Φυτοπαθολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Φυτοπαθολογία είναι η σύνθετη Γεωπονική και Βιολογική επιστήμη, που έχει ως αντικείμενο μελέτης τις ασθένειες των καλλιεργούμενων φυτών, σύνθετη λόγω του αντικειμένου της, αλλά και των απαιτήσεων της σύγχρονης Γεωργίας.

Η Φυτοπαθολογία ανήκει στην ευρύτερη έννοια της Φυτοπροστασίας, όπως ανήκουν η Γεωργική Εντομολογία, η Νηματοδολογία, η Ακαρεολογία, η Ζιζανιολογία και η Γεωργική Φαρμακολογία. Επίσης, η Φυτοπαθολογία εμπεριέχει πολλές βιολογικές επιστήμες, όπως είναι η Μυκητολογία, η Βακτηριολογία, η Ιολογία, η Συστηματική και η Γενική Βοτανική. Όλοι αυτοί οι επιμέρους κλάδοι της Φυτοπαθολογίας προέρχονται από την μελέτη των παθογόνων αίτιων των ασθενειών των φυτών.

Η ταχύτατη ανάπτυξη των βιολογικών επιστημών επιβάλλει ακόμη περισσότερο τη διασύνδεση της Φυτοπαθολογίας με τις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, διότι η εμπεριστατωμένη μελέτη της Φυσιολογίας του Παρασιτισμού, δηλαδή έρευνες σχετικές με την Αλληλεπίδραση Ξενιστή-Παθογόνου, απαιτούν πλήρη γνωστική εξοικείωση με τη Φυσιολογία, Μορφολογία, Ιστολογία και Κυτταρολογία των φυτών ως και τις βασικές γνώσεις Μοριακής Βιολογίας και Βιοχημείας. Η καθοριστική συμβολή του περιβάλλοντος στην εμφάνιση, ανάπτυξη και επέκταση των παρασιτικών ασθενειών αλλά και στην εκδήλωση των μη παρασιτικών ασθενειών επιβάλλουν τη διασύνδεση της Φυτοπαθολογίας με την Αγρομετεωρολογία, Εδαφολογία, Λιπασματολογία, Διατροφή των Φυτών και άλλες συναφείς επιστήμες.

Σημασία της επιστήμης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημασία της Φυτοπαθολογίας είναι μεγάλη, ως πρωταρχικού παράγοντα επιτυχούς ενασκήσεως της Γεωργίας αλλά και ως παράγοντα περιορισμού των επιπτώσεων των ασθενειών των φυτών στην ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα μιας χώρας.

Η Φυτοπαθολογία είναι επιστήμη που χαρακτηρίζεται από τη θεωρητική αλλά και την πρακτική προσέγγιση, όσον αφορά στην κατανόηση και την αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών. Αναφέρεται στο πλήθος των φυτών μιας καλλιέργειας που νοσεί και σπάνια σε μεμονωμένα περιστατικά.

Αρχαία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα αρχαία χρόνια έχουμε την εμφάνιση της έννοιας της ασθένειας που χρησιμοποιείται με τον όρο "νόσος". Μαρτυρίες υπάρχουν από τον Πλάτωνα στο Συμπόσιό του, από τον Αριστοτέλη, ο οποίος αναφέρει τις επιφυτείες σκωριάσεις ως λοιμούς των αγρών, και από το Θεόφραστο τον Ερέσιο, μαθητή του Αριστοτέλη από τη Λέσβο, που θεωρείται ο πατέρας της Βοτανικής και ο πρώτος φυτοπαθολόγος. Στα γραπτά του κείμενα υπάρχει πλήρης περιγραφή και αναφορά ασθενειών των φυτών. Αναφορές υπάρχουν επίσης στη Βίβλο και συγκεκριμένα στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και κατά τη ρωμαϊκή εποχή από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, που ήταν μεγάλος εγκυκλοπαιδιστής.

Μεσαίωνας και μεταμεσαιωνική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το Μεσαίωνα, έχουμε την προσφορά του Άραβα Ibn-al-Awan, ο οποίος έγραψε κείμενα σχετικά με τις ασθένειες δέντρων και της αμπέλου.

Το 1631, με την έκδοση του βιβλίου Horticultura, ο P. Lauremberg δίνει τις δικές του απόψεις πάνω στην εκδήλωση των ασθενειών. Έπειτα από την ανακάλυψη του μικροσκοπίου το 1667, βοηθήθηκε ουσιαστικά η παρατήρηση των παθογόνων μυκήτων. Στο 18ο αιώνα, πρωτοπόροι ερευνητές θεωρούνται οι: Zallinger, ο Ιταλός μυκητολόγο Αντόνιο Μιτσέλι, ο Γάλλος Tillet, ο Prevost και ο Αυστριακός Franz Unger.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη σύγχρονη εποχή σηματοδότησαν επιστήμονες που έφεραν στο φως της επιστημονικής κοινότητας σημαντικές αποδείξεις και εδραίωσαν την σύγχρονη περίοδο της Φυτοπαθολογίας. Επιστήμονες όπως ο Γερμανός Χάινριχ Άντον ντε Μπάρι, εδραιωτής της μυκητολογίας, ο Λουί Παστέρ, ο Ρίχαρντ Κουν (Νόμπελ Χημείας 1938), o Πιέρ Μιγιαρντέ, ο Αμερικάνος βοτανολόγος Τόμας Τζόναθαν Μπέριλ, ο Ιταλός Savastano, o Άντολφ Μάγιερ, ο Ρώσος Ντιμίτρι Ιβανόφσκι, o Ολλανδός Μαρτίνους Μπέιχερινκ, ο Γκούσταβ Κάους, o Stahel, o Vermeulen και ο Ιάπωνας Doi.

H Σύγχρονη Φυτοπαθολογία εστιάζεται κυρίως στην αναζήτηση, ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνικών και μεθόδων στη διάγνωση και στην αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών. Επικεντρώνεται επίσης στην περαιτέρω κατανόηση των βιοχημικών και μοριακών σχέσεων αλληλεπιδράσεως ξενιστών-παθογόνων με στόχο την εκμετάλλευση των νέων γνώσεων και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των αίτιων των ασθενειών.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]