Άγιος Δομίνικος

Ο Άγιος Δομίνικος (ισπανικά: Santo Domingo, 8 Αυγούστου 1170 - 6 Αυγούστου 1221), επίσης γνωστός στα ισπανικά και ως Ντομίνγκο ντε Γκουθμάν (Domingo de Guzmán), υπήρξε καστιλιανός ρωμαιοκαθολικός ιερέας και ιδρυτής του Τάγματος των Δομινικανών. Είναι άγιος της Καθολικής Εκκλησίας και της Αγγλικανικής Εκκλησίας, και προστάτης των αστρονόμων και των επιστημόνων της φύσης. Έχει αποδωθεί σε αυτόν και στο τάγμα που ίδρυσε η διάδοση του ροδαρίου.
Βίος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πρώτα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Δομίνικος γεννήθηκε στην Καλερουέγα σε μια εύπορη οικογένεια. Οι γονείς του, Φέλιξ και Ιωάννα, πιθανότατα ήταν έμποροι.[1] Η παλαιότερη άποψη ότι ο Δομίνικος καταγόταν από το αριστοκρατικό γένος των Γκουσμάν θεωρείται πλέoν λανθασμένη.[2] Η οικογένεια διατηρούσε στενή σχέση με την Εκκλησία: ένας από τους αδελφούς του ήταν ιερέας και δραστηριοποιούνταν στη φροντίδα ασθενών σε νοσοκομείο. Ο αδελφός του Μάνες προσχώρησε αργότερα επίσης στο Τάγμα των Δομινικανών. Η μητέρα του Ιωάννα και ο αδελφός του Μάνες ανακηρύχθηκαν μακάριοι.
Σε ηλικία πέντε ετών ο Δομίνικος στάλθηκε σε έναν θείο του από τη πλευρά της μητέρας του, ο οποίος ήταν αρχιερέας. Εκεί έλαβε την εκπαίδευσή του έως ότου, σε ηλικία 14 ετών, άρχισε τις σπουδές του στις Ελευθέριες τέχνες στην Παλένθια. Λίγο αργότερα ξεκίνησε να σπουδάζει θεολογία και φιλοσοφία. Έχοντας συνγκλονισθεί από έναν λιμό, πούλησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του τα προσωπικά του βιβλία, προκειμένου να βοηθήσει με τα έσοδα τους ανθρώπους που βρίσκονταν σε ανάγκη.
Περίοδος ως κανονικός κληρικός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1196 έγινε κανονικός κληρικός των κανονικών ιερέων στον καθεδρικό ναό του Ελ Μπούργκο δε Όσμα και το 1201 υποηγούμενος.[3]
Στις αρχές του 13ου αιώνα ο Δομίνικος ταξίδεψε μαζί με τον επίσκοπό του Ντιέγο δε Αθέμπο στη νότια Γαλλία, όπου εκείνη την εποχή το κίνημα των Καθαρών βρισκόταν στο απόγειό του. Παρατήρησε ότι οι Αλβιγινοί –όπως ονομάζονταν οι Καθαροί στη νότια Γαλλία από το οχυρό τους Αλμπί– προσέλκυαν τους ανθρώπους μέσω της αυστηρής άσκησης και του υψηλού πνευματικού επιπέδου των ηγετών τους. Αυτό βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με τον έκλυτο τρόπο ζωής των επισκόπων και τη συχνά περιορισμένη θεολογική κατάρτιση του κλήρου. Επιπλέον, οι Καθαροί κήρυτταν στον απλό λαό, κάτι που στην καθολική Εκκλησία της εποχής εκείνης επιτρεπόταν μόνο στους επισκόπους και σε λίγους εξουσιοδοτημένους από αυτούς.
