Οντίλο Γκλομπότσνικ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οντίλο Γκλομπότσνικ (1938, Deutsches Bundesarchiv)

Ο Dipl. Eng. (διπλωματούχος μηχανικός) Οντίλο Λοτάριο Γκλομπότσνικ (προσ. Γκλόμπους) (Odilo Lotario ("Globus") Globocnik, 21 Απριλίου 190431 Μαΐου 1945 (41 ετών) ) υπήρξε σημαντικό στέλεχος και, αργότερα, σημαντικός ηγέτης των SS της Ναζιστικής Γερμανίας.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκλομπότσνικ γεννήθηκε στην Τεργέστη (Trieste) της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας στις 21 Απριλίου του 1904, από Αυστριακούς γονείς σλοβενικής καταγωγής, ενώ η μητέρα του είχε γεννηθεί στην Ουγγαρία. Ο πατέρας του, Φραντς, ήταν υπολοχαγός του Ιππικού του Αυτοκρατορικού Στρατού. Μη μπορώντας να εγκαταλείψει το επάγγελμα του στρατιωτικού, ζήτησε και πέτυχε να αναλάβει τη θέση του στρατιωτικού ταχυδρόμου και μετατέθηκε στη Σλοβενική κωμόπολη Τσέκλετς (Cseklesz, γερμ. Lanschutz), το 1914, για να ανακληθεί στην ενεργή υπηρεσία μόλις ένα χρόνο αργότερα. Ο Οντίλο εγγράφηκε την ίδια χρονιά σε στρατιωτική σχολή, την οποία, όμως, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει καθώς ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η οικογένεια μετακόμισε στο Κλάγκενφουρτ (Klagenfurt) της Αυστρίας, διαμένοντας σε μία όχι και τόσο άνετη κατοικία. Ο νεαρός Οντίλο φοίτησε στο τοπικό σχολείο, από όπου αποφοίτησε το 1923 με πολύ καλές επιδόσεις. Παράλληλα, εργαζόταν σε μικροδουλειές, όπως μεταφορά αποσκευών στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, για να ενισχύει το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα. Όταν τελείωσε τις σπουδές του απασχολήθηκε στον οικοδομικό κλάδο: Στον φάκελό του στα SS αναφέρεται ως "πρωτομάστορας", ενώ, κατ' άλλες μαρτυρίες, ασκούσε το επάγγελμα του μεσίτη οικοδομών, μέχρις ότου συνάντησε την Γκρέτε Μίχερ (Grete Micher), την οποία αρραβωνιάστηκε. Ο μέλλων πεθερός του, Εμίλ Μίχερ, του εξασφάλισε μόνιμη θέση σε υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της περιοχής.

Η σταδιοδρομία του ως Ναζιστή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από το 1922 ο νεαρός Οντίλο ήταν μέλος σε παραστρατιωτικές προναζιστικές οργανώσεις της Καρινθίας. Το 1931 εγγράφεται μέλος στο Ναζιστικό Κόμμα με αριθμό μέλους 442.939, ενώ την 1η Σεπτεμβρίου του 1934 εντάσσεται στα SS (αριθ. μέλους 292.776). Οι παράνομες δραστηριότητές του στην μη Ναζιστική ακόμη Αυστρία τον οδηγούν τέσσερις φορές στην φυλακή, όπου, ωστόσο, δεν παραμένει συνολικά περισσότερο από ένα χρόνο, χάρη στις παρεμβάσεις του Χάινριχ Χίμλερ. Δεν είναι σίγουρο αν συμμετείχε στην δολοφονία του Εβραίου κοσμηματοπώλη Νόρμπερτ Φούτερβαϊτ (Norbert Futterweit) με βομβιστική επίθεση τον Ιούνιο του 1933 στην Βιέννη, αν και έχουν διατυπωθεί σχετικές εικασίες[1].

