Πετροτριλίδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πετροτριλίδα
Ενήλικη Πετροτριλίδα
Ενήλικη Πετροτριλίδα
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Οιδηκνημίδες (Burhinidae)
Γένος: Οιδίκνημος (Burhinus) (Illiger, 1811)
Είδος: B. oedicnemus
Διώνυμο
Burhinus oedicnemus (Πετροτριλίδα)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Burhinus oedicnemus distinctus
Burhinus oedicnemus harterti
Burhinus oedicnemus indicus [i]
Burhinus oedicnemus insularum
Burhinus oedicnemus oedicnemus
Burhinus oedicnemus saharae [ii]

Η Πετροτριλίδα [iii] είναι πτηνό της οικογενείας των Οιδηκνημίδων, που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Burhinus oedicnemus και περιλαμβάνει 6 υποείδη. [2] Στον ελλαδικό χώρο απαντάται κυρίως το ευρωπαϊκό υποείδος Burhinus oedicnemus oedicnemus (Linnaeus, 1758) αλλά κατά τη μετανάστευση, ιδιαίτερα στο νότο, υπάρχει συγχώνευση πληθυσμών με το Burhinus oedicnemus saharae (Reichenow, 1894). [3]

  • Παρόλο που η Πετροτριλίδα, μάλλον, κατατάσσεται στα καλοβατικά πτηνά, τα ενδιαιτήματά της περιλαμβάνουν ξηρά ηπειρωτικά οικοσυστήματα και όχι υδάτινες περιοχές.

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του είδους oedicnemus είναι ελληνική: οιδίκνημος ΕΤΥΜ αρχ. < οίδι- (< οίδώ ≪πρήζομαι≫) [4]+ κνήμη, οπότε αρχική σημ. = «αυτός που έχει πρησμένες κνήμες» και, σχετίζεται με τα εξογκωμένα γόνατα του πτηνού.

Για την αγγλική ονομασία του επί μέρους επιθέματος curlew, επικρατούν δύο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, η λέξη έχει μεταμεσαιωνικές ρίζες (1300-1500) και προέρχεται από την αγγλογαλλική λέξη curleu , -ισοδύναμη με τη μεσαιωνική γαλλική corleu- που έχει ηχητική προέλευση και αντιστοιχεί στη χαρακτηριστική φωνή του πτηνού, που ακούγεται ιδιαίτερα τη νύχτα.

Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, υπάρχει η ετυμολογία curlew<corliu = δρομέας<corre = τρέχω, με σαφή αναφορά στο γρήγορο βάδισμα, τρέξιμο του πτηνού. [5], οπότε η αγγλική ονομασία του είδους Stone-curlew (πρώτη αναφορά το 1667), αλλά και η ελληνική, παραπέμπουν στα ξηρά, πετρώδη ενδιαιτήματά του και, τη συνήθεια που έχει να κινείται γρήγορα μέσα σ’αυτά. [6]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταξινομική του είδους είναι αρκετά ξεκάθαρη, με μοναδική διαφωνία για το εάν το taxon Burhinus oedicnemus indicus, (Salvadori, 1865) πρέπει να αναβαθμιστεί σε είδος, όπως ήδη το αποδέχεται η ITIS. Παρά ταύτα, επειδή η κατάσταση δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί, το συγκεκριμένο taxon θα θεωρείται επί του παρόντος ως υποείδος.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης εξάπλωσης του είδους Burhinus oedicnemus. Πράσινο: Όλο το έτος (επιδημητικό), Πορτοκαλί: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής, Μπλέ: Περιοχές διαχείμασης

Η Πετροτριλίδα απαντάται σε όλο τον Παλαιό Κόσμο, και στις τρεις μορφές (επιδημητικό, αποδημητικό, διαβατικό), αλλά είναι πολύ περιορισμένο τοπικά στις περισσότερες περιοχές της επικρατείας του. Στην Ευρασία, τα δυτικά όρια της εξάπλωσής του, βρίσκονται στον Ατλαντικό ( Κανάρια) και τα ανατολικά στην περιοχή της Ινδοκίνα, τα βόρεια στην κεντρική Αγγλία, τη Ρωσία και το Καζακστάν, ενώ τα νότια φθάνουν μέχρι τη Σρι Λάνκα

Στην Αφρική, απαντάται σε διάσπαρτες περιοχές από τον Ατλαντικό (Σενεγάλη, Μαυριτανία, μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα και νότια μέχρι την Κένυα.

