Άντριαν Βίλαρτ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αντριάν Βιλαέρτ
Adrian Willaert.jpg
Γέννηση 1490[1]
Μπρυζ
Θάνατος 7  Δεκεμβρίου 1562[2][1]
Βενετία
Χώρα πολιτογράφησης Βέλγιο
Ιδιότητα συνθέτης
Χορηγός/οί Ιππόλυτος Β΄ των Έστε
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Ο Άντριαν Βίλαρτ (Adrian ή Adriaan Willaert, Ρούμπεκε 1490; – Βενετία 7 Δεκεμβρίου 1562) ήταν Φλαμανδός συνθέτης του 16ου αιώνα, από τους σημαντικότερους της αναγεννησιακής περιόδου. [3] Υπήρξε από τα πιο αντιπροσωπευτικά μέλη της γενιάς των «βόρειων» συνθετών που εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και μεταλαμπάδευσαν το πολυφωνικό γαλλο-φλαμανδικό ύφος, εκεί. [4]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βίλαρτ γεννήθηκε στο Ρούμπεκε του -σημερινού- Βελγίου, γύρω στο 1490. Σύμφωνα με τον μαθητή του, διάσημο θεωρητικό μουσικής του 16ου αιώνα, Τ. Τζαρλίνο (Gioseffo Zarlino), ο Βίλαρτ πήγε στο Παρίσι για νομικά, αλλά αποφάσισε να σπουδάσει μουσική. Στο Παρίσι συναντήθηκε με τον Ζ. Μουτόν (Jean Mouton), αρχισυνθέτη του γαλλικού βασιλικού παρεκκλησίου, και σπούδασε μαζί του. [5] Γύρω στο 1515, ο Βίλαρτ πήγε για πρώτη φορά στη Ρώμη. Κάποια ανέκδοτη ιστορία που έχει διασωθεί, δείχνει τις μουσικές ικανότητες του νεαρού συνθέτη: ο Βίλαρτ διαπίστωσε έκπληκτος ότι, η χορωδία του παπικού παρεκκλησίου, τραγουδούσε μία από τις δικές του συνθέσεις, πιθανότατα το 6ο μέρος του μοτέτου Verbum bonum et suave και, ακόμα πιο έκπληκτος, έμαθε ότι υπήρχε η άποψη πως, είχε γραφεί από τον -πολύ διασημότερο- συνθέτη Ζοσκέν ντε Πρε. Όταν ενημέρωσε τους τραγουδιστές για το σφάλμα τους – ότι δηλ., αυτός ήταν στην πραγματικότητα ο συνθέτης- εκείνοι αρνήθηκαν να το τραγουδήσουν ξανά. Πράγματι, το πρώιμο ύφος του Βίλαρτ είναι πολύ παρόμοιο με αυτό του ντε Πρε, με ομαλή πολυφωνία, ισορροπημένες φωνές και συχνή χρήση μίμησης.