Πεπεισμένος ότι υπήρχαν καλύτερα μέσα από τη βία για την καταπολέμηση της αίρεσης, ο Δομίνικος προσχώρησε μάλλον τυχαία[4] –αρχικά μαζί με τον επίσκοπό του– σε μια ομάδα αββάδων των Κιστερκιανών που είχαν αναλάβει ιεραποστολική αποστολή κατόπιν εντολής του πάπα Ιννοκέντιου Γ΄, και έζησε ως περιπλανώμενος κήρυκας στις περιοχές του Λανγκντόκ. Στην αρχή αυτό του απέφερε μικρή επιτυχία, αλλά αντιθέτως προσβολές, απειλές και λιθοβολισμούς. Σύντομα αντιλήφθηκε ότι το κήρυγμα των κιστερκιανών λεγάτων είχε περιορισμένη απήχηση λόγω της πολυτελούς τους εμφάνισης. Συνδύασε το κήρυγμά του με πειθαρχημένη πνευματική ζωή και εντατική μελέτη, προκειμένου να βρει τα καλύτερα δυνατά επιχειρήματα κατά των Καθαρών, και συμμετείχε ενεργά σε θεολογικές διαμάχες μαζί τους.

Ο επίσκοπος Ντιέγο ίδρυσε γυναικείο μοναστήρι στην Προυίγ.[5] Ο Δομίνικος συνδεόταν στενά με αυτό, και προοριζόταν να αποτελέσει αντίβαρο στα γυναικεία μοναστήρια των Καθαρών, στα οποία πολλές κοπέλες –και μη Καθαρές– λάμβαναν εκπαίδευση. Ο αρχιεπίσκοπος της Τουλούζης, Φολκέ ντε Μαρσέλια, του παραχώρησε μια εκκλησία και όρισε ότι το ένα έκτο του δεκάτου της επισκοπής του θα περιερχόταν στην κοινότητα του Δομίνικου.[6] Στις αρχές του 1215 ο Πέτρος Σέιχαν χάρισε στον Δομίνικο το σπίτι του κοντά σε αυτή την εκκλησία και εντάχθηκε ο ίδιος στην κοινότητα των κηρύκων. Έτσι η κοινότητα απέκτησε πλέον μόνιμη έδρα στην Τουλούζη.[6]

Στις 12 Μαρτίου 1208 ο κιστερκιανός και παπικός λεγάτος Πιερ ντε Καστελνώ δολοφονήθηκε, με την ανοχή του κόμη Ραϋμόνδου ΣΤ΄ της Τουλούζης.[7] Αυτό έδωσε στον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ την πολυαναμενόμενη αφορμή να ζητήσει τη στήριξη βορειογαλλικών ηγεμόνων και του βασιλιά της Γαλλίας, προκειμένου να οργανώσει σταυροφορία κατά των Καθαρών και των τοπικών υποστηρικτών τους, ιδίως του κόμη της Τουλούζης (Ραϋμόνδου ΣΤ΄) και του υποκόμη του Μπεζιέ (βλ. Σταυροφορία των Αλβιγηνών). Με τον ηγέτη που επέλεξαν οι Γάλλοι συμμετέχοντες, τον Σίμων Δ΄ του Μονφόρ, ο Δομίνικος διατηρούσε προσωπική σχέση ήδη από το 1204. Ακολούθησε τον στρατό του, ασχολούμενος όμως πρωτίστως με το κήρυγμα στις κατακτημένες πόλεις. Από το 1212 έως το 1215 του προσφέρθηκε τρεις φορές επισκοπική έδρα, αλλά ο Δομίνικος αρνήθηκε κάθε φορά.