Περιοχές αναπαραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγες είναι οι περιοχές όπου ζει και αναπαράγεται καθ´όλη τη διάρκεια του έτους (επιδημητικό), τόσο στην Ευρασία, κυρίως στην Ιβηρική Χερσόνησο, στη Μέση Ανατολή και στην ινδική υποήπειρο, όσο και στην Αφρική, κυρίως σε παραμεσόγειες περιοχές του Μαρόκου και της Αλγερίας και, σε όλη σχεδόν την Αίγυπτο.

Ως καλοκαιρινός αναπαραγόμενος επισκέπτης, απαντάται σε περισσότερες περιοχές, από τη δυτική Γαλλία και την Αγγλία, έως την Ουκρανία, τις νότιες περιοχές του Βόλγα, τον Εύξεινο Πόντο, τα Βαλκάνια και την Κύπρο, το Ιράκ, το Ιράν και το Πακιστάν, ενώ προς βορράν φθάνει μέχρι το Καζακστάν και τα σύνορα Μογγολίας και Κίνας, πάντοτε όμως περιορισμένο τοπικά ως είδος.

Στην Αφρική, υπάρχουν κάποιοι καλοκαιρινοί θύλακες αναπαραγωγής στο Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, και τη Λιβύη.

Περιοχές διαχείμασης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές διαχείμασης βρίσκονται νότια των περιοχών αναπαραγωγής, ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Στην Ευρώπη λίγες είναι οι περιοχές αυτές, ενώ οι περισσότερες βρίσκονται στην Αραβική Χερσόνησο και στην Αφρική.

Μεταναστευτικές οδοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πληθυσμοί της Πετροτριλίδας είναι τόσο επιδημητικοί όσο και μεταναστευτικοί, ανάλογα με το υποείδος. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί των Καναρίων Νήσων είναι μόνιμοι ή μετακινούνται σε μικρή απόσταση. Οι κεντροασιατικοί πληθυσμοί μεταναστεύουν νότια και νοτιοδυτικά προς την Αραβική Χερσόνησο και την ανατολική Αφρική, ιδίως στο νότιο Σουδάν, την Ερυθραία και τη Σομαλία. Η μεταναστευτική συμπεριφορά των ευρωπαϊκών πληθυσμών είναι ανομοιόμορφη. Σχεδόν όλοι οι πληθυσμοί της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι αποδημητικοί, αλλά ορισμένοι έχουν την τάση να παραμένουν μόνιμα στα εδάφη αναπαραγωγής, όπως λ.χ. εκείνοι της Αγγλίας (ιδιαίτερα τα νεαρά πουλιά δεύτερης γενεάς). Οι περιοχές διαχείμασης των περισσοτέρων πληθυσμών της Ευρώπης βρίσκονται στη βόρεια περιοχή της Μεσογείου και στη νοτιο-δυτική Γαλλία, σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, τα πουλιά συνεχίζουν το ταξίδι τους και, μπορεί να φθάσουν μέχρι τη δυτικής Αφρική και το Σαχέλ. Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Ισλανδία, τη Φινλανδία, το Λάος και τη Νιγηρία. [1]

Από τα μέσα Ιουλίου, οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί αφήνουν τους τόπους αναπαραγωγής τους και συγκεντρώνονται σε μεταναστευτικές ομάδες. Η πρώτη έξοδος γίνεται προς περιοχές, όπου τα πουλιά αλλάζουν το πρώτο τους φτέρωμα και, στη συνέχεια (περίπου από τα μέσα Σεπτεμβρίου), αυτά τα σμήνη ξεκινάνε το πραγματικό ταξίδι τους. Η επιστροφή από τις περιοχές διαχείμασης προς την Ευρώπη, αρχίζει στα τέλη Ιανουαρίου, αλλά ολοκληρώνεται τη δεύτερη ή την τρίτη δεκαετία του Απριλίου.