Η δράση του συνεχίζεται στην Αυστριακή επαρχία, όπου οργανώνει ναζιστικούς πυρήνες κατά την περίοδο 1936 - 1938, δράση που του αποφέρει το αξίωμα του τοπικού ηγέτη του Ναζιστικού Κόμματος στην Καρινθία και του (άτυπου, εκείνη την εποχή) αναπληρωτή κυβερνήτη (Γκαουλάιτερ) της Αυστρίας. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κατάληψη της Αυστρίας από την Ναζιστική Γερμανία (Anschluss), παίρνοντας οδηγίες από την γερμανική Καγκελαρία, με υπόγειες ενέργειες: Μεταξύ άλλων, έχει πείσει τον επίσκοπο του Κλάγκενφουρτ να διανείμει εκρηκτικές ύλες στους Αυστριακούς Ναζιστές. Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας ο Γκλομπότσνικ ανταμείβεται δεόντως: Τοποθετείται γκαουλάιτερ στην Βιέννη (28 Μαΐου 1938). Έχοντας, όμως, χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και συγκρότησης, εμπλέκεται σε οικονομικές ατασθαλίες, καθώς αποκαλύπτεται ότι έχει δημιουργήσει και προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους καταλήγουν περιουσίες των διωκόμενων Εβραίων. Τελικά, απομακρύνεται από αυτή τη θέση τον Ιανουάριο του 1939 και διαγράφεται από τα SS, για να επανέλθει, ύστερα από εισήγηση του Χίμλερ, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους[2], ο οποίος τον τοποθετεί επικεφαλής της Αστυνομίας (SS-und Polizeifuhrer) της περιοχής του Λούμπλιν της κατακτημένης Πολωνίας, παίρνοντας ταυτόχρονα και προαγωγή (SS-Brigadefuhrer und Generalmajor). Ο Γκλομπότσνικ εγκατέστησε το αρχηγείο του σε μια βίλα στην οδό Βιενάβσκα (Wieniawska) του Λούμπλιν και το επάνδρωσε με μια ομάδα Αυστριακών ναζιστών (παλαιών συντρόφων και φίλων του). Ο Χίμλερ, προχωρώντας ακόμη περισσότερο, τον ονόμασε "Πληρεξούσιο για την δημιουργία βάσεων των SS και της Αστυνομίας στις κατεχόμενες Σοβιετικές περιοχές". Με βάση αυτή την εξουσιοδότηση, ο Γκλομπότσνικ έστησε αρχηγεία των SS στη Ρίγα (επικεφαλής Γκέοργκ Μίχαλσεν (Georg Michalsen)), το Μπιαλιστόκ και το Μινσκ (επικεφαλής ο Κουρτ Κλάσεν (Kurt Classen)), το Μογκίλεφ (επικεφαλής Χέρμαν Χέφλε (Hermann Hofle), γνωστός και για το περίφημο τηλεγράφημα ενημέρωσης για τον αριθμό των μεταγομένων θυμάτων), το Κίεβο (επικεφαλής Ρίχαρντ Τομάλλα (Richard Thomalla)). Συμμετείχε, επίσης, ο Χέρμαν Ντολπ (Hermann Dolp) ως υπεύθυνος κατασκευής των σχετικών εγκαταστάσεων. Αυτοί ήταν από τους βασικούς συντελεστές στην Επιχείρηση Ράινχαρντ. Η επιχείρηση αυτή από υλικής άποψης, απέφερε στα Ταμεία του Ράιχ το, καθ' υπολογισμούς, ποσόν των 178 εκατομμυρίων μάρκων της εποχής ενώ πέτυχε την εξόντωση περίπου 1,8 εκατομμυρίων Εβραίων της κατεχόμενης Πολωνίας.

