειακούς, θρησκευτικούς κ.λπ. Για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Εις Γένεσιν, MPG 53, 350) προτρέπει οι άνδρες να μην αγανακτούν κατά των συζύγων τους. Ομοίως, οι Αρχαίοι Έλληνες παρήγγειλαν στα παιδιά να υποφέρουν την πατρική οργή, χωρίς να αγανακτούν (Αιλιανού, Ποικίλαι Ιστορίαι, Βιβλ. Θ’, 33).

Στα θρησκευτικά κείμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αγία Γραφή αναφέρονται περιπτώσεις φιλοδίκαιων ανθρώπων που αγανάκτησαν για τις κοινωνικές αδικίες, για την παράβαση ηθικών Αρχών και για την περιφρόνηση θρησκευτικών εντολών (Ματθ. 20, 20-28. 26, 8, Μάρκ. 10, 35-45. 14, 4). Η «ιερή» (θρησκευτική) αγανάκτηση δημιουργείται, όταν λ.χ. ένας ή πολλοί (ο Μωυσής, ο προφήτης Ηλίας, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Χριστός, οι μαθητές τού Χριστού, ο Αρχισυνάγωγος, οι Αρχιερείς και οι Γραμματείς, ο απόστολος Παύλος, άγιος Νικόλαος κ.ά.) βλέπουν (σκανδαλιζόμενοι) κάποιον ή κάποιους συνανθρώπους τους (λαϊκούς ή κληρικούς) να απομακρύνονται ή να στρέφονται ―αντικειμενικώς ή υποκειμενικώς― κατά τού Θεού ή τού Νόμου Του (Ματθ. 21, 15, Μάρκ. 10, 14, Λουκ. 13, 14, Ιω. 2, 15, Β’ Κορ. 7, 11), αν και οι τελευταίοι έχουν υπερβαλλόντως ελεηθεί από Αυτόν (Ισίδωρου Πηλουσιώτη, Επιστολαί, Βιβλ. Ε’, ΣΚϚ’-ΣΚΗ’, MPG 78, 1469-1472). Ο φιλόσοφος και ψυχολόγος Philipp Lersch (1898-1972) διέκρινε τον θυμό από την αγανάκτηση ή την οργή. Η αγανάκτηση ξεσπά, όταν από πολύ χρόνο συσσωρεύονται απωθημένες ματαιώσεις (ορμών, αναγκών, αξιών κ.λπ.). Βλέπουμε, μάλιστα, ότι οι Άγιοι που χαρακτηρίζονταν κατ’ εξοχήν για την πραότητά τους (Μωυσής, προφήτης Ηλίας, άγ. Νικόλαος κ.ά.), αυτοί, από ιερή αγανάκτηση, εξερράγησαν ψυχολογικώς και έφθασαν μέχρι και αυτής τής σωματικής βίας. Ως Χριστιανοί, συμβουλεύει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (όπ. π.), όπως και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, δεν θα πρέπει να αγανακτούμε, όταν αδικούμαστε εμείς οι ίδιοι, αλλ’ όταν υβρίζεται ο Θεός· και πάλι, όμως, χωρίς να θυμώνουμε (Μ. Βασιλείου, MPG 31, 1129). Γιατί μία εξωφρενική αγανάκτηση, ακόμα και για χάρη τού Θεού, δεν ευχαριστεί τον ίδιο τον Θεό (Ιω. Χρυσ., Εις Ματθ., MPG 57, 37): «ανθρώπου κατεξανίστασθαι ουκ οφείλεις, ου μάλλον ή αγγέλου. Ο μεν γαρ άγγελος τή φύσει σού διέστηκεν, όπερ ούτε εγκώμιον εκείνου, ούτε κακία γένοιτο· άνθρωπος δε ανθρώπου ουκέτι φύσει, αλλά προαιρέσει διέστηκε· και έστι και εν ανθρώποις άγγελος. Ώστε ει κατ’ αγγέλων μη κατεξανίστασαι, πολλώ μάλλον κατά ανθρώπων τών εν τή φύσει ταύτη γενομένων αγγέλων. Ει γαρ γένοιτο εν ανθρώποις ενάρετος ούτως ως άγγελος, πολύ σου μάλλον ούτος μείζων, ή εκείνος εστι» (Ιω. Χρυσ., Εις Εφ., MPG 62, 77).

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τσιτσίγκος Σ. Κ., «Αγανάκτηση», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’, σ. 71-72,
  • Αβούρης Σ. Ν., «Αγανάκτησις», ΘΗΕ 1 (1962) 124-125, Lersch P., Aufbau der Person, München: J. Ambrosius Barth, 1951, 1956.