Κομητεία της Φλάνδρας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Κομητεία της Φλάνδρας (ολλανδικά: Graafschap Vlaanderen‎, δυτικά φλαμανδικά: Groafschap Vloandern, γαλλικά: Comté de Flandre‎) ήταν μια ιστορική περιοχή στις Κάτω Χώρες.

Από το 862 και μετά, οι κόμητες της Φλάνδρας ήταν μεταξύ των αρχικών δώδεκα ομοτίμων του βασιλείου της Γαλλίας. Για αιώνες, οι κτήσεις τους γύρω από τις πόλεις της Γάνδης, της Μπριζ και του Υπρ αποτελούσαν μια από τις πιο εύπορες περιοχές της Ευρώπης.

Μέχρι το 1477, η περιοχή υπό τη γαλλική επικυριαρχία βρισκόταν δυτικά του Σκάλδη και ονομαζόταν «Βασιλική Φλάνδρα» (ολλανδικά: Kroon-Vlaanderen, γαλλικά: Flandre royale). Εκτός από αυτήν οι κόμητες, από τον 11ο αι. και μετά, κατείχαν γη ανατολικά του ποταμού ως φέουδο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: «Αυτοκρατορική Φλάνδρα» (Rijks-Vlaanderen ή Flandre impériale). Μέρος των Βουργουνδικών Κάτω Χωρών από το 1384, που είχε μια περίπλοκη σχέση με τη Γαλλία, ολόκληρη η κομητεία περιήλθε στην Αυτοκρατορία μετά την Ειρήνη της Μαδρίτης το 1526 και την Ειρήνη των Κυριών το 1529.

Έχοντας ήδη ανακτήσει πολλά, μέχρι το 1795, το υπόλοιπο –εντός των Αυστριακών Κάτω Χωρών– εξαγοράστηκε επίσης από τη Γαλλία υπό τη Γαλλική Πρώτη Δημοκρατία. Ως αποτέλεσμα της μάχης του Βατερλώ της ίδιας χρονιάς, πέρασε στο νεοσύστατο Ηνωμένο Βασίλειο των Κάτω Χωρών το 1815. Η πρώην κομητεία της Φλάνδρας, εκτός από τη Γαλλική Φλάνδρα, είναι το μόνο τμήμα του ύστερου μεσαιωνικού γαλλικού βασιλείου εκτός της σύγχρονης Γαλλίας (η Καταλονία είχε αποκηρυχτεί το 1258).

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φλάνδρα και η Φλαμανδική (ολλανδικά: Vlaanderen, Vlaams) πιθανότατα προέρχονται από τα φρισικά *flāndra και *flāmisk (στα παλαιά φρισικά flamsk), οι ρίζες των οποίων είναι το γερμανικό *flaumaz που σημαίνει "υπερχείλιση, πλημμύρα". Η παράκτια περιοχή της Φλάνδρας πλημμύριζε δύο φορές την ημέρα από τον 3ο έως τον 8ο αι. από τη Βόρεια Θάλασσα, την εποχή που η ακτή επισκεπτόταν συχνά από Φρίσιους έμπορους (βοοειδών) και πιθανότατα κατοικείτο σε μεγάλο βαθμό από Φρίσους.

Ο Φλαμανδικός λαός αναφέρεται για πρώτη φορά στη βιογραφία του Αγίου Ελιγίου (περί το 590–660), τη Vita sancti Eligii. Αυτό το έργο γράφτηκε πριν από το 684, αλλά είναι γνωστό μόνο από το 725. Αυτό το έργο αναφέρει τους «Flanderenses», που έζησαν στη «Flandris».

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοπογραφικός χάρτης της κομητείας της Φλάνδρας στα τέλη του 14ου αι., όπου τα γαλλο-αυτοκρατορικά σύνορα σημειώνονται με κόκκινο χρώμα.

Η γεωγραφία της ιστορικής κομητείας της Φλάνδρας επικαλύπτεται μόνο εν μέρει με τη σημερινή περιοχή της Φλάνδρας στο Βέλγιο, αν και ακόμη και εκεί εκτείνεται πέρα από τις σημερινές επαρχίες της Δυτικής Φλάνδρας και της Ανατολικής Φλάνδρας. Ορισμένες από τις ιστορικές κομητείες αποτελούν πλέον μέρος της Γαλλίας και της Ολλανδίας. Η γη που καλύπτεται από την κομητεία εκτείνεται σε:

Σημαία και όπλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φίλιππος κόμης της Αλσατίας (2ος από δεξιά) φέρει ξίφος στη στέψη του Φιλίππου Β΄ της Γαλλίας. Ο κόμης της Φλάνδρας ήταν ένας από τους 12 αρχαίους ομότιμους ή «ίσους» του βασιλιά της Γαλλίας. (1455, πίνακας ζωγραφικής του Ζαν Φουκέ).

Ο θυρεός της κομητείας της Φλάνδρας φέρεται να δημιουργήθηκαν από τον Φίλιππο της Αλσατίας, κόμη της Φλάνδρας από το 1168 έως το 1191: είναι ένας επιτιθέμενος (αναρριχόμενος) μέλας λέων επί χρυσού πεδίου. Στην ιστορία για τη μάχη των Χρυσών Σπειρουνιών, τα όπλα και η αντίστοιχη κραυγή της μάχης Vlaendr'n den leeuw («Φλάνδρα, η λέαινα!») διαδραμάτισε κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση μιας φλαμανδικής συνείδησης, η οποία διαδόθηκε πρόσφατα από το βιβλίο Ο λέων της Φλάνδρας (De Leeuw van Vlaanderen) του Χέντρικ Κόνσινς. Ως αποτέλεσμα, ο θυρεός της κομητείας επιζεί ως θυρεός της Φλαμανδικής Κοινότητας.

