Εκκλησία Αγίων Ισιδώρων (Λυκαβηττός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Άγιος Ισίδωρος (Λυκαβηττού))
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°58′59.2″N 23°44′33.0″E / 37.983111°N 23.742500°E / 37.983111; 23.742500

Εκκλησία Αγίων Ισιδώρων
Είδοςεκκλησία
Αρχιτεκτονικήβυζαντινή αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες37°58′59″N 23°44′33″E
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Αθηναίων
ΤοποθεσίαΛυκαβηττός
ΧώραΕλλάδα
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

Οι Άγιοι Ισίδωροι[1] ή Άγιος Ισίδωρος ή Άγιος Σιδερέας είναι μεσαιωνική εκκλησία στην Αττική. Βρίσκεται στην ΝΔ πλαγιά του Λυκαβηττού, κολλημένη ακριβώς επάνω στον κομμένο βράχο και μέσα σε μεγάλο σπήλαιο. Είναι μικρό εκκλησάκι μονόκλιτου βασιλικού ρυθμού, με ξύλινη στέγη, 5,2 Χ 12,1 μ. Καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1930 και κτίστηκε ξανά εκ βάθρων ένα χρόνο αργότερα.[2]

Ο ναός μαζί με τα παρεκκλήσιά του είναι αφιερωμένος στον Άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη, στον Άγιο Ισίδωρo τον Χιοπολίτη, στην Αγία Μυρόπη (Μερόπη) και στον Άγιο Γεράσιμο[3]. Σύμφωνα με επιτόπια επιγραφή[3], ο ναός αφιερώθηκε στους Αγίους Ισιδώρους από μία εικόνα τους, που βρέθηκε επάνω σε έναν ιερομόναχο, όταν αυτός εκοιμήθη.

Υπάγεται οργανωτικά ως αρχιεπισκοπικό παρεκκλήσιο Κ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.[4] στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών[5].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Λυκαβηττό ο Ησύχιος τον ονομάζει "λόφο με πολλά βότανα", όπως λύκους (= άνθη ίριδας, σύμφωνα με Αθηναίο ιστοριογράφο), από όπου και το όνομα του λόφου. Βρισκόταν βορειο-δυτικά του άστεως των Αθηνών, από τη μεριά των Ηρίων Πυλών (περίπου σήμερα Σταδίου και Σίνα). Η οδός ακολουθούσε τη σημερινή οδό Σίνα και πήγαινε προς τον λόφο.[6]

Στον περιβάλλοντα χώρο υπάρχει το σπήλαιο όπου τον 2ο αι. ζούσε, κατοικούσε και προσευχόταν, ο Άγιος Αριστείδης ο Αθηναίος, ο μάρτυς και φιλόσοφος.[3]

Ιστοριοδιφικές αναφορές[7] ανάγουν την ιερότητα του τόπου έως και τα ύστερα πρωτοχριστιανικά χρόνια, πληροφορώντας ότι υπήρχε χώρος διαμορφωμένος σε ναό προς τιμήν της αγίας Σιών και πως πέριξ αυτού ενταφιάζονταν οι νεκροί των χριστιανών, μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνος. Μάλιστα διασώζονται και συγκεκριμένα ονόματα, μεταξύ των οποίων ενός νεο-βαπτισθέντος παιδιού, διαφόρων γυναικών και ενός επισκόπου Κλημάτιου.

Επιπλέον σε αυτόν τον χώρο έχει ασκητέψει ο Μέγας Βασίλειος με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο[3][8].

Εδώ υπήρχε μόνο μία σπηλιά, τίποτε άλλο. Όταν ο Άγ. Βασίλειος και ο Άγ. Γρηγόριος σπούδαζαν στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών έψαχναν ησυχία και ένα κατάλυμα, διότι η φήμη τους, ακόμη και λαϊκών, ήταν πολύ μεγάλη. Ο Θεός τους έδειξε, όπως στους τρεις μάγους, αυτό εδώ το σπήλαιο, όπου ήρθαν εδώ και κατοίκησαν. Έφτιαξαν μία πρόχειρη παράγκα και εδώ έμεναν και μελετούσαν. Μετά έφευγαν και πήγαιναν στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, όπου εκεί παρακολουθούσαν τα μαθήματα, αλλά και δίδασκαν τη δική τους φιλοσοφία και πνευματικότητα στους συμφοιτητές τους και όχι μόνο.[εκκρεμεί παραπομπή]

