Προσκύνηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Προσκύνηση είναι η κλίση ή αλλαγή στάσης του σώματος με σεβασμό, ή ασπασμός, για να τιμηθεί ή να λατρευτεί κάποιος ή κάτι. Ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική ενότητα, δεν λατρεύει ή δεν τιμά κάτι μόνο με τη σκέψη ή με τα λόγια, αλλά και με τη στάση του σώματός του.

Όταν αποδίδεται σε Θεό η προσκύνηση είναι λατρευτική άλλως είναι τιμητική, ήτοι προς ένδειξη ή απόδοση τιμής.

Η προσκύνηση είναι έννοια που συνδέεται με τη θρησκεία: προσκύνηση στον Θεό, στον άγιο, στο εικόνισμα αγίου, στον παπά, και ουδόλως ταυτίζεται εννοιολογικά με την υπόκλιση. Η υπόκλιση του θυρωρού ενός ξενοδοχείου προς τον εισερχόμενο πελάτη, δεν αποτελεί προσκύνηση.

Ανάλογα με τη θρησκεία, υπάρχει διαφορετική αντίληψη στην έννοια της προσκύνησης. Σε μια πανθεϊστική θρησκεία, που θεωρεί τα πάντα ως μέρος της θεότητας ή απόρροια της θείας ουσίας, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά τιμής και προσκύνησης.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου η γίνεται σαφής διάκριση άκτιστης και κτιστής ουσίας, υπάρχει και σαφής διαφορά στην λατρεία και την προσκύνηση. Το άκτιστο λατρεύεται, το κτιστό απλώς τιμάται. Συχνά στους ορθόδοξους ναούς, γίνεται και σχετική προσκύνηση για να τονισθεί η διαφορά τιμής και λατρείας. Για παράδειγμα, όταν σε δύο διπλανές εικόνες υπάρχει στη μία ο Χριστός και στην άλλη η Παναγία, του μεν Χριστού φιλούν οι πιστοί τα πόδια, στη δε Παναγία τα χέρια, έτσι ώστε να δείξουν τη διαφορά προσκύνησης μεταξύ του Χριστού ως λατρευόμενου Θεού, και της Παναγίας ως τιμώμενης αγίας.