Λέγεται ότι ο Φίλιππος κόμης της Αλσατίας έφερε μαζί του τη σημαία με τον λέοντα από τους Αγίους Τόπους, όπου το 1177 υποτίθεται, ότι την κατέκτησε από έναν Σαρακηνό ιππότη, αλλά αυτό είναι μύθος. Το απλό γεγονός, ότι το λιοντάρι εμφανίστηκε στην προσωπική του σφραγίδα από το 1163, όταν δεν είχε κάνει ακόμη ένα βήμα στον Λεβάντε, το διαψεύδει. Στην πραγματικότητα ο Φίλιππος ακολουθούσε μια δυτικοευρωπαϊκή τάση. Την ίδια περίοδο, λέοντες εμφανίστηκαν επίσης στους θυρεούς της Βραβάντης, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας, του Λίμπουργκ και άλλων περιοχών. Είναι περίεργο το γεγονός, ότι ο λέων ως εραλδικό σύμβολο χρησιμοποιήθηκε ως επί το πλείστον σε παραμεθόριες περιοχές και γειτονικές χώρες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ήταν κατά πάσα πιθανότητα ένας τρόπος να δείξουν ανεξαρτησία από τον αυτοκράτορα, ο οποίος χρησιμοποίησε έναν αετό στον προσωπικό του θυρεό. Στην Ευρώπη ο λέων ήταν ένα πολύ γνωστό πλάσμα από τα ρωμαϊκά χρόνια, μέσα από έργα όπως οι μύθοι του Αισώπου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προϊστορία και αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μελλοντική κομητεία της Φλάνδρας είχε κατοικηθεί από την προϊστορία. Κατά την Εποχή του Σιδήρου το Kέμελμπεργκ σχημάτισε έναν σημαντικό κελτικό οικισμό. Κατά την εποχή του Ιουλίου Καίσαρα, οι κάτοικοι ήταν μέρος των Bέλγων, ένα συλλογικό όνομα για όλες τις κελτικές και γερμανικές φυλές στο βόρειο τμήμα της Γαλατίας. Για τη Φλάνδρα συγκεκριμένα αυτοί ήταν οι Mενάπιοι, οι Moρίνοι, οι Nέρβιοι και οι Aτρεβάτοι.

Ο Ιούλιος Καίσαρας κατέκτησε την περιοχή γύρω στο 54 π.Χ. και ο πληθυσμός έγινε μερικώς ρωμαϊκός από τον 1ο έως τον 3ο αι. Ως αμυντική περίμετρος χρησιμοποιήθηκε ο ρωμαϊκός δρόμος που συνέδεε την Κολωνία με τη Μπουλόν-συρ-Μερ. Στον νότο, ο γαλλο-ρωμανικός πληθυσμός μπόρεσε να συντηρηθεί, ενώ ο βορράς μετατράπηκε σε μια χωρίς ανθρώπους γη, που υπέφερε επίσης από τακτικές πλημμύρες από τη Βόρεια Θάλασσα.

Στις παράκτιες περιοχές και τις περιοχές του Σκάλδη εμφανίστηκαν σταδιακά σαξονικές φυλές. Για τους Ρωμαίους, το Saxon ήταν ένας γενικός όρος και περιελάμβανε Άγγλους, Σάξωνες, Ιούτους και Eρούλους. Η παράκτια άμυνα γύρω από τη Μπουλόν και το Όουντενμπουργκ, τη Σαξωνική Ακτή (Litus Saxonicum), παρέμεινε λειτουργική μέχρι το 420 περίπου. Αυτά τα οχυρά επανδρώνοντο από Σάξονες στρατιώτες.

Από τη βασική τους γη Τοξανδρία οι Σάλιοι Φράγκοι επεκτάθηκαν περαιτέρω στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η πρώτη εισβολή στα εδάφη των Ατρεβατών αποτράπηκε το 448 στο Χωριό Ελένη (Vicus Helena). Αλλά μετά τη δολοφονία του Ρωμαίου στρατηγού Φλάβιου Αέτιου το 454 και του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Βαλεντιανού Γ΄ το 455, οι Σάλιοι Φράγκοι δεν συνάντησαν σχεδόν καμία αντίσταση. Από το Ντούισμπουργκ, ο βασιλιάς Κλοδίων κατέκτησε το Καμπραί και το Τουρναί και έφτασε στον Σομ. Μετά το τέλος του προέκυψαν δύο Σαλικά βασίλεια. Ο Χιλδέριχος Α΄ καταγράφεται το 463 ως βασιλιάς του Toυρναί και σύμμαχος των Ρωμαίων κατά των Βησιγότθων. Ήταν επίσης διαχειριστής της επαρχίας Belgica Secunda. Ο γιος του Κλόβις Α΄ κατέκτησε από το 486 όλη τη Βόρεια Γαλλία.

Πρώιμος Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εγκαταλειμμένη ακτή και η περιοχή του Σκάλδη (Scheldt) είχαν μερικώς κατοικηθεί από τον 4ο αι. από Σάξονες και Φράγκους από τα ανατολικά του Ρήνου, που διατήρησαν τον γερμανικό πολιτισμό και τη γλώσσα τους. Τον 5ο αι. οι Σάλιοι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν στη σημερινή Βόρεια Γαλλία και Βαλλωνία, κυρίως γύρω από τις πόλεις Κουρτραί, Toυρναί και Μπαβαί. Προσαρμόστηκαν στον τοπικό γαλλο-ρομαϊκό πληθυσμό. Από τον 6ο αι. η χωρίς ανθρώπους γη πιο βόρεια γέμισε από Φράγκους από τη Ρηνανία και άλλες γερμανικές ομάδες από τις Κάτω Χώρες και τη Γερμανία.