Πιο κάτω από τον ναό, σε απότομο μέρος υπάρχει κοιλότητα, που μάλλον χρησίμευσε ως καταφύγιο ασκητή κατά την Τουρκοκρατία. Η παράδοση λέει ότι όταν βρέθηκαν στη σπηλιά οστά ασκητού, που έφεραν την εικόνα των Αγ. Ισιδώρων, τότε κτίστηκε ναός στο όνομα των Αγίων. Τον 16ο αι. ιδρύθηκε ναός.[9] Τον 17ο αι. ήταν ησυχαστήριο και ζούσαν δύο άγιοι γέροντες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν σε πάρα πολύ κόσμο, και παρουσιάζονται συχνά, και είπαν τα ονόματά τους. Υπάρχουν μαρτυρίες για πολλά θαύματα από την εποχή εκείνη. Ο ένας από τους δύο ήταν ξυλουργός και ο άλλος αγιογράφος. Κοιμήθηκαν σε μεγάλη ηλικία, όπως έχουν πει οι ίδιοι οι άγιοι που παρουσιάστηκαν. Αυτός ο χώρος λοιπόν είναι αγιασμένος και κάθε γωνία εδώ έχει πνευματική αξία. Ο χώρος ήταν ησυχαστήριο, μόναζαν εδώ.[εκκρεμεί παραπομπή]

Τα νεώτερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1834 η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, αλλά δεν υπήρχαν πολλοί ναοί τότε και οι Αθηναίοι ερχόταν για εκκλησιασμό στον ναΐσκο των Αγ. Ισιδώρων. Όταν η Αυστρία εισέβαλε στην Ιταλία, η κυβέρνηση Μιαούλη αποφάσισε ουδετερότητα, όμως παρά την απαγόρευση, φοιτητές του Πανεπιστημίου και γενικά η νεολαία της Αθήνας τέλεσε στους Αγ. Ισιδώρους δέηση υπέρ της ευοδώσεως του αγώνα των Γαλλο-Σαρδηνίων την Κυριακή 7 Ιουνίου 1859. Το 1930 από αμέλεια του νεοκόρου ο ναός κάηκε, ανηγέρθη όμως γρήγορα (1931) ευρυχωρότερος με τις συνδρομές των περιοίκων και τις δαπάνες του μηχανικού Κ. Κωττάκη. Από το 1937 άρχισε η ακμή του ναού με την συνδρομή των κατοίκων, ενώ κατασκευάστηκαν το τέμπλο, το αναλόγιο, το δεσποτικό και οι λοιπή διακόσμηση του ναού· καθιερώθηκε και η λιτάνευση της ιεράς εικόνος των Αγίων Ισιδώρων κατά τις επετείους της εορτής τους. Κατά τα έτη της Γερμανο-Ιταλικής κατοχής ο ναός έκλεισε και οι Ιταλοί βρήκαν την ευκαιρία να συλήσουν τον ναό κλέβοντας όλα τα ιερά σκεύη, ήτοι ευαγγέλια, θυμιατά, εικόνες, δισκοπότηρα, πολυελαίους κ.λπ., ενώ απέσπασαν από την εικόνα των Αγίων Ισιδώρων την αργυρή επένδυσή της. Μετά την απελευθέρωση άρχισε κανονικά η λειτουργία του Ιερού Ναού. Από τον Μάρτιο του 2001 άρχισε η συντήρηση του ναού, καθώς το νερό της βροχής εισχωρούσε και προκαλούσε φθορές. Ο περιβάλλον χώρος ευπρεπίστηκε, φυτεύτηκαν δένδρα και φυτά, επισκευάστηκε η περίφραξη και το κτήριο υδροδοτήθηκε. Ο ναός, από παρεκκλήσιο της Αρχιεπισκοπής, έγινε χώρος που λειτουργεί όπως και οι άλλες ενορίες. Εκτός από τις Κυριακές, γίνονται λειτουργίες τις εορτές, αγρυπνίες, συνάξεις και άλλες πνευματικές εκδηλώσεις. Ξεκίνησε η έκδοση περιοδικού, δημιουργήθηκε ιστοσελίδα και αναμεταδίδονται ζωντανά όλες οι ακολουθίες.[10]

Το σπήλαιο έγινε αφορμή να περάσουν από εδώ πολλοί άγιοι που πέρασαν από την Αθήνα: ο Άγ. Γεράσιμος ο εν Κεφαλληνία (1579), η Αγ. Φιλοθέη (1589), ο Άγ. Νεκτάριος (+1920), ο Άγ. Νικόλαος Πλανάς (+1932), ο Άγ. Φιλόθεος Ζερβάκος (+1980), ο Άγ. Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης (+1991).[εκκρεμεί παραπομπή]

