Έγκμοντ (θεατρικό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Έγκμοντ είναι θεατρικό έργο του Γκαίτε, το οποίο ολοκλήρωσε το 1788. Η δομή του όπως το προηγούμενο έργο του Götz von Berlichingen (1773), έχει επηρεαστεί από την μορφή των τραγωδιών του Σέξπιρ. Σε αντίθεση όμως με το προηγούμενο αυτό έργο, η εικόνα στο έργο Έγκμοντ της καταστροφής ενός ανθρώπου που διατηρεί την εμπιστοσύνη στην καλοσύνη των γύρω του, σηματοδοτεί μια απομάκρυνση από τα πρότυπα / αξίες που συναντάμε στο Storm and Stress.[1]

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον 'Έγκμοντ, ο Γκαίτε αναφέρεται στη μάχη του Κόμη Έγκμοντ, (1522-1568), ενάντια στον αυταρχικό Κόμη της Άλμπα. Ο Έγκμοντ είναι διάσημος Ολλανδός πολεμιστής, και ο Δούκας της Άλμπα αντιπροσωπεύει τον Ισπανό εισβολέα. Ακόμα και κάτω από την απειλή σύλληψης, ο Έγκμοντ αρνείται να το σκάσει και να εγκαταλείψει το ιδανικό της ελευθερίας. Φυλακισμένος και εγκαταλελειμμένος λόγω της δειλίας του λαού του, και παρά τις απελπισμένες προσπάθειες της ερωμένης του Klärchen, καταδικάζεται σε θάνατο.

Αντιμέτωπη με την αποτυχία και την απογοήτευση, η Klärchen αυτοκτονεί. Το έργο τελειώνει με την ύστατη παρακίνηση του ήρωα για την ανεξαρτησία. Ο θάνατός του, θάνατος ενός μάρτυρα, προβάλλεται σαν νίκη ενάντια στην καταπίεση.

Ο Egmont είναι μια πολιτική διακήρυξη, όπου η επιθυμία του Έγκμοντ για δικαιοσύνη και εθνική απελευθέρωση εναντιώνεται στην αυταρχική εξουσία του Δούκα της Άλμπα. Είναι επίσης ένα δράμα για το πεπρωμένο του Φλαμανδού ευγενή, ο οποίος μοιρολατρικά αποδέχεται τις συνέπειες της ευθύτητας και τιμιότητάς του.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φράση "Himmelhoch jauchzend, zu(m) Tode betrübt" (θεϊκή χαρά, θανάσιμη λύπη) από το τραγούδι της Klärchen στην τρίτη πράξη, έχει γίνει ρήση που αναφέρεται συχνά από Ευρωπαίους διανοούμενους ως χαρακτηριστική του ρομαντικού ψυχισμού:

Freudvoll und leidvoll, gedankenvoll sein;
Langen und bangen in schwebender Pein;
Himmelhoch jauchzend, zum Tode betrübt;
Glücklich allein ist die Seele, die liebt.

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Egmont (Μπετόβεν)

Όταν το 1809 το Burgtheater ζήτησε από τον Μπετόβεν, μεγάλο θαυμαστή του Γκαίτε, να συνθέσει την μουσική για την αναβίωση του θεατρικού, εκείνος δέχτηκε με ενθουσιασμό. Σ' αυτή την σύνθεση περιέλαβε μουσικά θέματα που αντικατόπτριζαν τις πολιτικές του ανησυχίες, τα όποια ήδη είχε εκφράσει στην όπερά του Leonore (που μετονομάστηκε Fidelio στην τελική της μορφή το 1814), και στο έργο του Coriolan Overture (1807). Εκτός από την εισαγωγή, έγραψε ακόμα εννιά κομμάτια μουσικής επένδυσης, υψηλής ποιότητας αν και λίγο ασύνδετα μεταξύ τους, που κορυφώνονται με τον θάνατο της όμορφης Klärchen. Αν και τα υπόλοιπα μέρη της μουσικής παίζονται σπάνια, η εισαγωγή του Egmont έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορα πλαίσια στην σύγχρονη τέχνη, μεταξύ των οποίων ένα φιλμ των Ηνωμένων Εθνών. Η Εισαγωγή του Έγκμοντ παίχτηκε στην Ατλάντα το 1996 σε εκδήλωση για τη μνήμη των θημάτων της Σφαγής του Μονάχου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972.[2]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Banham (1998, 431).
  2. Oestreich, James R. (4 August 1996). «From Atlanta To Munich Via 'Egmont'». The New York Times. ISSN 0362-4331. http://www.nytimes.com/1996/08/04/arts/from-atlanta-to-munich-via-egmont.html. Ανακτήθηκε στις 2011-02-03. 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Egmont (play) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).