Το πρώτο κύμα μετανάστευσης στη σημερινή φλαμανδική επικράτεια συνοδεύτηκε από περιορισμένο εκχριστιανισμό. Στον απόηχο των μεταναστών, ιεραπόστολοι προσπάθησαν να προσηλυτίσουν τον ειδωλολατρικό πληθυσμό, αλλά είχαν μικρή επιτυχία. Οι επισκοπές αποκαταστάθηκαν, συνήθως με τα ίδια φυσικά όρια της Ύστερης Ρωμαϊκής εποχής: ο δρυμός Σίλβα Καρμπονάρια χώριζε την επισκοπή του Καμπραί από την Επισκοπή Τόνγκερεν, ενώ ο Σκάλδης έγινε και πάλι το σύνορο μεταξύ των επισκοπών Καμπραί και Τουρναί. Στον Βένταστ και τον Ελευθέριο του Τουρναί ανατέθηκε να αποκαταστήσουν τις επισκοπές του Αρράς και του Τουρναί. Ωστόσο, αυτές οι επισκοπές δεν κατάφεραν να επιβιώσουν ανεξάρτητα. Στα τέλη του 6ου αι. η επισκοπή του Aρράς συνδέθηκε με αυτή του Καμπραί και στις αρχές του 7ου αι. το ίδιο έγινε με τις επισκοπές Toυρναί και Nογιόν.

Στα τέλη του 6ου αι. δημιουργήθηκε το δουκάτο του Δεντελίνου στα βόρεια της περιοχής, που αργότερα θα αποτελούσε τη Νευστρία. Αυτό το δουκάτο περιλάμβανε πιθανώς τις επισκοπές της Βουλώνης, του Τερουάν, του Αρράς, του Τουρναί, του Καμπραί και του Νογιόν, επομένως τη βορειοδυτική περιοχή μεταξύ της Βόρειας Θάλασσας και του Σίλβα Καρμπονάρια, μια περιοχή της οποίας τα περιγράμματα ήταν πολύ παρόμοια με τη μεταγενέστερη Φλάνδρα. Το δουκάτο του προοριζόταν κυρίως ως στρατιωτικός και στρατηγικός αποτρεπτικός παράγοντας ενάντια στις επιδρομές των Φρισίων και των Σαξόνων. Ήταν ακρογωνιαίος λίθος στη στρατιωτική άμυνα της Μεροβίγγειας αυτοκρατορίας. Το 600 ο Χλοτάριος Β΄ (584–628) αναγκάστηκε να παραχωρήσει προσωρινά το δουκάτο του Δεντελίνου στην Αυστρασία, αλλά μετά την αποκατάσταση της αυστρασιακής διπλής μοναρχίας το 622/623 το δουκάτο επιστράφηκε.

7ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Pagi δηλ. "Shires" της Φλάνδρας, επανένωση της πρώην μαρκησίας της Φλάνδρας, που δείχνει όλα τα εδάφη που στη συνέχεια ανακτήθηκαν από τη θάλασσα.

Στα τέλη του 6ου και του 7ου αι. μια νέα εισροή εμφανίστηκε από το δυτικό Πα-ντε-Καλαί. Αυτή η περιοχή είχε γερμανοποιηθεί τον 5ο αι. και απόγονοι των Σαξόνων και των Φράγκων είχαν εγκατασταθεί στη μελλοντική Φλάνδρα και στο δουκάτο της Βραβάντης. Νέες ομάδες Γερμανών εποίκων ήρθαν επίσης από τις Κάτω Χώρες και τη Γερμανία. Οι νέοι οικισμοί τους λάμβαναν συχνά το όνομα του γερμανού ηγέτη τους, με προσθήκη «-inga haim». To -inga haim σήμαινε «ο οικισμός της φυλής του τάδε». Για παράδειγμα: Το Petegem προέρχεται από το Petta-inga-haim, που σήμαινε «ο οικισμός της φυλής των Petta».

Ο αποικισμός και η γερμανοποίηση της Φλάνδρας έλαβαν χώρα κυρίως τον 6ο και 7ο αι. Τον 7ο αι. το επίπεδο του πληθυσμού είχε αυξηθεί αρκετά, ώστε να αρχίσει η ανοικοδόμηση της θρησκευτικής, στρατιωτικής και διοικητικής υποδομής. Στον τομέα της γλωσσολογίας, η κατάσταση σταθεροποιήθηκε, έτσι ώστε τον 8ο αι. να αναδυθεί μια μεγάλη, δίγλωσση περιοχή με γραμμικά γλωσσικά σύνορα. Στο Πα-ντε-Καλαί, το οποίο ήταν πυκνοκατοικημένο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα γλωσσικό εμπόδιο είχε εμφανιστεί τον 6ο–7ο αι., αλλά τον 9ο αι. ξεκίνησε ένα κίνημα εκρωμαϊσμού, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι προσπάθειες εκχριστιανισμού τον 6ο αι. από επισκόπους όπως ο Ελευθέριος και ο Βένταστ είχαν σε μεγάλο βαθμό αποτύχει. Έτσι, τον 8ο αι. επιλέχθηκε μια διαφορετική στρατηγική. Μια νέα προσπάθεια εκχριστιανισμού έγινε υπό την επιρροή του βασιλιά Δαγοβέρτου Α΄. Διόρισε αρκετούς αφοσιωμένους ιεραποστόλους από τα νότια μέρη του βασιλείου του στις βασιλικές του επικράτειες στα βόρεια μέρη του βασιλείου του. Στους ιεραποστόλους ανατέθηκε η ίδρυση μοναστηριών και αβαείων εκεί, που επρόκειτο να χρησιμεύσουν ως κέντρα του Χριστιανισμού σε μια ειδωλολατρική περιοχή. Από αυτά τα κέντρα θα μπορούσε να ξεκινήσει η μεταστροφή του τοπικού πληθυσμού.