Στην Ελλάδα, η Πετροτριλίδα φωλιάζει κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά απαντάται, σπανιότερα, και ως επιδημητικό ή διαχειμάζον πτηνό. Επομένως είναι ένα μερικώς μεταναστευτικό είδος για τη χώρα. [7]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικη Πετροτριλίδα στον οικότοπό της

Η Πετροτριλίδα συχνάζει σε ξηρές, βραχώδεις περιοχές με μόνο χαμηλή ή πολύ χαμηλή βλάστηση. Στην Ευρώπη, αυτές είναι κυρίως χέρσες εκτάσεις, παράκτιες αμμοθίνες, αμμώδη και πολύ αραιά δάση, ξηρά λιβάδια και όχθες ποταμών με άμμο ή χαλίκια. Δευτερευόντως, ολοένα και περισσότερο, ανευρίσκεται σε υποβαθμισμένα ενδιαιτήματα, όπως ζώνες στρατιωτικής εκπαίδευσης, χαλικόλακκους ή εγκαταλελειμμένες περιοχές εξόρυξης (λατομεία). Περιστασιακά, μπορεί να συχνάζει σε γεωργικές εκτάσεις.

Οι περιοχές αναπαραγωγής της βρίσκονται σε γυμνές ανοικτές εκτάσεις, ρεικότοπους με χαμηλή βλάστηση, αμμώδη εδάφη ή με βότσαλα. Πιο σπάνια, μπορεί να φωλιάσει ανάμεσα σε θάμνους, διάσπαρτα δένδρα ή ανοικτές δασικές εκτάσεις. [8]

Στην Ελλάδα μπορεί να απαντηθεί, επίσης, κοντά σε λιμνοθάλασσες, λίμνες και τενάγη, το δε χειμώνα και κοντά στη θάλασσα. [9]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πετροτριλίδα είναι ένα εύκολα αναγνωρίσιμο πτηνό και, σε αυτό συμβάλλουν εκτός των άλλων, το μεγάλο κεφάλι με τα χαρακτηριστικά μάτια και οι εξογκώσεις στην άρθρωση της ταρσοκνήμης. Είναι ένα πουλί με συμπαγές σώμα και μακριά πόδια, ενώ το φτέρωμά του έχει το χρώμα του εδάφους, με χαρακτηριστικές σκούρες μπεζ ραβδώσεις, ειδικά στο λαιμό και το στήθος. Η κάτω επιφάνεια είναι ανοικτόχρωμη και, μερικές φορές σχεδόν λευκή. Το κεφάλι είναι από τα πλέον διακριτά μέρη της Πετροτριλίδας, μεγάλο και σχετικά αποστρογγυλευμένο, όπως και τα επίσης μεγάλα μάτια με εντυπωσιακή κίτρινη ίριδα που, έχουν χαρακτηριστεί ότι δίνουν την αίσθηση «βλέμματος ερπετού». Το κοντό, ισχυρό ράμφος, έχει χρώμα κίτρινο και καταλήγει σε μαύρη άκρη.

Το χαρακτηριστικό «βλέμμα ερπετού» της Πετροτριλίδας

Αξιοσημείωτοι είναι επίσης οι ισχυροί κιτρινωποί ταρσοί (ταρσομετατάρσιο) οι οποίοι, στην άρθρωσή τους με την ταρσοκνήμη φέρουν εμφανή εξογκώματα, από τα οποία προήλθε και η λόγια ονομασία του είδους (Οιδίκνημος).

Τα φύλα δεν διαφέρουν στο μέγεθος ή στο χρώμα του φτερώματος. Ακόμη και τα νεαρά πουλιά μοιάζουν με τους ενήλικες, όπως, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ αναπαραγωγικού και μη φτερώματος. Οι πτέρυγες, όταν είναι κλειστές, δείχνουν μία χαρακτηριστική λευκή ζώνη που, κατά την πτήση μοιάζει σαν να είναι διπλή και έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις μαυριδερές άκρες των πρωτευόντων ερετικών φτερών. Αυτή η ζώνη είναι λιγότερο έντονη στο θηλυκό. [10]

  • Μήκος σώματος: (38-)41 έως 44(-46) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (76-)77 έως 85(-88) εκατοστά.
  • Βάρος: 290-535 γραμμάρια. [1][11].

