Ουίνφιλντ Σκοτ Χάνκοκ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Ουίνφιλντ Σκοτ Χάνκοκ (αγγλικά: Winfield Scott Hancock, 14 Φεβρουαρίου 18249 Φεβρουαρίου 1886) ήταν Αμερικανός στρατιωτικός και ο υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος για το αξίωμα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών το 1880. Υπηρέτησε με διακρίσεις στον στρατό επί τέσσερις δεκαετίες, περιλαμβανομένης της υπηρεσίας του κατά τον Μεξικανο-Αμερικανικό Πόλεμο και ως στρατηγός της Ένωσης στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Γνωστός στους συστρατιώτες του ως «Χάνκοκ ο Υπέροχος» («Hancock the Superb»),[1] διακρίθηκε ειδικότερα για την προσωπική του ηγεσία στη Μάχη του Γκέττυσμπεργκ το 1863. Ένας στρατιωτικός ιστορικός έγραψε «Κανένας άλλος στρατηγός της Ένωσης στο Γκέττυσμπεργκ δεν κυριάρχησε επί των ανδρών του χάρη στην καθαρή δύναμη της παρουσίας του πλέον ολοκληρωτικά απ' όσο ο Χάνκοκ».[2]

Ο Στρατηγός Ουίνφηλντ Σκοτ Χάνκοκ

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, η φήμη του Χάνκοκ ως στρατιώτη και η αφοσίωσή του σε συντηρητικές συνταγματικές αρχές τον καθιστούσαν κάθε τετραετία πιθανό υποψήφιο Πρόεδρο. Η αξιοσημείωτη ακεραιότητά του ερχόταν σε αντίθεση με τη διαφθορά της εποχής, ενώ, όπως δήλωσε ο Πρόεδρος Ράδερφορντ Χαίηζ, «[α]ν, όποτε συντάσσουμε την εκτίμησή μας για έναν δημόσιο άνδρα, περίοπτο και ως στρατιώτη και στην πολιτική ζωή, πρόκειται να σκεφτούμε κατά πρώτον και κυρίως για τον ανδρισμό του, την ακεραιότητά του, την αγνότητά του, τη μοναδικότητα του σκοπού του και την ανιδιοτελή αφοσίωσή του στο καθήκον, μπορούμε αληθινά να πούμε για τον Χάνκοκ ότι ήταν πέρα για πέρα καθαρός χρυσός».[3] Αυτή η καθ' όλη τη χώρα δημοφιλία του οδήγησε τους Δημοκράτες να τον ονομάσουν υποψήφιο Πρόεδρο το 1880. Αν και ήταν περισσότερο επιτυχημένος από τους προηγούμενους μεταπολεμικούς Δημοκράτες υποψηφίους, ο Χάνκοκ ηττήθηκε από τον Ρεπουμπλικανό Τζέημς Γκάρφηλντ, με τη μικρότερη διαφορά λαϊκής ψήφου στην μέχρι σήμερα Ιστορία των ΗΠΑ.[4]

Νεαρή ηλικία και οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ουίνφηλντ Σκοτ Χάνκοκ και ο δίδυμος αδερφός του Χίλαρυ Μπέηκερ Χάνκοκ (Hilary Baker Hancock) γεννήθηκαν στις 14 Φεβρουαρίου 1824, στο Μοντγκόμερυ Σκουέαρ της Πεννσυλβανίας, έναν οικισμό πλησίον και βορειοανατολικά της Φιλαδέλφειας, στη σημερινή Κωμόπολη Μοντγκόμερυ.[5] Οι δίδυμοι ήταν οι γιοι του Μπέντζαμιν Φράνκλιν Χάνκοκ και της Ελίζαμπεθ Χόξγουορθ Χάνκοκ.[6][7] Ο Ουίνφηλντ ονομάστηκε προς τιμήν του Ουίνφηλντ Σκοτ, διακεκριμένου στρατηγού του Πολέμου του 1812 και αργότερα του Μεξικανο-Αμερικανικού Πολέμου και αρχιστρατήγου του Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών στην αρχή του Εμφυλίου Πολέμου.

Οι οικογένειες Χάνκοκ και Χόξγουορθ είχαν ζήσει στην Κομητεία Μοντγκόμερυ επί πολλές γενεές και ήταν αγγλικής, σκωτικής και ουαλλικής καταγωγής.[8] Ο Μπέντζαμιν Χάνκοκ ήταν δάσκαλος όταν γεννήθηκαν οι γιοι του. Λίγα χρόνια μετά τη γέννησή τους, μετακόμισε με την οικογένειά του στο Νορριστάουν, την έδρα της κομητείας, όπου ξεκίνησε να ασχολείται με τα Νομικά.[5] Ο Μπέντζαμιν ήταν επίσης διάκονος στην εκκλησία των Βαπτιστών και συμμετείχε στις δημοτικές αρχές (ως διεκηρυγμένος Δημοκράτης).[5]

Ο Ουίνφηλντ εκπαιδεύτηκε αρχικά στην Ακαδημία Νορριστάουν, αλλά μεταφέρθηκε σε δημόσιο σχολείο, όταν το πρώτο τέτοιο σχολείο άνοιξε στο Νορριστάουν στα τέλη της δεκαετίας του 1830.[9] Το 1840, ο Τζόζεφ Φόρνανς, ο τοπικός Αντιπρόσωπος στο Κογκρέσσο, υπέδειξε τον Χάνκοκ στη Στρατιωτική Ακαδημία των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ουέστ Πόιντ.[10] Η πρόοδος του Χάνκοκ στο Ουέστ Πόιντ ήταν μέτρια και στην αποφοίτησή του, το 1844, τοποθετήθηκε στο πεζικό.[11]

Το ξεκίνημα της στρατιωτικής του καριέρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πόλεμος με το Μεξικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάνκοκ κατετάγη κατ' απονομήν ως ανθυπολοχαγός στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού των ΗΠΑ και αρχικά στάθμευε στην Ινδιανική Επικράτεια στην Κοιλάδα του Ποταμού Ρεντ. Η περιοχή ήταν ήρεμη εκείνη την περίοδο και η θητεία του Χάνκοκ εκεί πέρασε χωρίς συμβάντα.[12] Με το ξέσπασμα του Μεξικανο-Αμερικανικού Πολέμου το 1846, ο Χάνκοκ προσπάθησε να εξασφαλίσει για τον εαυτό του μία θέση στο μέτωπο.[13] Η αρχική τοποθέτησή του ήταν σε υπηρεσία στρατολόγησης στο Κεντάκυ, όπου απεδείχθη τόσο ικανός στην προσέλκυση στρατιωτών που οι ανώτεροί του ήταν διστακτικού στο να τον αφήσουν να μετακινηθεί σε άλλη θέση.[14] Όμως, μέχρι τον Ιούλιο του 1847 επετράπη στον Χάνκοκ να ενταχθεί στο σύνταγμά του στην Πουέμπλα του Μεξικού, το οποίο σύνταγμα θα αποτελούσε τμήμα της στρατιάς που οδηγούσε ο συνώνυμός του Στρατηγός Ουίνφηλντ Σκοτ.[14]