Ίδρυση του τάγματος του Αγίου Δομίνικου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το έτος 1215 ίδρυσε στην Τουλούζη, μαζί με άλλους έξι, μια κοινότητα με σκοπό τη διάδοση της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας και την καταπολέμηση της αίρεσης. Το ίδιο έτος πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη η Δ΄ Σύνοδος του Λατερανού, το δέκατο κεφάλαιο της οποίας ζητούσε εντατικοποίηση του κηρύγματος και της ποιμαντικής μέριμνας. Όταν ο Δομίνικος ζήτησε από τον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ την επικύρωση της ίδρυσης του τάγματος, το αίτημα απορρίφθηκε αρχικά και ενθαρρύνθηκε να υιοθετήσει έναν ήδη υπάρχοντα μοναστικό κανόνα. Έτσι, ο Δομίνικος υιοθέτησε τον κανόνα των κανονικών του Αγίου Αυγουστίνου. Πρόσθεσε σε αυτόν αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με την ιδιοκτησία, τη φτώχεια και τη μελέτη, βασιζόμενος στην εμπειρία ότι κυρίως η υλική εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και των λειτουργών της έπληττε την αξιοπιστία της στον λαό και ευνοούσε τη γένεση αιρέσεων. Ωστόσο, από την αρχή επέτρεψε σε περιορισμένο βαθμό την ύπαρξη προσόδων, ενώ προσέθεσε και μοναστικού χαρακτήρα ασκητικές διατάξεις.[8] Στις 22 Δεκεμβρίου 1216 το τάγμα επικυρώθηκε από τον πάπα με παπική βούλα,[9] ενώ το 1217, σε άλλη βούλα, εμφανίζεται για πρώτη φορά η ονομασία «Ιεροκύρηκες».[10]
Εξάπλωση του τάγματος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Από την αρχή, το Τάγμα των Αδελφών Ιεροκηρύκων –αυτό είναι το επίσημο όνομα των Δομινικανών– έδινε έμφαση στη μελέτη, σε έντονη αντίθεση με τον Φραγκίσκο της Ασίζης, ο οποίος δεν επέτρεπε στους αδελφούς του ούτε καν την κατοχή ενός ψαλτηρίου. Οι Δομινικανοί έπρεπε να είναι πνευματικά άρτια καταρτισμένοι για να μπορούν να αντιμετωπίσουν τα επιχειρήματα των αιρετικών, και γι’ αυτό οι δόκιμοί τους λάμβαναν προσεκτική εκπαίδευση. Το 1217 ο Δομίνικος έστειλε τους αδελφούς στην Ισπανία και στο Παρίσι και κράτησε μόνο ένα μικρό μέρος τους στην Τουλούζη. Ο λόγος για αυτό ήταν πιθανότατα η πολιτικά ασταθής κατάσταση στη νότια Γαλλία.[11] Ο πάπας Ονώριος Γ΄ χρησιμοποίησε σε παπική βούλα της 11ης Φεβρουαρίου για πρώτη φορά τον όρο «Αδελφοί του Τάγματος των Ιεροκηρύκων».[12] Την περίοδο εκείνη ο Δομίνικος βρισκόταν στη Ρώμη και έστειλε ορισμένους αδελφούς στην ανερχόμενη πανεπιστημιακή πόλη της Μπολόνια.[12] Κατά το δεύτερο μισό του έτους 1218 ταξίδεψε στην Ισπανία και επισκέφθηκε το μοναστήρι των μοναχών στη Μαδρίτη και το μοναστήρι των αδελφών στη Σεγόβια,[13] τον Ιούλιο του 1219 μαρτυρείται παραμονή του στο Παρίσι, κατά την οποία το κύριο ζήτημα ήταν η διευκρίνιση του θέματος της φτώχειας, δηλαδή πόσο φτωχικά έπρεπε πράγματι να ζουν οι αδελφοί,[14] και τον Αύγουστο του 1219 βρισκόταν στη Μπολόνια. Στο μεταίχμιο των ετών 1219/1220 φαίνεται ότι αναζωπυρώθηκε η παλαιότερη επιθυμία του να προσυλητίσει τους ειδωλολάτρες,[15] ωστόσο προηγήθηκε η μεταρρύθμιση των ρωμαϊκών γυναικείων μοναστηριών, την οποία του είχε ζητήσει ο πάπας. Τον Μάιο του 1220 πραγματοποιήθηκε τελικά στη Μπολόνια το πρώτο γενικό κεφάλαιο του νέου τάγματος,[16] και το φθινόπωρο ακολούθησε ταξίδι στη Λομβαρδία. Λίγο αργότερα βρισκόταν και πάλι στη Ρώμη και ίδρυσε το μοναστήρι Σάντα Σαμπίνα. Τον Ιούνιο του 1221 πραγματοποιήθηκε ήδη το δεύτερο γενικό κεφάλαιο στη Μπολόνια.[17]
Το τάγμα αναπτύχθηκε ραγδαία: στα τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυσή του δημιουργήθηκαν εννέα ηγούμενοι στην Ιταλία, έξι στη Γαλλία και δύο στην Ισπανία· οι αδελφοί κήρυτταν στην Αγγλία, τη Σκανδιναβία, την Ουγγαρία και τη Γερμανία, με συνολικά 60 μοναστικές κοινότητες. Στο Παρίσι και στη Μπολόνια δίδασκαν δομινικανοί καθηγητές. Ο Δομίνικος ταξίδευε από μοναστήρι σε μοναστήρι και κήρυττε ο ίδιος με μεγάλη επιτυχία (σύμφωνα με την παράδοση, στη Λομβαρδία φέρεται να προσηλύτισε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους).