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Πετροτριλίδες είναι πουλιά που αναζητούν την τροφή τους κατά τη διάρκεια του λυκόφωτος ή των βραδυνών ωρών, αλλά δεν είναι ασυνήθιστο ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναπαραγωγής, να το κάνουν και κατά τη διάρκεια της ημέρας (βλ. Ηθολογία). Η λεία αναζητείται στην επιφάνεια του εδάφους, τόσο οπτικά όσο και ακουστικά. Το πουλί την ακολουθεί για κάποια απόσταση περπατώντας ή, εάν χρειαστεί, με μικρές πτήσεις, ενώ έχει παρατηρηθεί να αναποδογυρίζει μικρές πέτρες για να βρει τυχόν θηράματα. Η δίαιτα αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από ζωική τροφή και, μόνο κατά ένα πολύ περιορισμένο βαθμό, από σπόρους, φυτά και φυτικά τμήματα. Κυρίως συλλαμβάνονται έντομα όλων των ειδών, χερσαία μαλάκια, σκώληκες, αράχνες και ισόποδα. Μικρές σαύρες και φίδια ανήκουν επίσης στο φάσμα θηραμάτων, όπως και μικρά πουλιά και τα αυγά τους και, διάφορα μικρά θηλαστικά.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πετροτριλίδες είναι πτηνά που δραστηριοποιούνται όταν το φώς είναι λιγοστό (λυκόφως ή λυκαυγές), αλλά και κατά τις νυχτερινές ώρες. Μόνο σε πολύ συννεφιασμένες ημέρες, κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής και σε παρατεταμένες περιόδους δραστηριότητας δραστηριοποιούνται και κατά τη διάρκεια της ημέρας.

  • Περνάνε την ημέρα καθισμένες στο έδαφος, κατά τέτοιο τρόπο ώστε γίνονται πολύ δύσκολα αντιληπτές, λόγω του χρωματισμού «παραλλαγής» που διαθέτουν. Σ’αυτή την περίπτωση, η αναζήτηση τροφής πραγματοποιείται μόνον εάν η λεία βρίσκεται σε κοντινή ακτίνα δράσης. Επίσης, ακόμη και όταν βρίσκονται όρθιες, πολλές φορές συνηθίζουν να μένουν εντελώς ακίνητες και, έτσι, να περάσουν εντελώς απαρατήρητες από κάποιον, ακόμη και από πολύ κοντινή απόσταση. Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου, σχεδόν πάντοτε υιοθετούν μία κρυπτική, σκυφτή τάση και προσπαθούν να διαφύγουν τρέχοντας με το κεφάλι παράλληλα με το έδαφος, ταχύτατα, πάνω στο –συνήθως- πετρώδες περιβάλλον όπου συχνάζουν. Αποφασίζουν να πετάξουν, μόνον όταν ο παρείσακτος τις έχει αντιληφθεί και κατευθύνεται άμεσα προς το μέρος τους, χωρίς να υπάρχει πιθανότητα διαφυγής.

Η πτήση τους γίνεται με ισχυρά, ευθέα φτεροκοπήματα, χωρίς περιττούς ελιγμούς και, συνήθως κοντά στην επιφάνεια του εδάφους. [12]

Σε περιπτώσεις αναγκαστικής εμπλοκής, η στάση του σώματος είναι όρθια με απλωμένες πτέρυγες και,με το κάτω μέρος τους να βλέπει προς τον αντίπαλο. Τις περισσότερες φορές η Πετροτριλίδα συρίζει απειλητικά (hissing), με το ράμφος ελαφρά ανοικτό. Όταν ο αντίπαλος είναι ένα άτομο του ιδίου είδους, συνήθως κατά την αναπαραγωγική περίοδο, δεν αποκλείονται ελαφρές αψιμαχίες, που περιλαμβάνουν κτυπήματα με το ράμφος και σύντομες καταδιώξεις.

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πετροτριλίδα

Η αναπαραγωγική περίοδος ξεκινάει στις αρχές Απριλίου και φθάνει μέχρι τις αρχές Μαΐου. Η γέννα πραγματοποιείται εφάπαξ, αλλά έχουν παρατηρηθεί και δύο γέννες, σε κάποια φωλιάσματα. Κατά την περίοδο του ζευγαρώματος και, όταν μεγαλώνει τα μικρά της, η Πετροτριλίδα γίνεται έντονα εδαφική -διεκδικεί το ζωτικό της χώρο-, αλλά πολλές φορές είναι ανεκτική σε άλλα ζευγάρια και, μάλιστα, έχουν παρατηρηθεί συνεργασίες στην επώαση των αυγών.