Η στρατιά του Σκοτ κινήθηκε προς το εσωτερικό της χώρας από την Πουέμπλα χωρίς να συναντήσει αντίσταση και επιτέθηκε στην Πόλη του Μεξικού από τον νότο. Κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας το 1847, ο Χάνκοκ συμμετείχε σε μάχη για πρώτη φορά στο Κοντρέρας και στο Τσουρουμπούσκο.[15] Του απενεμήθη ο βαθμός του υπολοχαγού για ηρωική και αξιέπαινη υπηρεσία στις εν λόγω επιχειρήσεις.[16] Ο Χάνκοκ τραυματίστηκε στο πόδι στο Τσουρουμπούσκο και ανέπτυξε πυρετό.[1] Αν και ήταν αρκετά καλά ώστε να ηγηθεί του συντάγματός του στο Μολίνο ντελ Ρέυ, ο πυρετός απέτρεψε τον Χάνκοκ από τη συμμετοχή στην τελική έφοδο στην πόλη του Μεξικού, κάτι που θα μετάνοιωνε για το υπόλοιπο της ζωής του.[17] μετά την τελική νίκη, ο Χάνκοκ παρέμεινε στο Μεξικό με το 6ο Σύνταγμα Πεζικού, μέχρι την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης το 1848.[18]

Γάμος και ζωή στην ειρήνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάνκοκ υπηρέτησε σε έναν αριθμό αποστολών ως στρατιωτικός εφοδιαστής και υπασπιστής, κυρίως στον Άγιο Λουδοβίκο του Μισσούρι. Εκεί συνάντησε την Αλμίρα («Άλλι») Ράσσελλ και παντρεύτηκαν στις 24 Ιανουαρίου 1850[19] Η Άλλι γέννησε δύο παιδιά, τον Ράσσελλ το 1850 και την Άντα το 1857, όμως και τα δύο παιδιά τους πέθαναν πριν από τους γονείς τους.[20] Ο Χάνκοκ προήχθη σε λοχαγό το 1855 και μετατέθηκε στο Φορτ Μάυερς, στη Φλόριντα.[21] Η νεαρή οικογένεια του Χάνκοκ τον συνόδεψε στη νέα του θέση, όπου η Άλλι Χάνκοκ ήταν η μόνη γυναίκα στο στρατόπεδο.[22]

Η υπηρεσία του Χάνκοκ στη Φλόριντα συνέπεσε με τη λήξη του Τρίτου Πολέμου των Σεμινόλων. Τα καθήκοντά του ήταν κυρίως αυτά ενός εφοδιαστή και ο Χάνκοκ δεν είδε δράση σε εκείνη την εκστρατεία.[23] Ενώ η κατάσταση στη Φλόριντα ξεκίνησε να τακτοποιείται, ο Χάνκοκ μετατέθηκε στο Φορτ Λεβενγουόρθ στο Κάνσας.[23] Υπηρέτησε στη Δύση κατά τις κομματικά υποκινούμενες συγκρούσεις του «Ματωμένου Κάνσας» και στην Επικράτεια Γιούτα, όπου το 6ο Σύνταγμα Πεζικού έφτασε μετά τον Πόλεμο των Μορμόνων.[6] Μετα τη διευθέτηση αυτής της σύγκρουσης, ο Χάνκοκ τοποθετήθηκε στη νότια Καλιφόρνια τον Νοέμβριο του 1858.[24] Παρέμεινε εκεί, μαζί με την Άλλι και τα παιδιά τους, μέχρι την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου το 1861, υπηρετώντας ως λοχαγός και βοηθός εφοδιαστή υπό τον μελλοντικό Συνομοσπονδιακό Στρατηγό Άλμπερτ Σίντνεϋ Τζόνστον.[1] Στην Καλιφόρνια, ο Χάνκοκ δημιούργησε φιλίες με έναν αριθμό Νοτίων αξιωματικών, κυρίως δε με τον Λιούις Άρμιστεντ από τη Βιργινία.[25] Με το ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου, ο Άρμιστεντ και οι υπόλοιποι νότιοι έφυγαν για να ενταχθούν στον Στρατό των Συνομοσπόνδων Πολιτειών, ενώ ο Χάνκοκ παρέμεινε στην υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών.[26]

Ο Εμφύλιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένταξη στη Στρατιά του Ποτόμακ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Ο Χάνκοκ στέκεται ως η πλέον αξιοσημείωτη μορφή απ' όλους τους στρατηγούς που δεν άσκησαν χωριστή διοίκηση. Διοίκησε ένα σώμα στρατού επί μακρότερον απ' οποιονδήποτε άλλον και το όνομά του δεν αναφέρθηκε ποτέ ως έχοντα διαπράξει στη μάχη κάποιο σφάλμα για το οποίο να ήταν υπεύθυνος. Ήταν άνδρας πολύ αξιοσημείωτης προσωπικής εμφάνισης.... Η ευχάριστη διάθεσή του δημιουργούσε φίλους και το προσωπικό του θάρρος και η παρουσία του με την ηγεσία του στη μεγαλύτερη ένταση της μάχης κέρδισαν γι' αυτόν την εμπιστοσύνη των στρατιωτών που υπηρετούσαν υπ' αυτόν. Ασχέτως του πόσο σκληρή ήταν η μάχη, το 2ο σώμα πάντα ένοιωθε ότι ο διοικητής του το φρόντιζε».
Προσωπικά Απομνημονεύματα, Οδυσσεύς Σ. Γκραντ[27]

Ο Χάνκοκ επέστρεψε ανατολικά για ν' αναλάβει καθήκοντα εφοδιαστή για τον ταχέα αναπτυσσόμενο Στρατό της Ένωσης, αλλά γρήγορα προήχθη σε ταξίαρχο, στις 23 Σεπτεμβρίου 1861 και του δόθηκε προς διοίκηση μία ταξιαρχία πεζικού στη μεραρχία του Ταξιάρχου Ουίλλιαμ Φ. Σμιθ (του αποκαλούμενου «Φαλακρού»), της Στρατιάς του Ποτόμακ.[1] Κέρησε το προσωνύμιό του, «Υπέροχος», στην Εκστρατεία της Χερσονήσου, το 1862, οδηγώντας μία κρίσιμη αντεπίθεση στη Μάχη του Ουίλλιαμσμπεργκ• ο διοικητής στρατιάς Υποστράτηγος Τζωρτζ Μπ. ΜακΚλέλλαν τηλεγράφησε στην Ουάσιγκτων πως «ο Χάνκοκ ήταν υπέροχος σήμερα» και προσηγορία αυτή παρέμεινε.[2] Ο ΜακΚλέλλαν δεν ακολούθησε, όμως, την πρωτοβουλία του Χάνκοκ και οι Συνομοσπονδιακές δυνάμεις πέτυχαν να υποχωρήσουν ανενόχλητες.