Θάνατος και ταφή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις 6 Αυγούστου 1221 ο Δομίνικος πέθανε στην Μπολόνια, σε ηλικία 51 ετών, έπειτα από ασθένεια που διήρκεσε αρκετές εβδομάδες, με φήμες για την κατάσταση του ως άγιος.[18] Σύμφωνα με την παράδοση, ο Δομίνικος πέθανε στο κρεβάτι ενός συναδελφού του, καθώς δεν διέθετε δικό του. Ετάφη στην εκκλησία του Αγίου Νικόλα, πίσω από την Αγία Τράπεζα.

Το 1228 άρχισε η επέκταση της εκκλησίας αυτής στη σημερινή βασιλική του Αγίου Δομίνικου. Στις 24 Μαΐου 1233, παρουσία του αρχιεπισκόπου Θεοδώριχου της Ραβέννας, άνοιξε ο τάφος του Δομίνικου προκειμένου τα λείψανά του να μεταφερθούν σε έναν απλό μαρμάρινο σαρκοφάγο, ο οποίος τοποθετήθηκε στο δεξιό πλάγιο κλίτος της εκκλησίας. Το 1264 οι Δομινικανοί ανέθεσαν στον Νικολό Πισάνο την κατασκευή ενός πλούσια σμιλεμένου σαρκοφάγου, της Κιβωτού του Αγίου Δομίνικου, στην οποία αναπαύονται έως σήμερα τα θνητά λείψανα του Αγίου. Το ταφικό μνημείο μεταφέρθηκε το 1411 σε νεόδμητο γοτθικό πλευρικό παρεκκλήσιο, το οποίο βρισκόταν στο μέσον της εκκλησίας, στη νότια πλευρά. Από το 1597 ο Φλοριάνο Αμπροσίνι αντικατέστησε το γοτθικό παρεκκλήσιο με νέο οικοδόμημα σε ύφος ύστερης Αναγέννησης. Η κεφαλή του Αγίου φυλάσσεται σε λειψανοθήκη του έτους 1383, πίσω από το ταφικό του μνημείο.[19]
Ιερά εξέταση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Δομίνικος συνδέεται συχνά, αλλά αποδεδειγμένα εσφαλμένα, με την Ιερά Εξέταση. Οι ιστορικές πηγές από την ίδια την εποχή του Δομίνικου δεν αποκαλύπτουν τίποτε σχετικά με συμμετοχή του στην Ιερά Εξέταση.[21] Ο Δομίνικος πέθανε το 1221, ενώ ο θεσμός της Ιεράς Εξέτασης δεν ιδρύθηκε παρά το 1231 στη Λομβαρδία και το 1234 στο Λανγκντόκ.[22]
Ο Κανόνας 27 της Γ΄ Συνόδου του Λατερανού του 1179 υπογράμμιζε το καθήκον των ηγεμόνων να καταστέλλουν την αίρεση και καταδίκαζε «τους Βραβαντέζους, τους Αραγονέζους, τους Βάσκους, τους Ναβαρραίους και άλλους, οι οποίοι επιδεικνύουν τέτοια σκληρότητα απέναντι στους χριστιανούς, ώστε να μην σέβονται ούτε εκκλησίες ούτε μοναστήρια, να μη λυπούνται ούτε χήρες ούτε ορφανά, ούτε ηλικία ούτε φύλο, αλλά, κατά τον τρόπο των ειδωλολατρών, να καταστρέφουν και να ερημώνουν τα πάντα».[23] Ακολούθησε το 1184 ένα παπικό διάταγμα του πάπα Λουκίου Γ΄, το Ad abolendam, το οποίο όριζε ότι οι επίσκοποι όφειλαν να διερευνούν την παρουσία αιρέσεων στις αντίστοιχες επισκοπές τους. Οι πρακτικές και οι διαδικασίες των επισκοπικών εξετάσεων μπορούσαν να διαφέρουν από επισκοπή σε επισκοπή, ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους των εκάστοτε επισκόπων και το βαθμό ενδιαφέροντος ή αδιαφορίας τους. Πεπεισμένοι ότι η διδασκαλία της Εκκλησίας περιείχε αποκεκαλυμμένη αλήθεια, οι επίσκοποι κατέφευγαν κατ’ αρχάς στη μέθοδο της πειθούς. Μέσω λόγου, συζητήσεων, αντιπαραθέσεων και κηρυγμάτων προσπαθούσαν να παρουσιάσουν μια καλύτερη ερμηνεία της εκκλησιαστικής διδασκαλίας. Η προσέγγιση αυτή αποδεικνυόταν συχνά ιδιαίτερα επιτυχής.[24]