Τον Ιούλιο του 1515, ο Βίλαρτ μπήκε στην υπηρεσία του καρδινάλιου Ιππόλυτου Α’ της Φερράρα. Ο Ιππόλυτος ήταν ταξιδευτής και ο Βίλαρτ, ίσως, τον συνόδευε στα διάφορα μέρη που πήγαινε, συμπεριλαμβανομένης της Ουγγαρίας όπου, πιθανότατα, διέμεινε από το 1517 έως το 1519. Όταν ο καρδινάλιος πέθανε, το 1520, ο Βίλαρτ μπήκε στην υπηρεσία του δούκα Αλφόνσου Α’ της Φερράρα και, το 1522, διορίστηκε στο παρεκκλήσι του δούκα. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1525 οπότε, τα αρχεία δείχνουν ότι, βρέθηκε στην υπηρεσία του Ιππόλυτου Β’, στο Μιλάνο. Ωστόσο, ο σημαντικότερος διορισμός του Βίλαρτ, και από τις σημαντικότερες στη μουσική ιστορία της Αναγέννησης, ήταν η επιλογή του ως διευθυντής παρεκκλησίου (maestro di cappella) του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, το 1527. Η μουσική βρισκόταν σε παρακμή εκεί, εξαιτίας του προκατόχου του, Π. ντε Φοσίς (Pietro de Fossis), αλλά αυτό επρόκειτο να αλλάξει σύντομα. Ο βενετός δόγης Α. Γκρίτι (Andrea Gritti) φαίνεται ότι, έπαιξε μεγάλο ρόλο σ’ αυτόν τον διορισμό και, [6] από το 1527 μέχρι το θάνατό του, το 1562, o Βίλαρτ διατήρησε τη θέση του στον Άγιο Μάρκο. [7] Αρκετοί συνθέτες ήρθαν από όλη την Ευρώπη για να μελετήσουν μαζί του, καθώς τα στάνταρντς του ήταν υψηλά, τόσο στο τραγούδι όσο και στη σύνθεση. Κατά τις προηγούμενες εργασίες του με τους δούκες της Φερράρα, ο Βίλαρτ είχε αποκτήσει πολυάριθμες επαφές και επιρροές, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας Οίκος των Σφόρτσα στο Μιλάνο. Αναμφίβολα, αυτό βοήθησε στην εξάπλωση της φήμης του και την επακόλουθη είσοδο μουσικών από ξένες χώρες στη Β. Ιταλία. Στα αυλικά έγγραφα της Φερράρα, ο Βίλαρτ αναφέρεται ως «Adriano Cantore». [8] Εκτός από παραγωγή θρησκευτικής μουσικής ως διευθυντής του Αγίου Μάρκου, έγραψε πολυάριθμα μαδριγάλια και, σε αυτό τον τομέα θεωρείται, ίσως, ο σημαντικότερος φλαμανδός συνθέτης. [9] Πέθανε στη Βενετία το 1562.

Μουσική και μουσικολογικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βίλαρτ ήταν ένας από τους πιο «ευέλικτους» συνθέτες της Αναγέννησης, γράφοντας μουσική, σχεδόν, σε κάθε υπάρχον στυλ και φόρμα. Με το κύρος της προσωπικότητας και την κεντρική του θέση ως αρχιμουσικός στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας, έγινε ο σημαντικότερος μουσικός στην Ευρώπη στην περίοδο, μεταξύ του θανάτου του Ζοσκέν ντε Πρε και του Παλεστρίνα. Ο Βίλαρτ οφείλει μεγάλο μέρος της φήμης του στη θρησκευτική μουσική, στα μοτέτα του. [10] Μάλιστα, ορισμένα από τα μοτέτα και τις γαλλικές καντσόνες a quarto sopra doi, του συνθέτη είχαν δημοσιευτεί, ήδη, από το 1520 στη Βενετία. [11]

Σύμφωνα με τον Τζαρλίνο όπως γράφει, αργότερα, τον 16ο αιώνα, ο Βίλαρτ ήταν ο εφευρέτης του αντιφωνικού ύφους, από το οποίο εξελίχθηκε το πολυχωρικό στυλ της Σχολής της Βενετίας. Καθώς υπήρχαν δύο θέσεις ψαλτών -μία σε κάθε πλευρά της αγίας πύλης στην Εκκλησία του Αγίου Μάρκου, και οι δύο εφοδιασμένες με εκκλησιαστικό όργανο-, ο Βίλαρτ χώριζε το χορωδιακό σώμα σε δύο τμήματα, χρησιμοποιώντας τους είτε αντιφωνικά είτε ταυτόχρονα. [12] Οι ντε Ρόρε (De Rore), Τ. Τζαρλίνο (G. Zarlino), A. Γκαμπριέλι (Andrea Gabrieli), Μ. Ντονάτο (Baldassare Donato) και Τ. Κρότσε (Giovanni Croce), διάδοχοι του Βίλαρτ, όλοι καλλιέργησαν αυτό το στυλ. [13] Αλλά και η παράδοση της συνθετικής γραφής που, ο Βίλαρτ, καθιέρωσε κατά τη διάρκεια της θητείας του στον Άγιο Μάρκο συνεχίστηκε από άλλους συνθέτες που εργάζονταν εκεί, καθ 'όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα. [14]