Στη Μάχη του Αντίεταμ, ο Χάνκοκ ανέλαβε τη διοίκηση της 1ης Μεραρχίας του II Σώματος, μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του Υποστρατήγου Ισραήλ Μπ. Ρίτσαρντσον στη φρικτή μάχη στην «Αιματηρή Στενωπό» ("Bloody Lane"). Ο Χάνκοκ και το επιτελείο του έκαναν δραματική είσοδο στο πεδίο της μάχης, καλπάζοντας ανάμεσα στους άνδρες του και στους εχθρούς, παράλληλα με τη Βυθισμένη Οδό. Οι άνδρες του υπέθεσαν ότι ο Χάνκοκ θα διέταζε αντεπιθέσεις εναντίον των εξαντλημένων Συνομοσπονδιακών, αλλά έφερε οδηγίες από τον ΜακΚλέλλαν να κρατήσει τη θέση του.[28] Προήχθη σε υποστράτηγο εθελοντών στις 29 Νοεμβρίου 1862.[1] Οδήγησε τη μεραρχία του στην καταστροφική επίθεση στα Υψώματα του Μαίρυ στη Μάχη του Φρέντερικσμπεργκ τον ακόλουθο μήνα και τραυματίστηκε στην κοιλιά. Στη Μάχη της Τσάνσελλορσβιλλ, η μεραρχία του κάλυψε την υποχώρηση του Υποστρατήγου Τζόζεφ Χούκερ και ο Χάνκοκ τραυματίστηκε ξανά. Ο υπ' αυτόν διοικητής σώματος, Υποστράτηγος Ντάριους Ν. Κάουτς, μετατέθηκε εκτός της Στρατιάς του Ποτόμακ, διαμαρτυρόμενος για τις δράσεις που ανέλαβε ο Χούκερ στη μάχη και ο Χάνκοκ ανέλαβε τη διοίκηση του II Σώματος, του οποίου θα ηγούταν μέχρι λίγο πριν τη λήξη του πολέμου.[2]

Γκέττυσμπεργκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο του Στρατηγού Χάνκοκ στον Λόφο του Κοιμητηρίου στο Γκέττυσμπεργκ

Η πλέον διάσημη υπηρεσία του Χάνκοκ ήταν ως νέος διοικητής σώματος στη Μάχη του Γκέττυσμπεργκ, μεταξύ 1ης Ιουλίου και 3ης Ιουλίου 1863.[2] Μετά τον θάνατο του φίλου του, Υποστρατήγου Τσων Φ. Ρέυνολντς, νωρίς την 1η Ιουλίου, ο Υποστράτηγος Τζωρτζ Τζ. Μηντ, νέος διοικητής της Στρατιάς του Ποτόμακ, απέστειλε τον Χάνκοκ να αναλάβει τη διοίκηση των μονάδων στο πεδίο της μάχης και να εκτιμήσει την κατάσταση. Έτσι, ο Χάνκοκ ήταν σε προσωρινή διοίκηση της «αριστερής πτέρυγας» της στρατιάς, αποτελούμενης από τα I, II, III και XI Σώματα. Αυτό επιδείκνυε την υψηλή εμπιστοσύνη του Μηντ προς αυτόν, επειδή ο Χάνκοκ δεν ήταν ο ανώτερος τη τάξει αξιωματικός της Ένωσης στο Γκέττυσμπεργκ εκείνη τη στιγμή.[29] Ο Χάνκοκ και ο ανώτερός του διοικητής του XI Σώματος, Υποστράτηγος Όλιβερ Ο. Χάουαρντ, ήρθαν επ' ολίγον σε αντιπαράθεση σχετικά με τον διακανονισμό αυτό για την ηγεσία του στρατεύματος, αλλά ο Χάνκοκ υπερίσχυσε και αυτός οργάνωσε τις αμυντικές θέσεις της Ένωσης στον Λόφο του Κοιμητηρίου, ενώ ανώτερες Συνομοσπονδιακές δυνάμεις ωθούσαν το I και το XI Σώμα σε υποχώρηση μέσω της πόλης. Διέθετε από τον Μηντ την εξουσιοδότηση να αποσύρει της δυνάμεις του, άρα αυτός ήταν υπεύθυνος για την απόφαση να σταθεί και να πολεμήσει στο Γκέττυσμπεργκ. Ο Μηντ κατέφθασε μετά τα μεσάνυχτα και η γενική διοίκηση επανήλθε σ' αυτόν.

Στις 2 Ιουλίου, το υπό τον Χάνκοκ II Σώμα έλαβε θέσεις επί της Ράχης του Κοιμητηρίου, περίπου στο κέντρο της γραμμής της Ένωσης, ενώ ο Συνομοσπονδιακός Στρατηγός Ρόμπερτ Ε. Λη εξαπέλυσε επιθέσεις έναντι αμφοτέρων των άκρων της γραμμής.[30] Στο αριστερό της Ένωσης, η έφοδος του Αντιστρατήγου Τζέημς Λόνγκστρητ συνέτριψε το III Σώμα και ο Χάνκοκ έστειλε την 1η του Μεραρχία, υπό τον Ταξίαρχο Τζων Κ. Κάλντγουελλ, για να ενισχύσει τις δυνάμεις της Ένωσης στον Σιταγρό (Wheatfield). Ενώ το σώμα του Αντιστρατήγου Α.Π. Χιλλ συνέχιζε την επίθεση εναντίον του κέντρου της παράταξης της Ένωσης, ο Χάνκοκ συνάθροισε τους αμυνομένους και εξαπέστειλε μονάδες στα κρίσιμα σημεία.[30] Σε ένα διάσημο περιστατικό, θυσίασε ένα σύνταγμα, το 1ο της Μιννεσότας, διατάζοντάς το να προωθηθεί και να επιτεθεί σε μία Συνομοσπονδιακή ταξιαρχία τετραπλασίου μεγέθους, με αποτέλεσμα να υποστεί απώλειες ύψους 87% της δύναμής του.[31] Παρ' ότι κόστισε βαριά στο σύνταγμα, η ηρωική αυτή θυσία εξασφάλισε χρόνο για την οργάνωση της αμυντικής γραμμής και έσωσε τη θέση του Ενωσιακού στρατού.[31]

