Τζόρτζε Μπράνκοβιτς της Ποντγκόριτσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Τζόρτζε Μπράνκοβιτς

Ο Τζόρτζε (Γεώργιος) Μπράνκοβιτς (σερβικά : Đorđe Branković, ρουμανικά : Gheorghe Brancovici), (1645–19 Δεκεμβρίου 1711), ήταν Σέρβος γεννημένος στην Τρανσυλβανία διπλωμάτης, συγγραφέας, και αυτοαποκαλούμενος απόγονος του μεσαιωνικού σερβικού οίκου των Μπράνκοβιτς. Υπηρέτησε ως αντιπρόσωπος του ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας στην Υψηλή Πύλη. Το 1680, μετακόμισε στη Βλαχία όπου ο κυβερνήτης της τον έστειλε ως απεσταλμένο στην αυλή των Αψβούργων το 1688. Εκείνη τη χρονιά, ο αυτοκράτορας του απονέμη τον τίτλο του αυτοκρατορικου κόμη στον Μπράνκοβιτς. Όταν τα στρατεύματα των Αψβούργων κατέλαβαν τμήματα της Σερβίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ο Μπράνκοβιτς προσπάθησε να αποκαταστήσει το μεσαιωνικό σερβικό κράτος με αυτόν πρίγκιπα κι ως κληρονομικό ηγεμόνα του. Το εγχείρημά του απέτυχε κατά την έναρξή του και όταν οι αρχές των Αψβούργων τον συνέλαβαν το 1689. Έζησε ως αιχμάλωτος στη Βιέννη και την Σεμπ αν και δεν μπήκε σε φυλακή. Έγραψε Το "χρονικό της Σλαβο-Σερβίας" το οποίο είχε μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη της πρώιμης σύγχρονης ιστοριογραφίας της Σερβίας.

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μπράνκοβιτς γεννήθηκε το 1645 στην πόλη της Ineu (σερβικά : Jenopolje) στο Αράντ της σημερινής Ρουμανίας στα δυτικά σύνορα του Πριγκιπάτου της Τρανσυλβανίας , το οποίο ήταν ένα κράτος υποτελές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[1]. Στην οικογένεια Μπράνκοβιτς ανήκαν μεγάλα κτήματα και από την οικογένεια βγήκαν πολλοί σημαντικοί στρατιωτικοί κι ιερείς από το τέλος του 16ου αιώνα[2][3]. Ο Τζόρτζε ήταν ο νεότερος από τα τέσσερα παιδιά του Γιοβάν Μπράνκοβιτς , έχασε τον πατέρα του και τα δύο αδέρφια του από λοιμό όταν όταν ήταν κάτω των δέκα ετών. Η μητέρα του στη συνέχεια έγινε μοναχή και αποσύρθηκε σε μοναστήρι. Ο Τζόρτζε βοήθησε τον αδελφό του Συμεών να γίνει ορθόδοξος μητροπολίτης[4]. Το Δεκέμβριο του 1656, ο Συμεών χειροτονήθηκε Ορθόδοξος Μητροπολίτης της Τρανσυλβανίας? άλλαξε το όνομά του σε Σάββας όταν πήρε μοναστικούς όρκους. Ο Μητροπολίτης ποιά Σάββας Β΄ μετακόμισε στην πρωτεύουσα του πριγκιπάτου, Gyulafehérvár , παίρνοντας τον αδελφός του μαζί του[5].

Ο Σάββας ανέπτυξε την ιδέα ότι οι Μπράνκοβιτς του Αράντ καταγόταν από τον μεσαιωνικό οίκο των Μπράνκοβιτς , η τελευταία δυναστεία στη Σερβία πριν από την οθωμανική κατάκτηση, πέρασε αυτή την ιδέα και στον Τζόρτζε. Ο μητροπολίτης είχε προγραμματίσει μια διπλωματική και πολιτική καριέρα για τον μικρότερο αδελφό του, ο οποίος έμαθε τουρκικά, ουγγρικά, ρουμανικά, και λατινικά. Το 1663 κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης του πρίγκιπα Μιχαήλ Α΄ Apafi ο Τζόρτζε προσλήφθηκε ως διερμηνέας και αντιπροσώπευε τον ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας στην Υψηλή Πύλη[6], μέχρι το Οκτώβριο του 1664[7]. Παρέμεινε στην υψηλή πύλη μέχρι το 1667 συμμετέχοντας σε διάφορες διπλωματικές αποστολές[8]. Το 1668 ο Μητροπολίτης Σάββας Β΄ ταξίδεψε στη Ρωσική Αυτοκρατορία συνοδευόμενος από έντεκα άνδρες μαζί και τον αδελφό του Τζόρτζε.