Στη συνέχεια, συνέθεσε και παρουσίασε Ψαλμούς και άλλα έργα, για δύο εναλλασσόμενες χορωδίες. Αυτή η καινοτομία γνώρισε άμεση επιτυχία και επηρέασε έντονα την εξέλιξη της νέας μεθόδου. [15] Στη Βενετία, κυριάρχησε ένα στυλ σύνθεσης για πολλές χορωδίες, που καθιερώθηκε από τον Βίλαρτ. [16] Το 1550, δημοσίευσε το Salmi spezzati, αντιφωνικές συνθέσεις ψαλμών, το πρώτο πολυχωρικό έργο της Σχολής της Βενετίας. Οι θρησκευτικές του συνθέσεις καθιέρωσαν τις φλαμανδικές τεχνικές σταθερά, ως σημαντικό κομμάτι του βενετσιάνικου στυλ. [17] Ενώ πιο πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι, ο Βίλαρτ δεν ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτή την αντιφωvική/πολυχωρική μέθοδο -ο Ν. Φινό (Dominique Phinot) την είχε σε χρήση πριν από τον Βίλαρτ και ο Γ. Μαρτίνι (Johannes Martini) ακόμη και στα τέλη του 15ου αιώνα- οι πολυχωρικές συνθέσεις του Βίλαρτ ήσαν οι πρώτες που έγιναν διάσημες και τις μιμήθηκαν ευρέως. [18]

Μαζί με τους συγχρόνους του, ο Βίλαρτ εξέλιξε την καντσόνα (canzone) (μια μορφή πολυφωνικού κοσμικού τραγουδιού) και το ριτσερκάρε, που ήταν πρόδρομοι των σύγχρονων οργανικών μορφών. [19] Ο Βίλαρτ διασκεύασε, επίσης, 22 τετραμερή μαδριγάλια για φωνή και λαούτο που έγραψε ο Βερντελό. [20] Σε ένα πρώιμο 4-μερές φωνητικό έργο του, το Quid non ebrietas ?; (σε κάποιες πηγές ονομάζεται Χρωματικός Ντούο) ο Βίλαρτ χρησιμοποιεί την τεχνική της musica ficta γύρω από τον κύκλο των 5ων σε μία από τις φωνές, με αποτέλεσμα μία αυξημένη 7η στην τελική οκτάβα, ένα εξαιρετικό «πείραμα» χρωματικής εναρμόνισης. Ο Βίλαρτ ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ευρέως χρωματικά ημιτόνια στα μαδριγάλια. [21] Με τη ματιά του στο μέλλον, μάς δίνει μια εικόνα της πρώιμης «ζωγραφικής τεχνικής», στο μαδριγάλι Mentre che'l cor. [22] Καθώς λάτρευε τις παλαιότερες τεχνικές σύνθεσης, όπως ο κανόνας, συχνά τοποθετούσε τη μελωδία στον τενόρο, αντιμετωπίζοντας την ως cantus firmus. [23] Με τη βοήθεια του ντε Ρόρε, τυποποίησε ένα στυλ πέντε φωνών στις μαδριγαλικές συνθέσεις. [24] Ο Βίλαρτ πρωτοστάτησε, επίσης, σε ένα ύφος σύνθεσης που συνέχισε, μέχρι το τέλος της περιόδου των μαδριγαλίων, να αντικατοπτρίζει τις συναισθηματικές ιδιότητες του κειμένου και τις έννοιες σημαντικών λέξεων όσο το δυνατόν πιο έντονα και με σαφήνεια. [25] Στα μαδριγάλια του Βίλαρτ διακρίνεται η σύνθεση του αντιστικτικού ύφους της γαλλο-φλαμανδικής σχολής και της έμφασης που έδιναν οι Ιταλοί στο αρμονικό χρώμα και την εκφραστικότητα. [26]