Στις 3 Ιουλίου, ο Χάνκοκ συνέχισε να κρατά τη θέση του στη Ράχη του Κοιμητηρίου και έτσι δέχθηκε το κύριο βάρος της Εφόδου του Πίκεττ.[32] Κατά τη διάρκεια του μαζικού βομβαρδισμού από το Συνομοσπονδιακό πυροβολικό που προηγήθηκε της εφόδου του πεζικού, ο Χάνκοκ διακρινόταν έφιππος επιθεωρώντας και ενθαρρύνοντας τους στρατιώτες του. Όταν ένας από τους κατωτέρους του διαμαρτυρήθηκε λέγοντας «Στρατηγέ, ο διοικητής του σώματος πρέπει να μη διακινδυνεύει τη ζωή του κατ' αυτόν τον τρόπο», λέγεται ότι ο Χάνκοκ απάντησε «Υπάρχουν φορές όποτε η ζωή ενός διοικητή σώματος δεν μετράει».[33] Κατά τη διάρκεια της εφόδου του πεζικού, ο παλιός του φίλος, ήδη Ταξίαρχος Λιούις Α. Άρμιστεντ, τραυματίστηκε ηγούμενος μίας ταξιαρχίας της μεραρχίας του Υποστρατήγου Τζωρτζ Πίκεττ και πέθανε δύο ημέρες αργότερα. Ο Χάνκοκ δεν μπόρεσε να συναντηθεί με τον φίλο του αυτόν επειδή είχε μόλις τραυματιστεί και ο ίδιος, με τον σοβαρό του τραυματισμό να προκαλείται από μία σφαίρα που χτύπησε τη λαβή της σέλας του και εισήλθε στο εσωτερικό του δεξιού μηρού του μαζί με θραύσματα ξύλου και ένα μεγάλο στραβωμένο καρφί.[34] Οι υπασπιστές του τον βοήθησαν να αφιππεύσει και έχοντας εφαρμόσει έναν αιμοστατικό επίδεσμο για να σταματήσει την αιμορραγία, αφαίρεσε ο ίδιος το καρφί της σέλας και αντιλαμβανόμενος λανθασμένα την προέλευσή του, παρατήρησε αιχμηρά «Πρέπει να στριμώχνονται πολύ για πυρομαχικά όταν ρίχνουν τέτοια σκάγια όπως αυτό».[35] Η είδηση του θανάσιμου τραυματισμού του Άρμιστεντ έφτασε τον Χάνκοκ μέσω ενός μέλους του επιτελείου του, του Λοχαγού Χένρυ Χ. Μπίνγκαμ. Παρά τον πόνο του, ο Χάνκοκ αρνήθηκε να μεταφερθεί στα μετόπισθεν μέχρι να ξεκαθαρίσει το αποτέλεσμα της μάχης. Αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους στρατιώτες του καθ' όλη την τριήμερη μάχη. Ο Χάνκοκ αργότερα έλαβε τις Ευχαριστίες του Κογκρέσσου των ΗΠΑ για «... τo ηρωικό, αξιέπαινο και καταφανές μερίδιό του σ' εκείνη τη μεγάλη και αποφασιστική νίκη».[1]

Η Βιργινία και το τέλος του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη του Δικαστηρίου της Σποτσυλβανίας

Ο Χάνκοκ υπέφερε από τις παρενέργειες του τραύματός του στο Γκέττυσμπεργκ για το υπόλοιπο του πολέμου.[2] Κατόπιν της ανάρρωσής του στο Νορριστάουν, διεξήγε υπηρεσίες στρατολόγησης κατά τη διάρκεια του χειμώνα και επέστρεψε την άνοιξη στη διοίκηση του II Σώματος επί του πεδίου, για την Χερσαία Εκστρατεία του Αντιστρατήγου Οδυσσέως Σ. Γκραντ το 1864, αλλά ποτέ δεν ανέκτησε πλήρως την κινητικότητά του και την πρότερη νεανική του ενέργεια.[36] Παρ' όλ' αυτά, είχε καλή επίδοση στη Μάχη της Ερημιάς και ηγήθηκε μίας κρίσιμης εφόδου για διάσπαση των γραμμών του εχθρού στο Πέταλο του Μουλαριού (Mule Shoe) στην «Αιματηρή Γωνία» ("Bloody Angle"), στη Μάχη του Δικαστηρίου της Σποτσυλβανίας, συντρίβοντας τη Συνομοσπονδιακή Μεραρχία του Πέτρινου Τείχους (Stonewall).[37] Το σώμα του υπέστη τεράστιες απώλειες κατά τη διάρκεια μίας μάταιης εφόδου που διέταξε ο Γκραντ στο Κολντ Χάρμπορ.[38]

Αφ' ότου η στρατιά του Γκραντ ξεγλίστρησε πέρα από τη στρατιά του Λη για να διασχίσει τον Ποταμό Τζέημς, ο Χάνκοκ βρέθηκε σε τέτοια θέση, απ' όπου θα μπορούσε να τελειώσει τον πόλεμο. Το σώμα του κατέφτασε για να υποστηρίξει τις εφόδους του Φαλακρού Σμιθ επί των ελαφρά υπερασπιζομένων αμυντικών γραμμών του Πήτερσμπεργκ, αλλά ανέβαλε την επίθεσή του κατόπιν συμβουλής του Σμιθ, επειδή ο Σμιθ γνώριζε το έδαφος και βρισκόταν στο πεδίο της μάχης όλη την ημέρα και έτσι δεν έλαβε χώρα καμμία αξιοσημείωτη έφοδος προτού ενισχυθούν οι Συνομοσπονδιακές γραμμές. Μία από τις μεγάλες ευκαιρίες του πολέμου είχε χαθεί.[6] Μετά τη συμμετοχή του σώματός του στις εφόδους στο Ντηπ Μπόττομ, ο Χάνκοκ προήχθη στον βαθμό του ταξιάρχου στον Τακτικό Στρατό, ισχύουσας της προαγωγής από της 12ης Αυγούστου 1864.[1]

Η μόνη σημαντική στατιωτική ήττα του Χάνκοκ έλαβε χώρα κατά την Πολιορκία του Πήτερσμπεργκ. Το υπ' αυτόν II Σώμα κινήθηκε νοτίως της πόλης, κατά μήκος του Σιδηροδρόμου Ουέλντον, ξηλώνοντας γραμμές. Στις 25 Αυγούστου, ο Συνομοσπονδιακός Υποστράτηγος Χένρυ Χεθ επιτέθηκε και ανέτρεψε τις αδύναμες θέσεις της Ένωσης στον Σταθμό Ρημ, συντρίβοντας το II Σώμα και συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους.[39] Despite Παρά τη μετέπειτα νίκη του στο Ρέμα του Χάτσερ, η ταπείνωση από τον Σταθμό του Ρημ συνέβαλε, μαζί με τις παρατεταμένες επιπτώσεις από το τραύμα του στο Γκέττυσμπεργκ, στην απόφασή του να παραδώσει τη διοίκησή του τον Νοέμβριο.[40] Άφησε το II Σώμα μετά από ένα έτος κατά το οποίο είχε υποστεί απώλειες άνω των 40.000 ανδρών, αλλά και είχε επιτύχει σημαντικές στρατιωτικές νίκες. Η πρώτη του νέα τοποθέτηση ήταν στη διοίκηση του τελετουργικού Πρώτου Σώματος Παλαιμάχων (First Veterans Corps).[40] Εκτέλεσε εκ νέου καθήκοντα στρατολόγησης, διοίκησε το Μέσο Διαμέρισμα (Middle Department) και αντικατέστησε τον Υποστράτηγο Φίλιπ Σέρινταν στη διοίκηση των δυνάμεων στην ήσυχη πλέον Κοιλάδα της Σεναντόα.[6] Προήχθη κατ' απονομήν σε υποστράτηγο του Τακτικού Στρατού για την υπηρεσία του στην Σποτσυλβάνια, ισχύουσας της προαγωγής από της 13 Μαρτίου 1865.[1]

Μεταπολεμική στρατιωτική υπηρεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δίκη των δολοφόνων του Λίνκολν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκτέλεση των συνωμοτών της δολοφονίας του Λίνκολν, 7 Ιουλίου 1865.