Το 649 ο Άουντομαρ ίδρυσε ένα αβαείο στο Σίτιου (το αβαείο του Σαιν Μπερτίν) και το 680 ο Aουμπέρτους ίδρυσε το αβαείο του Σαιν Βάαστ κοντά στο Aρράς. Ο εκχριστιανισμός του πληθυσμού ήταν κυρίως έργο ιεραποστόλων, όπως ο Aμάντους (αβαείο του Σαιν Μπάβο και το Αββαείο του Αγίου Πέτρου στη Γάνδη) και ο Eλίγιος (παράκτια περιοχή και Αμβέρσα). Στον «βίο» του, ο Eλίγιος κάνει την πρώτη αναφορά της λέξης «Φλάνδρα», όταν περιόδευσε την περιοχή γύρω στο 650.

Κατά τον 7ο αι. δημιουργήθηκαν τα πρώτα gaue ή pagi (επαρχίες ή νομοί) στα φλαμανδικά εδάφη. Τα gaue ήταν διοικητικές υποδιαιρέσεις των πόλεων. Τα gaue από τον 7ο και τον 8ο αι. θα αποτελέσουν τη βάση της κομητείας της Φλάνδρας. Το pagus Tornacensis χρονολογείται από το περίπου 580, και από τον 7ο αι. γνωρίζουμε για το «pagus Cambracinsis» το 663, το pagus Taroanensis από το 649 και το pagus Bracbatensis στα τέλη του αιώνα. Από τον 8ο αιώνα γνωρίζουμε το pagus Rodaninsis από το 707, τo pagus Gandao από το πρώτο τέταρτο του 8ου αι., το pagus Mempiscus από το 723 και το pagus Flandrensis από το 745 περίπου. Τέλος, το pagus Austrebatensis και το pagus Curtracensis υπολογίζονται επίσης ως Mεροβίγγεια gaue.

Καρολίγγοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κομητεία της Φλάνδρας του 10ου αι. δίπλα στη Λοθαριγγία.

Το 751 οι Καρολίγγειοι μαγιορδόμοι του παλατιού κατάφεραν να απομακρύνουν τους Μεροβίγγειους από την εξουσία και να αποκτήσουν τον θρόνο για τον εαυτό τους. Ο τελευταίος Μεροβίγγειος βασιλιάς, ο Χιλδέριχος Γ΄, τέθηκε σε αιχμαλωσία στο μετέπειτα αβαείο του Αγίου Βερτίνου στο Σαιντ Ομέρ, και του έκειραν τα μακριά μαλλιά, το σύμβολο της βασιλικής εξουσίας.

Ο Καρλομάγνος διαδέχθηκε τον πατέρα του Πεπίνο τον Βραχύ στη Νευστρία και την Αυστρασία και -μετά το τέλος του αδελφού του Καρλομάν- μπόρεσε να επανενώσει ολόκληρη τη Φραγκική αυτοκρατορία. Αν και διέμενε στο Άαχεν, πέρασε πολύ χρόνο ταξιδεύοντας στις περιοχές του. Το 811 επιθεώρησε τον στόλο,, που είχε παραγγείλει να κατασκευαστεί στη Βουλώνη και τη Γάνδη, για να προστατεύσει από τις εισβολές των Βίκινγκς.

Η περιοχή που περιελάμβανε τη μελλοντική Φλάνδρα ήταν, από οικονομική άποψη, μια ακμάζουσα περιοχή, με μια σειρά από λιμάνια κατά μήκος του ποταμού Σκάλδη: Γάνδη, Toυρναί, Βαλενσέν, Καμπραί και Λαμπρ στο Ντουαί στον Σκάρπε και μια σειρά από θαλάσσια λιμάνια: Κεντόβικ, Βουλώνη και Iζέρ πόρτους, ένα λιμάνι στις εκβολές του Yζέρ. Επιπλέον, η περιοχή περιελάμβανε μια σειρά από πλούσια αβαεία, όπως το αβαείο του Σαιν Μπερτίν, το αββαείο του Σαιν Μπάβο, το αβαείο του Σαιντ-Αμάντ και το αβαείο του Σαιν Βάαστ.

Τον Καρλομάγνο διαδέχθηκε ο γιος του Λουδοβίκος Α΄ ο Ευσεβής. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της ζωής του Λουδοβίκου, οι τρεις γιοι του άρχισαν να διαπληκτίζονται για την κληρονομιά του. Τελικά συνήψαν πολλαπλές συνθήκες, εκ των οποίων η Συνθήκη του Βερντέν, που υπογράφηκε το 843, θα ήταν η οριστική συνθήκη. Αυτές οι συνθήκες δημιούργησαν την Ανατολική Φραγκία, τη Μέση Φραγκία και τη Δυτική Φραγκία . Η Δυτική Φραγκία, που κληρονόμησε ο Κάρολος Β΄ ο Φαλακρός, περιελάμβανε την αρχική κομητεία της Φλάνδρας, που εκτεινόταν περίπου μεταξύ του Όουντεμπουργκ, του Άαρντενμπουργκ και του Τόρχοουτ.

Μετά το τέλος των βασιλιέων της Μέσης Φραγκίας, οι ηγεμόνες του Δυτικού και του Ανατολικού Φραγκικού Βασιλείου μοίρασαν μεταξύ τους το βασίλειο της Μέσης Φραγκίας με τη συνθήκη του Mέερσεν το 870. Τώρα η Δυτική Ευρώπη είχε χωριστεί σε δύο πλευρές: τη συμπαγή Δυτική Φραγκία (η μετέπειτα Γαλλία) και τη χαλαρή συνομοσπονδία των πριγκιπάτων της Ανατολικής Φραγκίας, που θα γινόταν η Γερμανία.