Εκτός της Επιχείρησης Ράινχαρντ, ο Γκλομπότσνικ ασχολήθηκε και με μια άλλη "επιχείρηση" του Ράιχ: Την μετατόπιση (κυρίως) Εβραίων από την περιοχή του Λούμπλιν προς τα ανατολικά, ώστε να "ελευθερώσει χώρο" για Γερμανούς εποίκους. Η επιχείρηση είχε επονομασθεί "Generalplan Ost" και στόχευε στην μετανάστευση γερμανικής καταγωγής πληθυσμών από την Βουκοβίνα και την Βεσσαραβία. Από τον ίδιο τον Χίμλερ επελέγη η περιοχή του Ζάμοσκ (πολ. Zamosc) για την αρχή εφαρμογής της επιχείρησης αυτής. Στα πλαίσιά της μετατοπίστηκαν οι πληθυσμοί περίπου 110 χωριών της περιοχής, συχνά με ομαδικές εκτελέσεις και περίπου 50.000 Πολωνοί μετήχθησαν αρχικά σε πρόχειρα στρατόπεδα διαμεταγωγής και αργότερα στο Μαϊντάνεκ, στο Άουσβιτς ή σε στρατόπεδα εργασίας στην Γερμανία. Πολλοί κατάφεραν να διαφύγουν στα γύρω δάση, ενώ κάποια από τα χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς. Όπως ήταν φυσικό, η τοπική οικονομία κατέρρευσε ολοσχερώς, πράγμα που επέφερε τη σύγκρουση του Γκλομπότσνικ με τον πολιτικό Κυβερνήτη του Λούμπλιν Ερνστ Τσέρνερ (Ernst Zörner). Στην διένεξη αυτή παρενέβησαν, σε μια προσπάθεια επίλυσής της, τόσο ο επικεφαλής του Γενικού Κυβερνείου Χανς Φρανκ όσο και ο Χίμλερ. Ο Γκλομπότσνικ, ωστόσο, παρέμεινε στην θέση του, καθώς ήταν απαραίτητη η ολοκλήρωση της Επιχείρησης Ράινχαρντ.

Το Γενικό Κυβερνείο, ωστόσο, πίεσε τους SS να διακόψουν την επιχείρηση μετανάστευσης των Πολωνών, επειδή αντιμετώπιζε πλέον γενικευμένη αντίσταση από πολωνικής πλευράς, η οποία εκδηλωνόταν με δολιοφθορές σε παραγωγικές μονάδες, μαζικές διαφυγές και, επιπλέον, δεν απέδιδε τα αναμενόμενα. Ο Χίμλερ πείσθηκε και, τελικά, εξέδωσε διαταγή αναστολής εφαρμογής του "Generalplan Ost". Ταυτόχρονα, ο Γκλομπότσνικ αντιμετώπιζε εκ νέου τη δυσμένεια των ανωτέρων του, καθώς είχε αποτύχει στην εφαρμογή της.

Με την ολοκλήρωση της Επιχείρησης Ράινχαρντ ο Γκλομπότσνικ μετατέθηκε στην (υπό γερμανική κατοχή) γενέτειρά του Τεργέστη, όπου επιφορτίσθηκε με την "Επιχείρηση R", την δίωξη των ανταρτών (και των Εβραίων) της Ιστρίας. Κατάφερε να τον ακολουθήσουν και αρκετά μέλη της Επιχείρησης Ράινχαρντ και επιδόθηκαν στη νέα τους αποστολή. Παράλληλα, ο Γκλομπότσνικ νυμφεύθηκε την Λόρε Πετερσίνεγκ (Lore Peterschinegg), την επικεφαλής της οργάνωσης BDM (Bund Deutscher Mädel) στην Καρινθία.

Το τέλος του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την κατάληψη όλων των ιταλικών εδαφών από τα συμμαχικά στρατεύματα ο Γκλομπότσνικ διέφυγε στην Καρινθία. Εκεί, όμως, στις 31 Μαΐου 1945, συνελήφθη, κοντά στην λίμνη Βάισενζεε (Weissensee) από τα βρετανικά στρατεύματα, ο επικεφαλής των οποίων δεν γνώριζε την δράση του στην Πολωνία. Αυτοκτόνησε με υδροκυάνιο την ίδια ημέρα στον περίβολο του μικρού κτίσματος Paternion, που προσωρινά είχε μετατραπεί σε φυλακή. Το πτώμα του μεταφέρθηκε προς ταφή στον περίβολο της τοπικής εκκλησίας, ο ιερέας της οποίας αρνήθηκε να δεχθεί στον καθαγιασμένο χώρο "το σώμα ενός τέτοιου ανθρώπου". Έτσι, αναγκάσθηκαν να τον θάψουν έξω από τον τοίχο του περιβόλου, χωρίς τελετή.

Πηγές, αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστοτόπος ARC για τα στρατόπεδα θανάτου(αγγλικά)
  2. Axis Biographical Research(αγγλικά)