Προς το τέλος του πολέμου, ανετέθη στον Χάνκοκ η επίβλεψη της εκτέλεσης των συνωμοτών της δολοφονίας του Αβραάμ Λίνκολν. Ο Λίνκολν είχε δολοφονηθεί στις 14 Απριλίου 1865 και στις 9 Μαΐου του ιδίου έτους είχε συγκληθεί μία στρατιωτική επιτροπή για τη δίκη των κατηγορουμένων.[41] Ο φυσικός αυτουργός, ο Τζων Ουίλκς Μπουθ, ήταν ήδη νεκρός, αλλά η δίκη των συνωμοτών του προχώρησε γρήγορα, καταλήγοντας στις καταδίκες τους. Ο Πρόεδρος Άντριου Τζόνσον διέταξε την εκτέλεση των θανατικών ποινών στις 7 Ιουλίου. Ο Χάνκοκ ορίστηκε να επιβλέψει τις εκτελέσεις των θανατοποινιτών.[42] Αν και δίσταζε να εκτελέσει κάποιους από τους λιγότερο υπαίτιους συνωμότες, ειδικά τη Μαίρη Σαρράττ, ο Χάνκοκ εκτέλεσε τις διαταγές του, γράφοντας αργότερα ότι «κάθε στρατιώτης ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει όπως εγώ υπό παρόμοιες προϋποθέσεις».[43]

Οι Πεδιάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις εκτελέσεις, στον Χάνκοκ ανατέθηκε η διοίκηση του νεοσύστατου Μέσου Στρατιωτικού Διαμερίσματος (Middle Military Department), που έδρευε στη Βαλτιμόρη.[44] Το 1866, κατόπιν συστάσεως του Γκραντ, ο Χάνκοκ προήχθη σε υποστράτηγο και μετατέθηκε, αργότερα στο ίδιο έτος, στη διοίκηση του Στρατιωτικού Διαμερίσματος του Μισσούρι, το οποίο περιελάμβανε τις πολιτείες Μισσούρι, Κάνσας, Κολοράντο και Νέου Μεξικού.[45] Ο Χάνκοκ αναφέρθηκε στο Φορτ Λεβενγουόρθ του Κάνσας και ανέλαβε τη νέα του θέση. Σύντομα μετά την άφιξή του, του ανετέθη από τον Στρατηγό Ουίλλιαμ Τ. Σέρμαν η ηγεσία μίας εκστρατείας προς διεξαγωγή διαπραγματεύσεων με τους Σεγιέν και τους Σιού, οι σχέσεις με τους οποίους είχαν επιδεινωθεί μετά τη σφαγή του Σαντ Κρηκ.[46] Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν με άσχημο τρόπο και οι σχέσεις επιδεινώθηκαν περαιτέρω του αρχικού τους σημείου αφ' ότου ο Χάνκοκ διέταξε τον εμπρησμό ενός χωριού των Σεγιέν.[47] Υπήρξαν μικρές απώλειες ζωών από οποιαδήποτε πλευρά, αλλά η αποστολή δεν μπορούσε να αποκληθεί επιτυχής.[48] Υπήρχε επίσης κάποιας έκτασης διαφωνία μεταξύ του Χάνκοκ και ενός εκ των υφισταμένων του, του Αντισυνταγματάρχη Τζωρτζ Άρμστρονγκ Κάστερ, η οποία κατέληξε στην καταδίκη του Κάστερ από στρατοδικείο για απουσία άνευ αδείας.[48]

Η Ανοικοδόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άντριου Τζόνσον θεωρούσε τον Χάνκοκ τον ιδανικό στρατηγό της Ανοικοδόμησης.

Η θητεία του Χάνκοκ στη Δύση ήταν σύντομη. Ο Πρόεδρος Τζόνσον, δυσαρεστημένος με τον τρόπο με τον οποίο οι Ρεπουμπλικανοί στρατηγοί διακυβερνούσαν τον Νότο στα πλαίσια της Ανοικοδόμηση, αναζήτησε αντικαταστάτες γι' αυτούς.[49] Ο στρατηγός που προσέβαλε περισσότερο τον Τζόνσον ήταν ο Φίλιπ Σέρινταν και ο Τζόνσον διέταξε τον στρατηγό Γκραντ να εναλλάξει τις αποστολές των Χάνκοκ και Σέρινταν, πιστεύοντας ότι ο Χάνκοκ, ένας Δημοκράτης, θα διακυβερνούσε κατά τρόπο πλησιέστερο σ' εκείνον που επιθυμούσε ο Τζόνσον.[50] Αν και κανένας από τους δύο δεν ευχαριστήθηκε με την αλλαγή, ο Σέρινταν παρουσιάστηκε στο Φορτ Λεβενγουόρθ και ο Χάνκοκ στη Νέα Ορλεάνη.[50]

Η νέα αποστολή του Χάνκοκ τον βρήκε επί κεφαλής της Πέμπτης Στρατιωτικής Περιφέρειας, που περιελάμβανε το Τέξας και τη Λουιζιάνα. Σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή του, ο Χάνκοκ κέρδισε την εύνοια του λευκού συντηρητικού πληθυμσού εκδίδοντας τη Γενική Διαταγή του Υπ' Αριθμόν 40 της 29ης Νοεμβρίου 1867. Στη διαταγή εκείνη, η οποία συντάχθηκε ενώ ταξίδευε προς τη Νέα Ορλεάνη, ο Χάνκοκ εξέφρασε αισθήματα υπέρ της πολιτικής του Προέδρου Τζόνσον, γράφοντας ότι αν οι κάτοικοι της περιφερείας διαβιούσαν ειρηνικά και οι πολιτικοί υπάλληλοι εκτελούσαν τα καθήκοντά τους, «η στρατιωτική δύναμη θα παύσει να ηγείται και η πολιτική διοίκηση θα ανακτήσει τη φυσική και δικαιωματική κυριαρχία της».[51] Η διαταγή του Χάνκοκ ενεθάρρυνε τους λευκούς Δημοκράτες σε όλη την έκταση του Νότου, οι οποίοι ήλπιζαν να επανέλθουν στην πολιτική διακυβέρνηση γρηγορότερα, αλλά προκάλεσε δυσφορία στους μαύρους και τους Ρεπουμπλικανούς στον Νότο, οι οποίοι φοβούνταν επιστροφή στα προπολεμικά θέσφατα της κυριαρχίας των συντηρητικών λευκών.[52]