Στον βορρά, αυτές οι δύο δυνάμεις χωρίζοντο από τον ποταμό Σκάλδη (Scheldt), ο οποίος προηγουμένως χώριζε τη Δυτική Φραγκία από τη Μέση Φραγκία. Αυτός ο διαχωρισμός παρέμεινε αμετάβλητος μέχρι την εποχή του Καρόλου Ε΄, αυτοκράτορα της Γερμανίας .

Ανάπτυξη τον 9ο, 10ο και 11ο αι. (864–1071)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοποθέτηση του Βαλδουίνου Α΄ ως πρώτου κόμη της Φλάνδρας από τον Κάρολο Β΄ τον Φαλακρό, βασιλιά των Φράγκων.
Το βασίλειο της Γαλλίας το 1030 (η Φλάνδρα στα βόρεια, με πράσινο).

Στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά, η Ευρώπη πέρασε μια βαθιά κρίση. Οι Βίκινγκς εισέβαλαν από τα βόρεια, οι Μαγυάροι από τα ανατολικά και οι Σαρακηνοί από το νότο. Όλοι άφησαν ίχνη καταστροφής. Οι κεντρικές αρχές των δύο φραγκικών βασιλείων δεν μπόρεσαν να οργανώσουν μια αποτελεσματική άμυνα, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να χάσει την πίστη και την εμπιστοσύνη στους πολύ απομακρυσμένους ηγεμόνες τους. Στον απόηχο αυτού του κενού εξουσίας, τοπικά ισχυρά άτομα βρήκαν την ευκαιρία. Συχνά αυτά τα άτομα ήταν απόγονοι ανθρώπων, που σχετίζοντο με τον Καρλομάγνο.

Η κομητεία της Φλάνδρας προήλθε από το gau του pagus Flandrensis, με επικεφαλής τη δυναστεία των Φορέστιερς, που είχε διοριστεί από τον Καρλομάγνο, ο οποίος είχε μια μικρή συνεισφορά ενώνοντας μικρές φεουδαρχικές περιοχές στα υψηλότερα τμήματα της Φλαμανδικής Κοιλάδας. Η δυναστεία των Forestiers ενίσχυσε επίσης τα ιδρύματα τηςΕκκλησίας στη σχετικά έρημη περιοχή.

Ο πρώτος μάαργραβος (κόμης) της Φλάνδρας ήταν ο Βαλδουίνος Α΄, [1] που έγινε κόμης το 862, και ένα ρομαντικό ανέκδοτο συνδέεται με αυτό: ο Βαλδουίνος έφυγε με την κόρη του Φράγκου βασιλιά Καρόλου Β΄ του Φαλακρού, Ιουδίθ της Δυτικής Φραγκίας. Η Ιουυδήθ, η οποία στο παρελθόν είχε παντρευτεί δύο Άγγλους βασιλείς, αρνήθηκε την εντολή του πατέρα της να επιστρέψει κοντά του. Μετά από μεσολάβηση του πάπα, ο Φράγκος βασιλιάς συμφιλιώθηκε με τον γαμπρό του και του έδωσε τον τίτλο του μαργράβου και τις αντίστοιχες φεουδαρχικές περιοχές ως προίκα. Ο μάργραβος ήταν κυρίως στρατιωτικός διορισμός και ορισμένες εκδοχές της ιστορίας θεωρούν, ότι ο βασιλιάς Κάρολος Β΄ έκανε τον Bαλδουίνο μάργραβο με την ελπίδα, ότι θα σκοτωθεί από τους Βίκινγκς.

Αρχικά οι Γάλλοι βασιλείς ήθελαν να εξασφαλίσουν την ασφάλεια των βόρειων γαλλικών συνόρων από τις εισβολές των Βίκινγκς με αυτή την πράξη. Ωστόσο οι κόμητες χρησιμοποίησαν καλά την κατάσταση της κρίσης, ενσωματώνοντας τις γύρω λεηλατημένες περιοχές ο καθένας στην κομητεία του. Οι κόμητες διεύρυναν την επιρροή του αρχικού φλαμανδικού pagus με την πάροδο των ετών σε όλες τις περιοχές νότια και δυτικά του ποταμού Σκάλδη, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής κυριαρχίας των Τεσσάρων Θέσεων (Amts), της Ζηλανδικής Φλάνδρας, του μπουργκραβάτου Άααλστ στα ανατολικά και της κομητείας Αρτουά στα νότια, η οποία παρέμεινε μέρος της Φλάνδρας έως ότου έγινε ξεχωριστή κομητεία το 1237. Μετά από αυτήν την ημερομηνία, η κομητεία του Αρτουά σε διάφορες περιόδους εξακολουθούσε να τελεί υπό την κυριαρχία του κόμη της Φλάνδρας ως ξεχωριστός τίτλος, έως ότου απορροφήθηκε από το γαλλικό στέμμα.

Η ευημερία τον 12ο και 13ο αι. (1071–1278)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γκράβενστεεν στη Γάνδη, κτισμένο από τον Φίλιππο της Αλσατίας.

Ο Οίκος της Φλάνδρας παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1119, όταν ο Βαλδουίνος Ζ΄ της Φλάνδρας απεβίωσε χωρίς κληρονόμο και η κομητεία κληρονομήθηκε από τον Κάρολο Α΄ τον Καλό, του Οίκου των Έστριντσεν. Εγκατέλειψε τον τίτλο «μαρκήσιος της Φλάνδρας», που χρησιμοποιήθηκε παράλληλα με τον τίτλο του κόμη από τον 10ο αι. Οι κόμητες της Φλάνδρας ήταν οι τελευταίοι Γάλλοι άρχοντες, που χρησιμοποίησαν τον τίτλο του μαρκήσιου, ο οποίος δεν θα χρησιμοποιηθεί ξανά στη Γαλλία μέχρι το 1504 [2]. Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα υπό τον Γουλιέλμο Κλίτο της Νορμανδίας (1127 έως 1128), η κομητεία πήγε στον Τιερί της Αλσατίας του Οίκου της Λωρραίνης. Υπό τον Τιερί (1128–1168) και τον διάδοχό του Φίλιππο της Αλσατίας, η σημασία και η ισχύς της Φλάνδρας αυξήθηκαν.