Το 1231 ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ διόρισε έναν αριθμό παπικών ιεροεξεταστών, κυρίως Δομινικανούς και Φραγκισκανούς, για διάφορες περιοχές της Ευρώπης. Ως επαιτικοί μοναχοί ήταν συνηθισμένοι στα ταξίδια. Σε αντίθεση με τις αποσπασματικές επισκοπικές μεθόδους, η παπική Ιερά Εξέταση ήταν διεξοδική και συστηματική, τηρώντας λεπτομερή αρχεία. Αυτό το δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο λειτούργησε στη Γαλλία, την Ιταλία και σε τμήματα της Γερμανίας και είχε ουσιαστικά παύσει τη λειτουργία του εώς τις αρχές του 14ου αιώνα.[25]
Τον 15ο αιώνα, η Ισπανική Ιερά Εξέταση ανέθεσε στον καλλιτέχνη Πέντρο Μπερουγκέ να απεικονίσει τον Δομίνικο να προεδρεύει σε ένα auto da fé. Με τον τρόπο αυτό οι Ισπανοί ιεροεξεταστές προώθησαν έναν ιστορικό θρύλο προς αυτοδικαίωσή τους.[26] Ως αντίδραση στα ισπανικά δικαστήρια, προτεστάντες πολεμιστές του 16ου και 17ου αιώνα ανέπτυξαν και διαιώνισαν τον θρύλο του Δομίνικου ως ιεροεξεταστή.[27] Η εικόνα αυτή προσέφερε στους Γερμανούς προτεστάντες επικριτές της Καθολικής Εκκλησίας ένα επιχείρημα εναντίον του Δομινικανικού Τάγματος, του οποίου το κήρυγμα είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα ισχυρός αντίπαλος στις χώρες της Μεταρρύθμισης.[28] Όπως σημειώνει ο Έντουαρντ Πίτερς, «στην προτεσταντική ιστοριογραφία του 16ου αιώνα αναπτύχθηκε ένα είδος εναντίωσης στην λατρεία του αγίου Δομίνικου».[29]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, σ. 22.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, σ. 21.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, σ. 28.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, σ. 38.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, σ. 131.
- 1 2 Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, σ. 48.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 42.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 53 f.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 55.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 56.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 58.
- 1 2 Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 62.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 64.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 65f.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 70f.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 74.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 77.
- ↑ Paul D. Hellmeier: Dominikus begegnen. St. Ulrich Verlag, Augsburg 2007, ISBN 978-3-936484-92-2, S. 83.
- ↑ Basilika San Domenico in Bologna (Italien). stauferstelen.net; abgerufen am 9. Oktober 2022.
- ↑
- ↑ Βλέπετε Bernard Hamilton (1981) The Medieval Inquisition, σ. 36–37, New York: Holmes & Meier; Simon Tugwell (1982) Early Dominicans: Selected Writings, p. 114, note 90, Ramsey, New Jersey: Paulist Press
- ↑ Guy Bedouelle (1981) St. Dominic: The Grace of the Word, σ. 185, Σαν Φρανσίσκο: Ignatius Press
- ↑ Sullivan, Karen. Truth and the heretic: crises of knowledge in medieval French literature, (University of Chicago Press, 2005) p. 120
- ↑ Peters, Edward (1988). Inquisition. Berkeley and Los Angeles, CA: University of California Press. (ISBN 0-520-06630-8)
- ↑ «"Medieval Inquisition", Univ. of St. Thomas». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2020.
- ↑ Edward Peters (1988) Inquisition, p. 223, New York: The Free Press
- ↑ Peters, Inquisition, p.223
- ↑ Peters, Inquisition, p. 129
- ↑ Peters, Inquisition, p. 129