"[Ο]ι μεγάλες αρχές της Αμερικανικής ελευθερίας είναι ακόμη η νόμιμη κληρονομιά αυτού του λαού και πάντα θα έπρεπε να είναι. Το δικαίωμα της δίκης από σώμα ενόρκων, το habeas corpus, η ελευθερία του τύπου, η ελευθερία λόγου, τα φυσικά δίκαια των ατόμων και τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας πρέπει να διατηρηθούν. Οι ελεύθεροι θεσμού, ενώ είναι αναγκαίοι για την ευημερία και την ευτυχία του λαού, πάντα παρέχουν τα ισχυρότερα κίνητρα για την ειρήνη και την τάξη».
Ουίνφηλντ Σκοτ Χάνκοκ, Γενική Διαταγή Υπ' Αριθμόν 40 29 Νοεμβρίου 1867.[53]

Η Γενική Διαταγή Υπ' Αριθμόν 40 του Χάνκοκ γρήγορα καταδικάστηκε από τους Ρεπουμπλικανούς στην Ουάσιγκτων, ειδικότερα δε από τους [[Ριζοσπάστες Ρεπουμπλικανοί (ΗΠΑ)|Ριζοσπάστες, ενώ ο Πρόεδρος Τζόνσον την ενέκρινε ολόκαρδα.[54] Αδιαφορώντας για την κατάσταση στην Ουάσιγκτων, ο Χάνκοκ σύντομα έθεσε τα λόγια του σε πράξη, αρνούμενος τις απαιτήσεις των τοπικών Ρεπουμπλικανών πολιτικών να χρησιμοποιείσει την ισχύ του για ν' ανατρέψει εκλογικά αποτελέσματα και δικαστικές ετυμηγορίες, ενώ επίσης κατέστησε γνωστό ότι η ανοικτή στάση θα καταπνιγόταν.[54] Η δημοτικότητα του Χάνκοκ εντός του Δημοκρατικού κόμματος ανήλθε σε τέτοιο σημείο που θεωρήθηκε πιθανός προεδρικός υποψήφιος για το κόμμα αυτό στις εκλογές του 1868.[55] Αν και ο Χάνκοκ συγκέντρωσε σημαντικό αριθμό συνέδρων στο συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος του 1868, οι προεδρικές του φιλοδοξίες έμειναν ανεκπλήρωτες. Μολαταύτα, στο εξής αναγνωρίστηκε ως μέλος μία σπάνιας ράτσας στην πολιτική: ως ένας που πίστευε στις αρχές του Δημοκρατικού κόμματος για τα δικαιώματα των πολιτειών και την περιορισμένη κυβέρνηση, αλλά του οποίου το ανταποσχιστικό αίσθημα ήταν άμεμπτο[56]

Επιστροφή στις Πεδιάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την νίκη του Στρατηγού Γκραντ στος προεδρικές εκλογές του 1868, οι Ρεπουμπλικανοί κατείχαν ακλόνητη εξουσία στην ουάσιγκτων. Ως εκ τούτου, ο Χάνκοκ βρέθηκε να μετατίθεται ακόμη μία φορά, αυτή τη φορά μακρυά από την ευαίσθητη αποστολή της ανασυγκρότησης του Νότου, στη σχετική στασιμότητα του Διαμερίσματος της Ντακότας.[57] Το Διαμέρισμα κάλυπτε τη Μιννεσότα, τη Μοντάνα και τις Ντακότες. Όπως και στην προηγούμενή του διοίκηση στη Δύση, ο Χάνκοκ ξεκίνησε με μία συνέλευση με τους Ινδιάνους αρχηγούς, αλλά αυτή τη φορά ήταν πιο επιτυχημένος στην εγκαθίδρυση ειρηνικών προθέσεων.[58] Οι σχέσεις επιδεινώθηκαν το 1870, πάντως, όταν σε μία στρατιωτική εκστρατεία διεπράχθη μία σφαγή εναντίον των Μαυροπόδαρων.[59] Οι σχέσεις με τους Σιού επίσης έγιναν φιλόνικες ως αποτέλεσμα καταπατήσεων από λευκούς στους Μαύρους Λόφους, κατά παράβασιν της Συνθήκη του Φορτ Λάραμι.[60] Παρ' όλα αυτά, ο πόλεμος απετράπη προς το παρόν και στη μεγαλύτερη διάρκειά της η περίοδος της διοίκησης του Χάνκοκ ήταν ειρηνική.

Διοίκηση στην Ανατολή και πολιτικές φιλοδοξίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1872, απεβίωσε ο Στρατηγός Μηντ, αφήνοντας τον Χάνκοκ ως αρχαιότερο υποστράτηγο στον στρατό των ΗΠΑ. Αυτό του επέτρεψε να μετατεθεί σε κάποια πιο διακεκριμένη θέση και ο Πρόεδρος Γκραντ, ο οποίος ακόμη επιθυμούσε να κρατήσει τον Χάνκοκ μακρυά από κάποια θέση στον Νότο, του ανέθεσε τη διοίκηση του Διαμερίσματος του Ατλαντικού, του οποίου το αρχηγείο βρισκόταν στη Νήσο Γκάβερνορς της Νέας Υόρκης.[61] Το μεγάλο αυτό στρατιωτικό διαμέρισμα κάλυπτε την κατοικούμενη βορειοανατολική περιοχή της χώρας και με μία εξαίρεση, δεν εμφάνιζε κάποιο συμβάν στρατιωτικής σημασίας. Η εξαίρεση ήταν η εμπλοκή του στρατού στη Μεγάλη Σιδηροδρομική Απεργία του 1877. Όταν οι εργάτες του σιδηροδρόμου κατήλθαν σε απεργία για να διαμαρτυρηθούν για περικοπές μισθών, το μεταφορικό σύστημα της χώρας παρέλυσε. Οι κυβερνήτες Πεννσυλβανίας, Δυτικής Βιργινίας και Μαίρυλαντ ζήτησαν από τον Πρόεδρο Χαίηζ να καλέσει τα ομοσπονδιακά στρατεύματα να ξανανοίξουν τους σιδηροδρόμους. Αφ' ότου οι ομοσπονδιακοί στρατιώτες εισήλθαν στις πόλεις, οι περισσότεροι απεργοί διαλύθηκαν, αλλά σημειώθηκαν κάποιες βίαιες συγκρούσεις.[62]