Στο δεύτερο μισό του 12ου αι., η κομητεία πέρασε μια περίοδο μεγάλης ακμής, όταν ο Φίλιππος της Αλσατίας κατάφερε να ενσωματώσει την κομητεία Βερμαντουά στη Φλάνδρα μέσω της κληρονομιάς της συζύγου του. Τα εδάφη που έλεγχε, έφτασαν τώρα σε απόσταση 25 χλμ. από το Παρίσι και ήταν μεγαλύτερα από τα εδάφη, που έλεγχε άμεσα ο επικυρίαρχός του βασιλιάς της Γαλλίας.

Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Οίκου της Αλσατίας/Λωρραίνης αναπτύχθηκαν πόλεις και δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί. Τα λιμάνια Γκράβελιν, Νιούπορτ, Ντάμε, Biervliet, Δουνκέρκη και Mάρνταϊκ ιδρύθηκαν, καθώς και το Καλαί από τον αδελφό του Φιλίππου, Mατθαίο της Αλσατίας. Εκτός από τον αποικισμό, τα λιμάνια λειτούργησαν επίσης για να μειώσουν τη λάσπη των ποταμών Άα, Υζέρ και Ζβιν, που έθεταν σε κίνδυνο την προσβασιμότητα του Σαιντ-Ομέρ, του Ύπρ και της Μπρυζ. Το Μπήρβλητ χρησίμευσε επίσης ως αντίθετο στην ολλανδική επιρροή.

Χάρτης της Φλάνδρας και του Αινώ επί την κόμισσας Ιωάννας της Κωνσταντινούπολης (1200–1244).

Οι εμπορικοί εταίροι περιελάμβαναν την Αγγλία, τις χώρες της Βαλτικής και τη Γαλλία από τη θάλασσα, και τη Ρηνανία και την Ιταλία στη στεριά. Το εμπόριο μαλλιού με την Αγγλία είχε ιδιαίτερη σημασία για την ανερχόμενη βιομηχανία υφασμάτων στη Φλάνδρα. Ο πλούτος πολλών φλαμανδικών πόλεων (όπως μαρτυρούν τα καμπαναριά και οι με ταπισερί αίθουσές τους) προήλθε από τη βιομηχανία υφασμάτων. Εκτός από αυτό, σημαντικό ήταν και το εμπόριο σιτηρών με την Αγγλία και -μέσω της Ολλανδίας- με το Αμβούργο. Το Σαιντ-Ομέρ έγινε το σημαντικότερο λιμάνι διέλευσης για το γαλλικό κρασί τον 12ο αι. Αυτοί ήταν οι αιώνες της επανάστασης των Φλαμανδών εμπόρων, με το εμπόριό τους με την Αγγλία, την περιοχή της Βαλτικής και τη Νοτιοδυτική Γαλλία, καθώς και τις χερσαίες διαδρομές προς τη Ρηνανία και την Ιταλία, αν και αργότερα μόνο οι ετήσιες εκθέσεις της Καμπανίας. Οι ακμάζουσες εμπορικές πόλεις της Φλάνδρας την έκαναν μία από τα πιο αστικοποιημένα μέρη της Ευρώπης.

Το 1194 ο Βαλδουίνος Θ΄ κόμης της Φλάνδρας, ΣΤ΄ του Αινώ και Α΄ Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης του Οίκου της Φλάνδρας, διαδέχθηκε τον Οίκο της Αλσατίας/Λωρραίνης.

Η κρίση του 14ου αιώνα (1278-1384)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1278 ο Γκυ, του Οίκου των Νταμπιέρ, έγινε κόμης της Φλάνδρας. Ο βασιλιάς της Γαλλίας ήθελε να κατακτήσει οριστικά τη Φλάνδρα και ξεκίνησε τον Γαλλο-Φλαμανδικό Πόλεμο (1297–1305). Όλο και πιο ισχυρά τον 12ο αιώ., τα αυτόνομα αστικά κέντρα της περιοχής συνέβαλαν καθοριστικά στην ήττα της γαλλικής απόπειρας εισβολής, νικώντας τους Γάλλους στη Μάχη των Χρυσών Σπειρουνιών το 1302. Αλλά τελικά οι Γάλλοι επικράτησαν στη μάχη του Moνζ-αν-Πεβέλ και με την επακόλουθη συνθήκη του Aτίς-συρ-Όρζ (1305) η Φλάνδρα έχασε τη Λιλ, το Ντουαί και τις Ορσίς στη Γαλλία και έπρεπε να πληρώσει υπέρογκα πρόστιμα, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία της ως φέουδο του γαλλικού βασιλείου. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Φλάνδρα γνώρισε μια περίοδο σχετικής ακμής με την ισχυρή βιομηχανία υφασμάτων και τα ποικίλα έργα τέχνης. Το εμπόριο στη Φλάνδρα ήταν τόσο εκτεταμένο, που αγάλματα της Παναγίας και του Παιδιού κατασκευάζονταο στη Φλάνδρα με ελεφαντόδοντο, το οποίο ήταν προσβάσιμο μόνο στα εμπορικά δίκτυα του Ινδικού Ωκεανού. [3]

Μια Φλαμανδή κυρία και ένας κύριος το έτος 1400, εικονογραφημένοι στο χειρόγραφο «Théâtre de tous les peuples et nations de la terre avec leurs habits et ornemens divers, tant anciens que modernes, diligemment depeints au naturel». Ζωγραφίστηκε από τον Λουκάς ντ'Εερέ στο 2ο μισό του 16ου αι. Σώζεται στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Γάνδης. [4]

Η φλαμανδική ευημερία μειώθηκε τον επόμενο αιώνα, ωστόσο, λόγω της εκτεταμένης μείωσης του ευρωπαϊκού πληθυσμού μετά την Επιδημία Πανώλης του 1348, της διακοπής του εμπορίου κατά τη διάρκεια του Αγγλο-Γαλλικού Εκατονταετούς Πολέμου (1338–1453) και της αυξημένης παραγωγής αγγλικών υφασμάτων. Φλαμανδοί υφαντές είχαν πάει στο Γουόρστεντ και στο Βόρειοι Γουάλσαμ στο Nόρφλοκ τον 12ο αιώνα και ίδρυση τη βιομηχανία μαλλιού.