Λίγο μετά την επιστροφή του από τη Ρωσία ο Μπράνκοβιτς ήταν και πάλι στην υπηρεσία του πρίγκιπα Apafi ο οποίος του ανέθεσε διπλωματικές και μυστικές υποθέσεις[9]. Υπηρέτησε αντιπρόσωπος της Τρανσυλβανίας στην υψηλή πύλη από το 1675 έως το 1677[10]. Το 1680 Μητροπολίτης Σάββας Β΄ αντικανονικώς καθαιρέθηκε και φυλακίστηκε επειδή είχε επαφές με τους πολιτικούς αντιπάλους του πρίγκιπα Apafi, ο Τζόρτζε φυλακίστηκε και αυτός για τον ίδιο λόγο[11].

Χειρόγραφη σελίδα από το "Σλαβοσερβικό χρονικό"

Μετά την απελευθέρωσή του από τη φυλακή ο Μπράνκοβιτς μετακόμισε στο Βουκουρέστι την πρωτεύουσα της Βλαχίας, ένα άλλο κράτος υποτελές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Διατηρούσε στενές σχέσεις με τον άρχοντα της Βλαχίας Σερμπάν Κατακουζηνό[12], ο οποίος έπεισε τον Apafi να απελευθερώσει τον Σάββα από τη φυλακή. Ο Σάββας πέθανε λίγο αργότερα στο τέλος του 1681[13][14].

Ο ηγέτης των αντιπάλων του Apafi στην Τρανσυλβανία διατήρησαν επαφές με τον Κατακουζηνό και τον Μπράνκοβιτς. Το 1683 όταν ο Μεγάλος Τουρκικός πόλεμος ήταν έτοιμος να ξεκινήσει ο Csáky επισκέφθηκε τον Αψβούργο αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ στη Βιέννη και του πρόσφερε την υποστήριξη του Κατακουζηνού και του Μπράνκοβιτς αλλά και τη δική του συμμαχία. Επίσης έδωσε στον αυτοκράτορα επιστολή στην οποία ο Τζόρτζε παρουσίασε τον εαυτό του ως απόγονος της δυναστείας Μπράνκοβιτς και ζήτησε από τον τίτλο του Ούγγρου βαρόνου. Στις 7 Ιουνίου 1683 ο Μπράνκοβιτς πήρε τον ζητούμενο τίτλο και αναγνωρίστηκε ως ο κληρονομικός άρχοντας του Ερζεγοβίνης του Σίρμιου και του Ineu[15].

Στο τέλος του Μαΐου του 1688 ο Κατακουζηνός έστειλε τον Τζόρτζε Μπράνκοβιτς και δύο απεσταλμένους του στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο δίνοντας του την υποστήριξή του για τον χριστιανικό αγώνα κατά των Τούρκων[16]. Στην προετοιμασία για αυτό το ταξίδι ο Μπράνκοβιτς συνέθεσε ένα μνημόνιο το οποίο θα παρουσιάσει στους Αψβούργους. Το μνημόνιο δήλωνε ότι οι ηγέτες των λαών του "Βασιλείου Ιλλυριών Βόσνιων Σέρβων Βουλγάρων Ρασκιανών Θρακών Αλβανών και Μακεδόνων" διακήρυξαν τον Τζόρτζε Β΄ Μπράνκοβιτς, απόγονο του Τζούρατζ Μπράνκοβιτς και κληρονομικό κυβερνήτη τους. Το Βασίλειο των Ιλλυριών το οποίο θα πρέπει να αποκατασταθεί μετά την εκδίωξη των Τούρκων από την Ευρώπη θα περιλαμβάνει τα περισσότερα Βαλκάνια και μερικές χώρες που ανήκουν στο Βασίλειο της Ουγγαρίας. Ο Μπράνκοβιτς θα έπρεπε έπειτα να πάρει τον τίτλο του πρίγκηπα[17].