Ο Βίλαρτ υπήρξε, επίσης, εξαιρετικός δάσκαλος. [27] Μεταξύ των μαθητών του ήσαν οι, Τ. ντε Ρόρε (Cipriano de Rore) -διάδοχός του στον Άγιο Μάρκο-, Κ. Πόρτα (Costanzo Porta), Φ. νταλα Βιόλα (Francesco dalla Viola), Τ. Τζαρλίνο (Gioseffo Zarlino), Νίκολα Βιτσεντίνο και Α. Γκαμπριέλι (Andrea Gabrieli). Ένας άλλος συνθέτης που, στυλιστικά, προέρχεται από τον Βίλαρτ, ήταν ο Ορλάντο ντι Λάσσο. [28] Αυτοί οι συνθέτες, εκτός από τον Λάσσο, αποτελούσαν τον πυρήνα της γνωστής ως, «Σχολή της Βενετίας», η οποία επηρέασε αποφασιστικά την αλλαγή ύφους που σηματοδότησε την αρχή της εποχής του μπαρόκ, και άνθισε για τον υπόλοιπο 16ο αιώνα και για τον 17ο. Ο Βίλαρτ, πιθανότατα, επηρέασε και τον νεαρό Παλεστρίνα. [29] Άφησε μεγάλο αριθμό συνθέσεων - 8 (ή πιθανώς 10) Λειτουργίες, πάνω από 50 ύμνους και ψαλμούς, γύρω στα 173 μοτέτα για 3-7 φωνές, [30] περίπου 60 γαλλικά σανσόν, πάνω από 70 ιταλικά μαδριγάλια και 17 οργανικά ριτσερκάρε. Υπήρξε από τους πρώτους συνθέτες καθαρά ενόργανης μουσικής. [31]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb13901166k. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. 118771957. Ανακτήθηκε στις 16  Οκτωβρίου 2015.
  3. Miller
  4. Reese
  5. ΠΛΜ
  6. Fenlon
  7. World of Music An Illustrated Encyclopedia. 4. New York: Abradale Press. 1963. p. 1484
  8. Lockwood
  9. Wooldridge
  10. Reese
  11. Abraham
  12. ΠΛΜ
  13. Einstein
  14. Fenlon
  15. World of Music An Illustrated Encyclopedia. 4. New York: Abradale Press. 1963. p. 1484
  16. Einstein
  17. Robertson
  18. Fenlon
  19. World of Music An Illustrated Encyclopedia. 4. New York: Abradale Press. 1963. p. 1485.
  20. Abraham
  21. Robertson
  22. Reese
  23. Ulrich
  24. Ulrich
  25. Robertson
  26. ΠΛΜ
  27. Reese
  28. Wooldridge
  29. Wooldridge
  30. ΠΛΜ
  31. ΠΛΜ

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Λεξικό Μουσικής και Μουσικών» (Dictionary of Music and Musicians) του George Grove, D. C. L (Oxford, 1880)
  • Baker’s biographical dictionary of musicians, on line
  • Rob. Eitner, Biographisch-bibliographisches Quellen-LexiKon, on line
  • Kennedy, Michael Λεξικό Μουσικής της Οξφόρδης (Oxford University Press Αθήνα: Γιαλλέλης, 1989) ISBN 960-85226-1-7
  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα» (ΠΛΜ), έκδοση 1991, τόμος 14, σ. 260
  • Enciclopedia Bompiani-Musica, Milano (εκδ. ΑΛΚΥΩΝ, 1985)
  • Eric BlomThe New Everyman Dictionary of Music (Grove Weidenfeld, N. York, 1988)
  • Abraham, Gerald (1917). The Concise Oxford History of Music. Oxford: Oxford University Press. p. 230.
  • Einstein, Alfred (1965). A Short History of Music. New York: Alfred A. Knopf. p. 67.
  • Fenlon, Iain, ed. (1989). The Renaissance From the 1470s to the end of the 16th century. Englewood Cliffs: Prentice Hall. pp. 111–112.
  • Lewis Lockwood; Giulio Ongaro. "Adrian Willaert 1. Early career and Ferrarese service.". In L. Root, Deane. Grove Music Online. Oxford Music Online. Oxford University Press.
  • Miller, Hugh M. (1972). History of Music. New York: Harper & Rowe, Publishers, Inc. p. 53.
  • Reese, Gustave (1959). Music in the Renaissance. New York: W. W. Norton & Company Inc. pp. 370–371.
  • Robertson, Alec; Stevens, Denis, eds. (1965). A History of Music. 2. New York: Barnes & Noble, Inc. p. 160.
  • Ulrich, Homer; Pisk, Paul A. (1963). A History of Music and Musical Style. New York: Harcourt, Harcourt Brace Jovanovich, Inc. p. 177.
  • Wooldridge, H. E. (1973). The Oxford History of Music. 2. New York: Cooper Square Publishers, Inc. p. 197.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Adrian Willaert της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).