Ο Βουργουνδός 15ος αι. (1384–1506)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάστρο Wijnendale με θέα στο τμήμα του 15ου αιώνα

Μέσω του γάμου του με τη Μαργαρίτα Γ΄ των Νταμπιέρ το 1369, ο Φίλιππος Β΄ ο Τολμηρός, δούκας της Βουργουνδίας, έβαλε τέλος στην ανεξαρτησία της Φλάνδρας. Η Φλάνδρα έγινε στην κατοχή του Οίκου των Βαλουά-Βουργουνδίας, που κυβέρνησε το Βουργουνδικό Κράτος. Το 1449 η πόλη της Γάνδης επαναστάτησε κατά του δούκα Φίλιππου Γ΄ του Καλού. Το 1453 ο Φίλιππος Β΄ συνέτριψε τους επαναστάτες στη μάχη του Γκαβέρ, τερματίζοντας την εξέγερση.

Οι πόλεις της Γάνδης και της Μπριζ λειτουργούσαν προηγουμένως ουσιαστικά ως πόλεις-κράτη, [5] :49και μετά το τέλος του δούκα Κάρολου του Τολμηρού προσπάθησε να διεκδικήσει εκ νέου αυτή τη θέση μέσω του Μεγάλου Προνομίου που απέσπασαν από τη Μαρία της Βουργουνδίας, κόρη και διάδοχο του Καρόλου. Το 1482 αυτή η τελευταία ηγεμόνας της Βουργουνδίας απεβίωσε, κάνοντας νέο κόμη τον 4ετή γιο της Φίλιππο Α΄ της Καστίλλης του Οίκου των Αψβούργων και τον σύζυγό της Μαξιμιλιανό Α΄ της Αυστρίας ως αντιβασιλιά. Οι φλαμανδικές πόλεις οργάνωσαν άλλες δύο εξεγέρσεις, αλλά αυτές τελικά υποτάχθηκαν από τους στρατούς της Γερμανίας.

Η Συνθήκη του Σενλί του 1493 καθιέρωσε την ειρήνη μεταξύ της Γαλλίας και των Αψβούργων. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης, η Φλάνδρα θα ήταν στο εξής έδαφος της Γερμανίας.

Οι δεκαεπτά επαρχίες τον 16ο αι. (1506–98)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της κομητείας της Φλάνδρας από το 1609 από τον Matthias Quad, χαρτογράφο, και τον Johannes Bussemacher, χαράκτη και εκδότη, Κολωνία

Υπό τον Κάρολο Ε΄, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (γεννημένος στη φλαμανδική πόλη Γάνδη), η Φλάνδρα έγινε μέλος του Βουργουνδικού Κύκλου. Η κομητεία ενεπλάκη αργότερα στους Πολέμους του Χέρλε.

Μέσω της Πραγματικής Κύρωσης του 1549, η κομητεία της Φλάνδρας αποσπάστηκε επίσημα από τη Γαλλία. Έγινε ανεξάρτητο έδαφος της Γερμανίας. Αυτή η συνταγματική πράξη έκανε τη Φλάνδρα μέρος των Δεκαεπτά Επαρχιών, που αποτελούσαν τις Κάτω Χώρες και από τότε θα κληρονομούντο στο σύνολό τους.

Οι Κάτω Χώρες κατείχαν σημαντική θέση στην αυτοκρατορία. Για τον Κάρολο Ε΄ προσωπικά, ήταν η περιοχή, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Λόγω του εμπορίου και της βιομηχανίας και των πλούσιων πόλεων, ήταν επίσης σημαντικές για το ταμείο. Η κυριαρχία μεταφέρθηκε στον ισπανικό κλάδο του Οίκου των Αψβούργων με τον Φίλιππο Β' της Ισπανίας και μετά το 1556 ανήκε στους βασιλείς της Ισπανίας.

Ήταν στο Στέενφορντε (στη Γαλλική Φλάνδρα) το 1566, που ξεκίνησε η καταιγίδα Μπέρντεν (θραύση των αγαλμάτων). Η καταιγίδα Μπέελντεν εξαπλώθηκε σε όλες τις Κάτω Χώρες και τελικά οδήγησε στο ξεκίνημα του Ογδοηκονταετούς Πολέμου και στην απόσχιση της Δημοκρατίας των Επτά Ενωμένων Κάτω Χωρών. Αρχικά η Φλάνδρα συνεργάστηκε με τις βόρειες επαρχίες ως μέλος της Ένωσης της Ουτρέχτης και υπέγραψε επίσης την Πράξη Απάρνησης το 1581, αλλά από το 1579 έως το 1585, στην περίοδο γνωστή ως «Καλβινιστική Δημοκρατία της Γάνδης», ανακτήθηκε από τον Ισπανικό στρατό.

Ισπανικός 17ος αι. (1598–1713)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φλάνδρα παρέμεινε υπό ισπανικό έλεγχο. Με τις προσπάθειες του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ΄, ολόκληρο το νότιο τμήμα της Φλάνδρας προσαρτήθηκε από τη Γαλλία και έγινε γνωστό ως Νότια Φλάνδρα ή Γαλλική Φλάνδρα. Αυτή η κατάσταση επισημοποιήθηκε το 1678 στη Συνθήκη του Nάιμεγκεν.