Παρεκκλήσιο του Τιμίου Σταυρού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παρεκκλήσιο βρίσκεται στη νότια πλευρά του ναού και η είσοδος είναι μέσα από τον ναό. Είναι αφιερωμένο στον Γολγοθά και στον Τίμιο Σταυρό και έγινε στο σημείο αυτό έπειτα από πολλά οράματα. Εδώ υπάρχει η εικόνα της Παναγίας του Πάθους (η Παναγία η Αμόλυντος) με ένα ακάνθινο στέφανο επάνω στο πλαίσιό της, η εικόνα του Νυμφίου και η εικόνα Ω Γλυκύ μου Έαρ (η Παναγία που θρηνεί τον αποκαθηλωμένο Χριστό). Το ιερό είναι μικρογραφία του Φρικτού Γολγοθά. Η Αγ. Τράπεζα αποτελείται από δύο πέτρινες πλάκες, με ανάμεσά τους τρίμματα από τα λείψανα του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου και του Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Η Πρόθεση, λόγω στενότητας χώρου, είναι κάτω από την Αγία Τράπεζα. Εκεί, κάτω από την Αγία Τράπεζα, είναι η Αγία Οπή, όπου μέσα της φυλάσσεται ένα κομμάτι του βράχου του Γολγοθά και επάνω του ένα τμήμα του Τιμίου Ξύλου. Η Οπή ιδρώνει μύρο. Στο βάθος είναι η κάρα ενός ασκητού που βρέθηκε εκεί και τέθηκε στον τύπο της κάρας του Αδάμ. Η νοτιο-ανατολική πλευρά του παρεκκλησίου αποτελείται από τον βράχο του Λυκαβηττού. Στη δυτική μεριά υπάρχει μεγάλος σταυρός με τις στάσεις από την πορεία του Χριστού από το Πραιτώριο προς τον Γολγοθά. Στη βάση του υπάρχουν σε θήκη τρεις πέτρες: μία από το Πάτερ ημών, μία από τον Γολγοθά και μία από τον Πανάγιο τάφο. Στη μεριά αυτή του παρεκκλησίου αφήνουν οι θεραπευμένοι τις πατερίτσες, τα μπαστούνια και τα υποδήματά τους σε ανάμνηση της ίασής τους.

Κειμήλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας σταυρός ξύλινος μέσα σε θήκη σε σχήμα σταυρού. Προέρχεται από τη γερόντισσα Ειρήνη την Προσκυνήτρια[εκκρεμεί παραπομπή] (που είχε ζήσει κοντά στη γερόντισσα Φιλοθέη) και περιήλθε σε αυτήν με θαυμαστό τρόπο.[εκκρεμεί παραπομπή] Δεν είναι το Τίμιο Ξύλο, όμως επιστήμονες που τον ερεύνησαν είπαν ότι αποτελείται από τρία είδη ξύλου: πεύκο, κυπαρίσσι και κέδρο, που είναι αδιαχώριστα ενωμένα (όπως και το Τίμιο Ξύλο). Ο Σταυρός είναι μεγάλο προσκύνημα της Ορθοδοξίας.

Στο ανατολικό μέρος, στο τμήμα που δεν υπάρχει τέμπλο, αλλά φαίνεται ο βράχος του Λυκαβηττού, έχει τοποθετηθεί μεγάλη εικόνα της Παναγίας των Ευχών (ή του Βράχου ή η Ισιδωρίτισσα) με πολλά αφιερώματα. Υπάρχει σε θήκη τμήμα λειψάνου του Αγ. Δημητρίου του Μυροβλήτη. Σε πεσσό που χωρίζει το βόρειο κλίτος από το κύριο, υπάρχει εικόνα του Αγ. Νεκταρίου με ένα μικρό τμήμα του λειψάνου του στο κάτω μέρος της εικόνας.

Εορτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός εορτάζει του Αγ. Ισιδώρου του Πηλουσιώτου (4 Φεβρουαρίου), του Αγ. Ισιδώρου του Χιοπολίτου (14 Μαΐου), της Υψώσεως του Σταυρού, της Σταυροπροσκυνήσεως, του Αγ. Ιούδα του Θαδδαίου (19 Ιουνίου), του Αγ. Αριστείδη του Αθηναίου (13 Σεπτεμβρίου). Επίσης πολύς κόσμος συρρέει στο Ευχέλαιο της Μ. Τετάρτης και μοιράζεται έλαιο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ιερός Ναός Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 4 Ιουνίου 2020. 
  2. Ορλάνδος, Αναστάσιος (1933). Μεσαιωνικά μνημεία της πεδιάδος των Αθηνών και των κλιτυών Υμηττού – Πεντελικού, Πάρνηθος και Αιγάλεω, Τεύχος Γ'. Αθήναι. σελ. 131. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «Αγ. Ισίδωροι Λυκαβητού και Σπήλαιον Αγίου Αριστείδη του Αθηναίου Αγίου και Φιλοσόφου». Ενωμένη Ρωμιοσύνη. 3 Μαρτίου 2019. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2020. 
  4. Τομέας Πρόνοιας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος
  5. «Περιφερειακή οργάνωση | Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών». iaath.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2020. 
  6. Τάσου Νερούτσου "Χριστιανικαί Αθήναι"
  7. Νερούτσος, Τάσσος (1889). Χριστιανικαί Αθήναι: Ιστορική και αρχαιολογική μελέτη. Αθήναι: Τυπογραφείον αδελφών Περρή. σελ. 71. 
  8. Βαρβαγιάννης, Χαράλαμπος (3 Αυγούστου 2013). «Άγιος Αριστείδης». Ιερός Ναός Αγίων Ισιδώρων Λυκαββητού. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Ιουνίου 2020. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2020. 
  9. Εγκυκλοπαίδεια Μακρή
  10. π. Χαράλαμπος Βαρβαγιάννης, Νικόλαος Καββαθάς

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επίσημη Ιστοσελίδα Ιερού Ναού Αγίων Ισιδώρων Λυκαβηττού