Οι σύμβουλοι του Λεοπόλδου θεωρούσαν ότι ο Μπράνκοβιτς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να παρακινήσει τους Σέρβους νότια των ποταμών Σάβα και Δούναβη να ενταχθούν στο Αυτοκρατορικό Στρατό. Οποιαδήποτε βοήθεια ήταν ευπρόσδεκτη και οι Σέρβοι του Βανάτου είχαν πρόσφατα αποδειχθεί χρήσιμοι[18]. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1688 δύο εβδομάδες το Βελιγράδι έπεσε στους Τούρκους και στον Μπράνκοβιτς δόθηκε ο τίτλος του αυτοκρατορικού κόμη[19]. Αναφέρεται στη Λατινική "Τζόρτζε Μπράνκοβιτς της Ποντγκόριτσα"[20] υποτιθέμενος πρόγονός του Βουκ Μπράνκοβιτς που προερχόταν από την πόλη της Ποντγκόριτσα στο Μαυροβούνιο[21].

Ο Μπράνκοβιτς πήγε στη Βλαχία για τη συγκέντρωση των ανδρών τους οποίους θα οδηγούσε εναντίον των Τούρκων. Μάζεψε 800 ένοπλους άνδρες με τους οποίους πήγε στην πόλη της Ορτσόβα στην αριστερή όχθη του Δούναβη στην περιοχή της Κλάδοβο στην ανατολική Σερβία. Οι εξεγερμένοι Σέρβοι είχαν ήδη δραστηριοποιηθεί στη δυτική και την κεντρική Σερβία, προσβλέποντας σε μία επίθεση του αυτοκρατορικού στρατού των Αψβούργων. Στις 12 Ιουνίου 1689 ο Τζόρτζε εξέδωσε μια διακήρυξη προς τους υποτιθέμενους υπηκόους του καλώντας τους να ξεσηκωθούν εναντίον των Τούρκων. Έστειλε δύο μοναχούς του Δούναβη για να διαδώσουν την ανακήρυξή του. Οι μοναχοί έτυχαν καλής υποδοχής από τους πρεσβύτερους, αλλά κανένας από αυτούς δεν εμφανίστηκε στην Ορτσόβα οπού τους είχε καλέσει για να πραγματοποιήσει συνέλευση. Ο Μπράνκοβιτς ήταν σχεδόν άγνωστος μεταξύ των Σέρβων έξω από την Τρανσυλβανία. Μετά από αυτή την αποτυχία, ο Μπράνκοβιτς πήγε σε ένα μοναστήρι στη Βλαχία[22].

Εν τω μεταξύ, οι σύμβουλοι του αυτοκράτορα Λεοπολδου έλεγξαν στη συνέχεια τα ιστορικά αρχεία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του περί πριγκιπικής καταγωγής ήταν αβάσιμος[23]. Ο Μαρκήσιος του Μπάντεν-Μπάντεν ο οποίος ήταν επικεφαλής των στρατευμάτων των Αψβούργων που αγωνίζονται στη Σερβία συγκέντρωσε πληροφορίες για τις δραστηριότητες του Μπράνκοβιτς και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν ενάντια στα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. Σε επιστολή της 5ης Αυγούστου 1689 ο αυτοκράτορας Λεοπόλδος ανέθεσε στο Μαρκήσιο να πείσει τον Μπράνκοβιτς να τον επισκεφτεί και εάν είναι αναγκαίο να τον συλλάβουν[24].

Ο Μπράνκοβιτς αποδέχτηκε την πρόταση του Λεοπόλδου αλλά κατά το ταξίδι του συνελήφθη και μετά από ανάκριση φυλακίστηκε στο Σίμπιου της Τρανσυλβανίας[25][26]. Ένα ανεξάρτητο κράτος στα Βαλκάνια που ήταν η φιλοδοξία του Μπράνκοβιτς δεν συνέφερε τους Αψβούργους[27]. Είχαν την πρόθεση να καταλάβουν την Τρανσυλβανία, την Βλαχία, την Μολδαβία, την Βοσνία, την Σερβία και την Βουλγαρία από τους Οθωμανούς και να προσαρτήσει αυτά τα εδάφη στο Βασιλείο της Ουγγαρίας, ως μέρος της αυτοκρατορίας τους[28]. Τον Ιούνιο του 1690 ο Μπράνκοβιτς μεταφέρθηκε στην Βιέννη όπου τέθηκε υπό περιορισμό και έμενε σε ένα πτωχοκομείο[29][30].