Ο Αυστριακός 18ος αι. (1713-89)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυστριακοί στρατιώτες στο Νέερβιντεν κατά τη διάρκεια των Πολέμων της Επανάστασης, 1793.

Μετά την εξαφάνιση του ισπανικού κλάδου των Αψβούργων, ο αυστριακός κλάδος των Αψβούργων έγινε κόμης της Φλάνδρας. Υπό τη Μαρία Θηρεσία της Αυστρίας, η Αυστριακή Ολλανδία άκμασε.

Τελευταία χρόνια (1789–97)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1789 ξέσπασε επανάσταση κατά του αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄. Το 1790 η κομητεία της Φλάνδρας και μια ξεχωριστή επαρχία που ονομαζόταν Δυτική Φλάνδρα, την οποία αποτελούσαν τα εδάφη που δόθηκαν πίσω από τη Γαλλία στον αυτοκράτορα, ήταν δύο από τα ιδρυτικά μέλη των Ηνωμένων Πολιτειών του Βελγίου. Όπως και τα άλλα μέρη της Αυστριακής Ολλανδίας, η κομητεία της Φλάνδρας κήρυξε την ανεξαρτησία της. Αυτό έλαβε χώρα στην αγορά της Παρασκευής στη Γάνδη στις 4 Ιανουαρίου 1790. Το "Mανιφέστο φαν Φλάεντερεν" σχεδιάστηκε από τους Σαρλ-Ζοζέφ ντε Γκραιβ και Ζαν-Ζοζέφ Ριπσαίτ.

Η κομητεία της Φλάνδρας επίσημα έπαψε να υπάρχει το 1795, όταν προσαρτήθηκε από τη Γαλλία, και χωρίστηκε σε δύο διαμερίσματα: Λυς (σημερινή Δυτική Φλάνδρα) και Eσκώ (σημερινή Ανατολική Φλάνδρα και Ζηλανδική Φλάνδρα). Η Αυστρία επιβεβαίωσε την απώλειά της στη Συνθήκη του 1797 του Κάμπο Φόρμιο.

Μετά τη Γαλλική Επανάσταση η κομητεία δεν αποκαταστάθηκε, και αντ' αυτού τα δύο διαμερίσματα συνέχισαν την ύπαρξή τους ως επαρχίες της Ανατολικής και Δυτικής Φλάνδρας στο Ενωτικό Ηνωμένο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και αργότερα, μετά τη Βελγική Επανάσταση, στο Βέλγιο.

Τίτλος κόμης της Φλάνδρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1840 και μετά, ο τίτλος «κόμης της Φλάνδρας» οικειοποιήθηκε από τη μοναρχία του Βελγίου. Κατά κανόνα διδόταν στον δεύτερο στη σειρά διαδοχής του βελγικού θρόνου. Ο τίτλος του κόμη της Φλάνδρας καταργήθηκε με βασιλική απόφαση στις 16 Οκτωβρίου 2001.

Σημαντικές συνθήκες και μάχες που αφορούσαν την κομητεία της Φλάνδρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Gilliat-Smith, Ernest (2009). The Story of Bruges. Stoddard Press. σελ. 5. ISBN 978-1-4446-6629-8. 
  2. D'Arcy Jonathan D. Boulton, "Marquis/Marquisate", Medieval France: An Encyclopedia (Taylor & Francis, 1995), 1120.
  3. «The Indian Ocean Trade: A Classroom Simulation » African Studies Center – Boston University». 
  4. «Théâtre de tous les peuples et nations de la terre avec leurs habits et ornemens divers, tant anciens que modernes, diligemment depeints au naturel par Luc Dheere peintre et sculpteur Gantois[manuscript]». lib.ugent.be. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2020. 
  5. Koenigsberger, H. G. (2001). Monarchies, States Generals and Parliaments: The Netherlands in the Fifteenth and Sixteenth Centuries. Cambridge University Press. ISBN 9780521803304. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gysseling, M. en Dhondt, J. (1948): "Vlaanderen, oorspronkelijke ligging en etymologie", in Album Prof. Dr. Frank Baur p. 192–220, Leuven.
  • Gysseling, M. (1960): Toponymisch woordenboek van België, Nederland, Luxemburg, Noord-Frankrijk en West-Duitsland (voor 1226), Tongeren.
  • Blok, D.P. (red) et al (1977–1983): Algemene Geschiedenis der Nederlanden, Fibula-Van Dishoeck, Haarlem, (ISBN 90-228-3800-5)
  • Blom, J.C.H., Lamberts, E., redactie (2006): Geschiedenis van de Nederlanden, HBuitgevers, Baarn, (ISBN 90-5574-474-3)
  • Dhondt, J. (1943): Korte geschiedenis van het ontstaan van het graafschap Vlaanderen van Boudewijn de IJzeren tot Robrecht den Fries, Brussels – The Hague.
  • Dhondt, J. (1941–1942): "Het ontstaan van het vorstendom Vlaanderen", Belgisch tijdschrift voor filologie en geschiedenis, XX, 553–572 en XXI, 53–93.
  • Ganshof, F.-L. (1944): Vlaanderen onder de eerste graven, Antwerp.
  • Nicolas, D. (1992): Medieval Flanders, London, (ISBN 0-582-01679-7)
  • Niermeyer, J.F., Presser, J., Van Houtte, J.A. (1949–1958): Algemene Geschiedenis der Nederlanden, Haarlem – Antwerp.
  • Voet, L. (1942): "De graven van Vlaanderen en hun domein, 864–1191", Wetenschappelijke Tijdingen, VII, 25–32.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]