Η Πετροτριλίδα είναι γενικά μοναγαμικό είδος και, έχει παρατηρηθεί ότι το ζευγάρωμα γίνεται σε πολλές περιπτώσεις, από τα εδάφη διαχείμασης, με το ζευγάρι να κάνει μαζί το μεταναστευτικό ταξίδι. Είναι ώριμη αναπαραγωγικά από το 1ο κιόλας έτος της ζωής της, αλλά συνήθως ζευγαρώνει από το 2ο χρόνο και μετά. Το αρσενικό εκτελεί «επιδείξεις» προς το θηλυκό, αναποδογυρίζοντας μικρές πέτρες, ενώ το ζευγάρι ανταλλάσσει ραμφίσματα.

Η φωλιά κατασκευάζεται τις περισσότερες φορές απ’ευθείας πάνω στο έδαφος και, σπανίως, πάνω σε μικρή «πλατφόρμα» όπως π.χ. ένα σωρό από άχυρο. Είναι ένα απλό βαθούλωμα πάνω στο γυμνό έδαφος, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο υλικό επίστρωσης, αλλά μπορεί περιστασιακά να επιστρωθεί με απλό φυτικό υλικό, μικρές πέτρες ή περιττώματα κουνελιών. [13]

Η γέννα αποτελείται από 2, σπανίως 3 αυγά, μέρα παρά μέρα, ενώ σε περίπτωση καταστροφής των αυγών μπορεί να εναποτεθεί ακόμη ένα (1).

  • Οι γονείς υπερασπίζονται τη φωλιά με αξιοθαύμαστο τρόπο. Όταν πλησιάσει κάποιος -όχι απαραίτητα εισβολέας- απογειώνονται και επιτίθενται κατευθείαν πάνω του, με συριγμούς και κτυπήματα, πράγμα που στις περισσότερες περιπτώσεις, οδηγεί στην απομάκρυνσή του, ακόμη και εάν πρόκειται για ζώα μεγάλου όγκου (λ.χ. ζώα κτηνοτροφίας) ή και πολύ ικανούς θηρευτές (λχ. νυφίτσες).

Η επώαση ξεκινάει συνήθως από το 2ο αυγό, πραγματοποιείται και από τους δύο γονείς και, διαρκεί 25-27 ημέρες. [14] Μετά την εκκόλαψη, και οι δύο γονείς φροντίζουν για την ανατροφή των νεοσσών. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφυγοι, [15] εγκαταλείπουν δηλαδή τη φωλιά πολύ γρήγορα, αλλά τις πρώτες ώρες είναι εξαιρετικά ευάλωτοι και, σε περίπτωση κινδύνου ακολουθούν τους γονείς τους και μαθαίνουν να παραμένουν ακίνητοι με το κεφάλι παράλληλα προς το έδαφος, όπως κάνουν εκείνοι. Στις 36-42 ημέρες, περίπου, οι νεοσσοί μπορούν και πετάνε [16], ενώ ανεξαρτητοποιούνται πλήρως μετά τις 6 εβδομάδες. [17]

Στην Ελλάδα, η Πετροτριλίδα αναπαράγεται σε όλη τη χώρα από τον Απρίλιο έως το Σεπτέμβριο [18], στην ηπειρωτική κυρίως χώρα, [19] αλλά είναι πολύ περιορισμένη τοπικά.

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικο άτομο

Από τα μέσα του 20ού αιώνα, οι κεντροευρωπαϊκοί πληθυσμοί της Πετροτριλίδας, κατέρρευσαν στην κυριολεξία. Η εξέλιξη αυτή προήλθε κυρίως από την καταστροφή των κατάλληλων βιοτόπων αναπαραγωγής, τη διευθέτηση της ροής των ποταμών και την αλλαγή πρώην ακαλλιέργητων εκτάσεων σε καλλιέργειες ή οδικές αρτηρίες. Υπήρχαν, επίσης, οχλήσεις στις υπόλοιπες περιοχές αναπαραγωγής και, όλο και περισσότερο, μικρότερες ευκαιρίες επιβίωσης στις περιοχές διαχείμασης.