Μέχρι το τέλος του 1690, οι Οθωμανοί ανακατέλαβαν τη Σερβία και πολλοί Σέρβοι συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη Αρσένιγιε Γ΄ μετανάστευσε στην αυτοκξρατορία των Αψβούργων και στην νότια Ουγγαρία. Ο Μπράνκοβιτς έγινε ευρύτερα γνωστός μεταξύ των Σέρβων από ένα σέρβο επίσκοπο που συναντήθηκε μαζί του στη Βιέννη τον Αύγουστο του 1690[31]. Τον Μάρτιο του 1691 Σέρβοι γέροντες μαζεύτηκαν στην Βούδα για να συζητήσουν το σχηματισμό της πολιτοφυλακής της Σερβίας στην Ουγγαρία. Οι γέροντες εκλέγουν τότε τον Μπράνκοβιτς δια βοής ως ο Αρχηγός των Σέρβων[32]. Επειδή ο ίδιος ήταν υπό περιορισμό ο Γιοβάν Μοναστερλία εξελέγη ως αναπληρωτής του, η απόφαση ων γερόντων επιβεβαιώθηκε από τον αυτοκράτορα Λεοπόλδο στις 11 Απριλίου το 1691[33].

Τον Μάιο του 1692 ο Μπράνκοβιτς μεταφέρθηκε από το πτωχοκομείο σε ένα πανδοχείο[34] όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του 1703. Από κει και πέρα κρατήθηκε σε ένα σπίτι στην πόλη Σεμπ της Βοημίας[35][36]. Οι αρχές των Αψβούργων αρνήθηκαν όλες τις αναφορές για την απελευθέρωσή του. Πέθανε στις 19 Δεκέμβρη του 1711[37]. Το 1743, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν από το Σεμπ και θάφτηκαν στη Σερβική Ορθόδοξη Μονή Κρουσεντόλ στην σημερινή Σερβία[38].

Ο Τίτλος του Τζόρτζε Μπράνκοβιτς πέρασε στα χέρια του Γιοβάν Μπράνκοβιτς, ο οποίος γεννήθηκε γύρω στο 1675 στην πόλη της Λίποβα του Αράντ στο Πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας. Ήταν προσωπικός βοηθός του Τζόρτζε από το 1700 μέχρι το θάνατο του[39].

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ διέμενε στο Βουκουρέστι, ο Μπράνκοβιτς έγραψε την "Istoriile domnilor Ţării Romanesti" μια παγκόσμια ιστορία στη ρουμανική γλώσσα, με ιδιαίτερη έμφαση στη Βλαχία, Μολδαβία και την Ουγγαρία[40]. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στη Βιέννη και το Σεμπ, ασχολήθηκε με το "Σλαβοσερβικό χρονικόν" σε πέντε τόμους-γραμμένο στη σερβική γλώσσα. Πρόκειται για μια ιστορία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης κυρίως με επίκεντρο τους Σέρβους[41].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Radonić 1911, pp. 51–54
  2. Radonić 1911, p. 43
  3. Čuljak 1998, p. 12
  4. Radonić 1911, pp. 51–54
  5. Radonić 1911, pp. 55–60
  6. Radonić 1911, pp. 88–95
  7. Radonić 1911, pp. 73–78
  8. Radonić 1911, pp. 98–117
  9. Radonić 1911, pp. 145–148
  10. Radonić 1911, pp. 205–210
  11. Radonić 1911, pp. 227–28
  12. Radonić 1911, p. 241
  13. Radonić 1911, p. 252
  14. Čuljak 1998, p. 15
  15. Radonić 1911, p. 269
  16. Radonić 1911, p. 323
  17. Radonić 1911, pp. 336–49
  18. Radonić 1911, pp. 336–49
  19. Radonić 1911, pp. 352–54
  20. Freiherr von Czoernig 1857, p. 76
  21. Radonić 1911, pp. 352–54
  22. Radonić 1911, pp. 377–82
  23. Radonić 1911, pp. 371–75
  24. Radonić 1911, pp. 387–92
  25. Radonić 1911, p. 396
  26. Čuljak 1998, p. 14
  27. Fine 2006, p. 542
  28. Radonić 1911, pp. 352–54
  29. Čuljak 1998, p. 14
  30. Radonić 1911, pp. 404–6
  31. Radonić 1911, p. 450
  32. Radonić 1911, p. 450
  33. Radonić 1911, p. 454
  34. Radonić 1911, p. 472
  35. Radonić 1911, p. 562
  36. Čuljak 1998, pp. 17–20
  37. Radonić 1911, p. 600
  38. Radonić 1911, p. 615
  39. Čuljak 1998, pp. 17–20
  40. Radonić 1911, p. 621
  41. Radonić 1911, p. 631
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Đorđe Branković, Count of Podgorica της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).