Όσον καιρό ο Χάνκοκ στάθμευε στη Νέα Υόρκη, έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για να διατηρεί τις πολιτικές του φιλοδοξίες ενεργές. Έλαβε μερικές ψήφους στο συνέδριο του Δημοκρατικού κόμματος του 1876, αλλά δεν ήταν ποτέ σοβαρός διεκδικητής, αφού ο κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Σάμιουελ Τζ. Τίλντεν επεκράτησε σαρωτικά στη δεύτερη ψηφοφορία.[63] Ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Ράδερφορντ Μπ. Χαίηζ κέρδισε τις εκλογές του 1876 και ο Χάνκοκ επανεστίασε τις φιλοδοξίες του στο 1880. Η εκλεκτορική κρίση του 1876 και ο επακόλουθος τερματισμός της Ανασυγκρότησης το 1877 έπεισαν τους περισσότερους παρατηρητές ότι οι εκλογές του 1880 θα έδιναν στους Δημοκράτες την καλύτερή τους ευκαιρία για νίκη μετά από μία γενεά.[64]

Οι εκλογές του 1880[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάνκοκ μετά τον πόλεμο

Το συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα του Χάνκοκ είχε προταθεί πολλές φορές ως πιθανός υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος για Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά ποτέ δεν απέσπασε την πλειοψηφία των συνέδρων. Το 1880, όμως, οι πιθανότητες του Χάνκοκ βελτιώθηκαν. Ο Πρόεδρος Χαίηζ είχε υποσχεθεί να μην θέσει υποψηφιότητα για δεύτερη θητεία κι ο προηγούμενος Δημοκρατικός υποψήφιος, ο Τίλντεν, αρνήθηκε να θέσει κι αυτός υποψηφιότητα λόγω της κακής του υγείας.[65] Ο Χάνκοκ αντιμετώπισε αρκετούς αντιπάλους για την υποψηφιότητα, περιλαμβανωμένων των Τόμας Α. Χέντρικς, Άλλεν Τζ. Θέρμαν, Στήφεν Τζόνσον Φηλντ και Τόμας Φ. Μπαίηαρντ. Η ουδετερότητα του Χάνκοκ στο νομισματικό ζήτημα και η συνεχής υποστήριξη που έχαιρε στον Νότο (χάρη στην Γενική του Διαταγή Υπ' Αριθμόν 40) σήμαιναν ότι ο Χάνκοκ έχαιρε υποστήριξης σε όλη τη χώρα, περισσότερο απ' οποιονδήποτε άλλον υποψήφιο.[66] Όταν συνεκλήθη το συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σινσιννάτι τον Ιούνιο του 1880, ο Χάνκοκ προηγήθηκε στην πρώτη ψηφοφορία, αλλά δεν διέθετε την απαιτούμενη πλειοψηφία.[67] Με τη δεύτερη ψηφοφορία, ο Χάνκοκ έλαβε τα απαιτούμενα δύο τρίτα των ψήφων και ο Ουίλλιαμ Χαίηντεν Ήνγκλις από την Ινδιάνα επελέγη ως συνυποψήφιος αντιπρόεδρός του.[68]

Η προεκλογική εκστρατεία έναντι του Γκάρφηλντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ElectoralCollege1880-Large.png

Ο υποψήφιος πρόεδρος με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα ήταν ο Τζέημς Α. Γκάρφηλντ, μέλος του Κογκρέσσου από το Οχάιο και επιδέξιος πολιτικός. Ο Χάνκοκ και οι Δημοκράτες επέλεξαν να εστιάσουν στον Συμπαγή Νότο, αλλά χρειάζονταν να προσθέσουν μερικές από τις βόρειες πολιτείες στο σύνολό τους για να νικήσουν στις εκλογές. Οι πρακτικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων ήταν λίγες και οι Ρεπουμπλικανοί δίσταζαν να επιτεθούν προσωπικά στον Χάνκοκ λόγω της φήμης του ως ήρωα[69] Η μόνη διαφορά πολιτικής που μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι Ρεπουμπλικανοί ήταν μία δήλωση στο πρόγραμμα του Δημοκρατικού Κόμματος που υποστήριζε «έναν δασμό μόνο για το εισόδημα».[70] Οι υπεύθυνοι της εκστρατείας του Γκάρφηλντ χρησιμοποίησαν αυτή τη δήλωση για να εμφανίσουν τους Δημοκράτες ως μη έχοντες συμπάθεια για την κατάσταση των βιομηχανικών εργατών, μίας ομάδας που θα ευνοούταν από ένα υψηλό προστατευτικό δασμολόγιο. Αυτό το ζήτημα περιέκοψε την υποστήριξη προς τους Δημοκράτες στις βιομηχανικές πολιτείες του Βορρά, οι οποίες ήταν απαραίτητες για την επίτευξη δημοκρατικής πλειοψηφίας[71] Τελικά, οι Δημοκράτες και ο Χάνκοκ απέτυχαν να κερδίσουν οποιαδήποτε από τις βόρειες πολιτείες όπου στόχευαν, με την εξαίρεση της Νέας Ιερσέης. Η διαφορά στη λαϊκή ψήφο ήταν η μικρότερη στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, με το ύψος της να βρίσκεται κάτω των 10.000 ψήφων, αλλά ο Γκάρφηλντ διέθετε συμπαγή εκλεκτορική πλειοψηφία 214 έναντι 155.[4]

Μετέπειτα ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εκλογική του ήττα, ο Χάνκοκ συνέχισε στα καθήκοντά του ως διοικητής του Διαμερίσματος του Ατλαντικού. Εξελέγη πρόεδρος της Εθνικής Οργάνωσης Οπλοκατόχων (National Rifle Association, NRA) το 1881, εξηγώντας ότι «Σκοπός της NRA είναι η αύξηση της στρατιωτικής ισχύος της χώρας, καθιστώντας τη δεξιότητα στη χρήση των όπλων τόσο επικρατούσα, όσο ήταν στις ημέρες της Επανάστασης».[72] Ήταν Γενικός Αρχηγός της οργάνωσης παλαιμάχων MOLLUS από το 1879 μέχρι τον θάνατό του το 1886. Ήταν ο συγγραφέας των Αναφορών του Υποστρατήγου Ου. Σ. Χάνκοκ επί των Ινδιανικών Θεμάτων (αγγλικός τίτλος: Reports of Major General W. S. Hancock upon Indian Affairs), που εκδόθηκε το 1867.[1] Η τελευταία σημαντική δημόσια εμφάνιση του Χάνκοκ ήταν όταν προΐστατο της κηδείας του Προέδρου Γκραντ το 1885, αν και έκανε ένα χαμηλότερης δημοσιότητας ταξίδι αργότερα το ίδιο έτος στο Γκέττυσμπεργκ.[73]

Ο Χάνκοκ ο Υπέροχος πέθανε το 1886 στη Νήσο Γκάβερνορς, όντας ακόμη διοικητής του Στρατιωτικού Διαμερίσματος του Ατλαντικού, πέφτοντας θύμα μολυσμένου ψευδάνθρακα, που οξύνθηκε από διαβήτη.[2][6] Ετάφη στο Κοιμητήριο Μοντγκόμερυ στο Νορριστάουν της Πεννσυλβανίας.[1] Αν και πέθανε μετά από τα δύο παιδιά του, άφησε τρία εγγόνια που απέκτησε από τον γιο του, τον Ράσσελλ. Η σύζυγος του Χάνκοκ, Αλμίρα, εξέδοσε τα Απομνημονεύματα του Ουίνφηλντ Σκοτ Χάνκοκ (Reminiscences of Winfield Scott Hancock) το 1887.

Μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ουίνφηλντ Σκοτ Χάνκοκ έχει απαθανατιστεί σε έναν αριθμό αγαλμάτων:

  • Έναν έφιππο ανδριάντα στον Λόφο Ηστ Σεμετέρυ στο Πεδίο Μάχης του Γκέττυσμπεργκ.
  • Μία προτομή ως τμήμα του Μνημείου της Πεννσυλβανίας στο Γκέττυσμπεργκ.
  • Ένα ανάγλυφο που αναπαριστά τον τραυματισμό του Χάνκοκ κατά την Έφοδο του Πίκετ, στο Μνημείο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης στο Γκέττυσμπεργκ.
  • Έναν έφιππο ανδριάντα στην Πλατεία Μάρκετ (Λεωφόρος Πεννσυλβανίας και 7η Οδός) στην Ουάσιγκτων.
  • Έναν έφιππο ανδριάντα επί του Μνημείου Εμφυλίου Πολέμου Σμιθ στο Πάρκο Φαιρμάουντ, στη Φιλαδέλφεια.
  • Μία μνημειακή ορειχάλκινη προτομή στην Πλατεία Χάνκοκ της Νέας Υόρκης, του γλύπτη Τζέημς Ουίλσον Αλεξάντερ ΜακΝτόναλντ.

Στα λαϊκά μέσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάνκοκ ήταν σημαντικός χαρακτήρας στα ιστορικά μυθιστορήματα για τον Εμφύλιο Πόλεμο που έγραψαν τα μέλη της οικογένειας Σαάρα: The Killer Angels του Μάικλ Σαάρα και Gods and Generals και The Last Full Measure του Τζέφρυ Σαάρα. Στις ταινίες Γκέττυσμπεργκ (1993) και Gods and Generals (2003), οι οποίες βασίστηκαν στα πρώτα δύο από αυτά τα μυθιστορήματα, στον ρόλο του Χάνκοκ βρίσκεται ο Μπράιαν Μάλλον[74] και απεικονίζεται και στις δύο ταινίες κατά πολύ ευνοϊκό τρόπο. Ένας αριθμός σκηνών στο μυθιστόρημα Gods and Generals που απεικονίζουν τον Χάνκοκ και τον φίλο του Λούις Άρμιστεντ στη νότια Καλιφόρνια πριν τον πόλεμο έχουν παραληφθεί από την ταινία.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 Eicher, σελ. 277-78.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Tagg, σελ. 33-35.
  3. Jordan, σελ. 319.
  4. 4,0 4,1 Πρότυπο:Leip PV source
  5. 5,0 5,1 5,2 Jordan, σελ. 5.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 Cluff, σελ. 922–23.
  7. Walker, σελ. 7.
  8. Jenkins, Howard M. (1886). "Genealogical Sketch of General W.S. Hancock". Pennsylvania Magazine of History and Biography X: 100. http://books.google.com/books?id=0Q4XAAAAIAAJ&pg=PA105&dq=Russell+Dubois+Pennsylvania&as_brr=1#PPA100,M1. 
  9. Jordan, σελ. 6.
  10. Jordan, σελ. 7-9, Walker, σελ. 10.
  11. Jordan, σελ. 10–11, Walker, σελ. 12–15.
  12. Jordan, σελ. 13, Walker, σελ. 17.
  13. Jordan, σελ. 13.
  14. 14,0 14,1 Jordan, σελ. 14, Walker, σελ. 18.
  15. Jordan, σελ. 15–16.
  16. Jordan, σελ. 16; Walker, σελ. 20.
  17. Jordan, σελ. 16–17.
  18. Jordan, σελ. 19.
  19. Walker, σελ. 21–22.
  20. Walker, σελ. 22.
  21. Jordan, σελ. 24.
  22. Jordan, σελ. 25, Hancock, σελ. 24–27.
  23. 23,0 23,1 Jordan, σελ. 25.
  24. Jordan, σελ. 26–27.
  25. Jordan, σελ. 28–32.
  26. Jordan, σελ. 33–34.
  27. Grant, Ulysses S., Personal Memoirs, 1885, Τόμος II, σελ. 539-540.
  28. Sears, σελ. 257
  29. Jordan, σελ. 81.
  30. 30,0 30,1 Jordan, σελ. 89-94.
  31. 31,0 31,1 Jordan, σελ. 93.
  32. Jordan, σελ. 96-99.
  33. Foote, σελ. 545.
  34. Jordan, σελ. 98.
  35. Foote, σελ. 561.
  36. Jordan, σελ. 103.
  37. Jordan, σελ. 126-133.
  38. Jordan, σελ. 136-139.
  39. Jordan, σελ. 159-164.
  40. 40,0 40,1 Jordan, σελ. 169-173
  41. Trefousse, σελ. 211-212, Jordan, σελ. 176-177.
  42. Jordan, σελ. 177.
  43. Jordan, σελ. 179-180.
  44. Jordan, σελ. 182.
  45. Jordan, σελ. 183-84.
  46. Jordan, σελ. 185-89.
  47. Jordan, σελ. 194, Walker, σελ. 296.
  48. 48,0 48,1 Jordan, σελ. 198-99.
  49. Trefousse, σελ. 289-90.
  50. 50,0 50,1 Jordan, σελ. 200-201.
  51. Jamieson, σελ. 152-53.
  52. Jordan, σελ. 204-05.
  53. Jordan, σελ. 203.
  54. 54,0 54,1 Jordan, σελ. 206-08.
  55. Jordan, σελ. 213-228, Warner, σελ. 204.
  56. Jordan, σελ. 212.
  57. Jordan, σελ. 229.
  58. Jordan, σελ. 220-21.
  59. Jordan, σελ. 232.
  60. Jordan, σελ. 233-34.
  61. Jordan, σελ. 235.
  62. Jordan, σελ. 242-50.
  63. Jordan, σελ. 239.
  64. Robinson, Lloyd, The Stolen Election: Hayes versus Tilden - 1876, Agberg, Ltd. 1968, σελ. 199-213.
  65. Jordan, σελ. 255-59.
  66. Jordan, σελ. 262.
  67. Walker, σελ. 306.
  68. Walker, σελ. 306, Jordan, σελ. 281.
  69. Jordan, σελ. 292-96.
  70. Jordan, σελ. 297.
  71. Jordan, σελ. 297-301.
  72. Kopel, National Review.
  73. Jordan, σελ. 312-13.
  74. Μπράιαν Μάλλον - λήμμα στο IMDB www.imdb.com. Προσβάστηκε στις 6 Αυγούστου 2006.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]