Σήμερα, στην κεντρική Ευρώπη, υπάρχουν υγιείς πληθυσμοί μόνο στην Ουγγαρία και στην Αλσατία μικροί μεν, αλλά σταθεροί. Στις Κάτω Χώρες και την Πολωνία θεωρείται εξαφανισμένο είδος, άκρως απειλούμενο στη Γερμανία και την Τσεχία. Στις δύο τελευταίες χώρες, ωστόσο, είναι πιθανό, να αρχίζουν να ανακάμπτουν κάποια άτομα αναπαραγωγής. Στην Αυστρία, ένας πολύ μικρός πληθυσμός από 15-20 αναπαραγόμενα ζευγάρια, φαίνεται να προσπαθεί να επιβιώσει.

Στη υπόλοιπη Ευρώπη τα πράγματα είναι σαφώς καλύτερα, με τους μεγαλύτερους και πιο σταθερούς πληθυσμούς να βρίσκονται στην Ισπανία και τη Γαλλία (περίπου 50.000 αναπαραγωγικά ζευγάρια). Δεν υπάρχουν ενδείξεις για μείωση στον παγκόσμιο πληθυσμό, ιδιαίτερα εκείνο στην κεντρική Ασία και τη νότια Ρωσία. [20]

Η IUCN, έχει χαρακτηρίσει το είδος ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), παγκοσμίως, αλλά με τάση καθοδική. [1]

Για την Ελλάδα τα στοιχεία είναι ελλιπή και, δεν είναι γνωστό εάν απειλείται άμεσα. Πάντως, τα ενδιαιτήματά της απειλούνται από τις συνεχόμενες αλλαγές στη χρήση τους (μετατροπή σε καλλιέργειες, σκουπιδότοπους), από τα μπαζώματα και την υπερβόσκηση.

Η βιολογία και η οικολογία της Πετροτριλίδας, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ελάχιστα γνωστές. Είναι αναγκαία η απογραφή του πληθυσμού, κυρίως όσων ζευγαριών φωλιάζουν στην ενδοχώρα μακριά από υγροτόπους, καθώς και η λήψη μέτρων προστασίας για αποφυγή περαιτέρω υποβάθμισης των οικοτόπων της. [21]

Ειδικά για την Ελλάδα το είδος κατατάσσεται στα Τρωτά (Vulnerable, VU) [22]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο Πετροτριλίδα απαντάται και με τις ονομασίες Πετροτουρλί, Τρουλής (Κύθηρα), Σιβλίουρας (Σύρος), Φωνακλάς. [23]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Συμπεριλαμβάνεται και το B. o. mayri [25]

ii. ^  Συμπεριλαμβάνονται και τα B. o. jordansi , B. o. astutus B. o. theresae [26]

iii. ^  Ακολουθείται η κατά Κανέλλη ονομασία

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 BirdLife International (2012). Burhinus oedicnemus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 29 Μαρτίου 2014.
  2. Howard and Moore, p. 130
  3. Howard and Moore, p. 130
  4. Μπαμπινιώτης, σ. 1238
  5. http://dictionary.reference.com/browse/curlew?s=t&path=/
  6. Lockwood, W B
  7. Όντρια, σ. 121
  8. Harrison, p. 165
  9. Όντρια, σ. 121
  10. Heinzel et al, p. 134
  11. Dunning
  12. Bruun, p. 136
  13. Harrison, p. 165
  14. Harrison, p. 166
  15. Perrins, p. 110
  16. Perrins, p. 110
  17. Harrison, p. 166
  18. Όντρια, σ. 115
  19. Κόκκινο Βιβλίο, σ. 226
  20. A. Mischenko in litt. 2005
  21. Κόκκινο Βιβλίο, σ. 226-7
  22. Κόκκινο Βιβλίο, σ. 226
  23. Απαλοδήμος, σ. 48
  24. http://www.ornithologiki.gr/page_list.php?lID=3&sp=yes&st=no&sf=yes&ss=yes
  25. Howard and Moore, p. 130, note 5
  26. Howard and Moore, p. 130, note 4

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 49 , λήμμα «Πετροτριλίδα»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • John B. Dunning Jr. (Editor). CRC Handbook of Avian Body Masses by CRC Press (1992), ISBN 978-0-8493-4258-5.
  • Lockwood, W B (1993). The Oxford Dictionary of British Bird Names. OUP. ISBN 978-0-19-866196-2.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Eurasian Stone-curlew της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Triel (Art) της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).