Ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο (ολλ.: Τotaalvoetbal, αγγλ.: Τotal football) είναι ένα ποδοσφαιρικό σύστημα στο οποίο ο κάθε ποδοσφαιριστής μπορεί να παίξει σε οποιαδήποτε θέση, αν χρειαστεί. Αν κάποια στιγμή ένας παίκτης βρεθεί εκτός θέσης κάποιος άλλος παίκτης της ομάδας προωθείται στη θέση που έμεινε κενή, ώστε η ομάδα συνεχίζει διατηρεί τον αμυντικό (ή επιθετικό) σχηματισμό που επιδιώκει να έχει. Σε αυτό το ρευστό σύστημα εκτός από τον τερματοφύλακα οι υπόλοιποι ποδοσφαιριστές πρέπει να μπορούν να αναλαμβάνουν με επιτυχία είτε αμυντικό είτε επιθετικό ρόλο σε διαφορετικές θέσεις του τερέν, κάτι που αυξάνει πολύ τις απαιτήσεις τόσο σε τεχνική κατάρτιση όσο και σε φυσική κατάσταση.

Η επιτυχημένη εφαρμογή του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου σε μια ομάδα εξαρτάται από την ικανότητα προσαρμογής του κάθε ποδοσφαιριστή στο σύνολο της ομάδας και η ανάπτυξη ομαδικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας αντί της ατομικής προβολής δεξιοτήτων. Πρέπει οι ποδοσφαιριστές να έχουν εξαιρετική προσοχή στην εφαρμογή της τακτικής σε κάθε στιγμή του παιχνιδιού, ώστε να αλλάζουν θέση με γρηγοράδα και να καλύπτουν τα κενά που δημιουργούνται.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανακάλυψη του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου οφείλεται στον πρωτοπόρο Άγγλο προπονητή Τζακ Ρέινολντς (1881-1962) των αρχών του 20ού αιώνα, ο οποίος διετέλεσε προπονητής στον Άγιαξ της Ολλανδίας τις περιόδους 1915-25, 1928-40 και 1945-47.


Στην Ελλάδα, η πρώτη ομάδα η οποία εφάρμοσε το εν λόγω σύστημα ήταν ο ΠΑΟΚ της δεκαετίας του 70' με τον Άγγλο προπονητή Λες Σάνον (Les Shannon). Ο ΠΑΟΚ, αποδίδοντας για εκείνη την εποχή πρωτοποριακό για τα ελληνικά δεδομένα και κατά γενική ομολογία το θεαματικότερο ποδόσφαιρο που είχε παίξει μέχρι τότε ελληνική ομάδα, για μια δεκαετία και με πλειάδα γρήγορων και με καλή τεχνική κατάρτιση ποδοσφαιριστών, αποτέλεσε σημείο αναφοράς στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Ο Άγιαξ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ρίνους Μίχελς, ο οποίος είχε προπονητή το Ρέινολντς στον Άγιαξ το 1946-47, όταν έγινε προπονητής στον Άγιαξ το 1965, εφάρμοσε με επιτυχία το σύστημα του Ρέινολντς στην ομάδα του και στη συνέχεια, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στην Εθνική Ολλανδίας. Τότε το σύστημα πήρε το όνομα "Oλοκληρωτικό ποδόσφαιρο" (Τotaalvoetbal). Το σύστημα εξελίχθηκε περαιτέρω από το Ρουμάνο προπονητή Στέφαν Κόβατς, ο οποίος τον διαδέχθηκε στον Άγιαξ, όταν ο Μίχελς πήγε στην Μπαρτσελόνα.

Ο Ολλανδός επιθετικός Γιόχαν Κρόιφ υπήρξε ο πιο διάσημος ποδοσφαιριστής που αφομοίωσε το ολοκληρωτικό σύστημα και το εφάρμοσε όσο αγωνίστηκε αλλά κι ως προπονητής αργότερα. Αν και η θέση του Κρόιφ στο γήπεδο ήταν σέντερ φορ, αγωνιζόταν σε όλο τον αγωνιστικό χώρο, οπουδήποτε θα μπορούσε να κάνει ζημιά στην αντίπαλη ομάδα. Οι συμπαίκτες του κινούνταν συνεχώς για να καλύπτουν τους χώρους που άφηνε κι έτσι οι ρόλοι τους στον αγώνα άλλαζαν συνέχεια μπερδεύοντας τους αντιπάλους.

Η κάλυψη του κενού χώρου και η δημιουργία νέου είναι ζωτικά ζητήματα στην τακτική του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου. Έτσι η ομάδα έχει πάντα πλεονέκτημα. Ο Μπάρι Χουλσόφ, αμυντικός του Άγιαξ της χρυσής εποχής που κατέκτησε τρία συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών (1971, 72, 73), εξηγούσε πώς η ομάδα προετοιμαζόταν:

"Συζητούσαμε για τον κενό χώρο συνέχεια. Ο Κρόιφ πάντα μας έλεγε πού έπρεπε να τρέξουμε και που να σταματήσουμε και πότε δεν έπρεπε να κινηθούμε".

Η συνεχής εναλλαγή θέσεων ήταν η αιτία που η τακτική ονομάστηκε «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο». Η εναλλαγή αυτή απαιτούσε διαρκή επαγρύπνηση.

"Οι κουβέντες μας ήταν πώς να δημιουργούμε χώρους, να μπαίνουμε σε χώρους και να οργανώνουμε το χώρο, κάτι σαν αρχιτεκτονική μέσα στο γήπεδο", συνεχίζει ο Χουλσόφ.

Το σύστημα αναπτύχθηκε οργανικά και συνεργατικά. Για την ανάπτυξή του δεν αρκούσε μόνο ο Μίχελς ή ο Κόβατς που τον διαδέχθηκε ή ο Κρόιφ από μόνος του. Έπρεπε όλη η ομάδα να ενταχθεί στη φιλοσοφία του συστήματος και να επινοεί βελτιώσεις, ακόμα και στη διάρκεια του αγώνα.

"Το απλό ποδόσφαιρο είναι το πιο όμορφο. Αλλά το να παίξεις απλά είναι το πιο δύσκολο πράγμα", συνήθιζε να λέει ο Κρόιφ αναπτύσσοντας την ποδοσφαιρική φιλοσοφία του.

To τέλος του κατενάτσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1972 θεωρείται η καλύτερη στιγμή του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου. Ο Άγιαξ νίκησε την ιταλική Ίντερ με 2-0 και οι ευρωπαϊκές εφημερίδες ανέφεραν: "θάνατος του κατενάτσιο και θρίαμβος του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου". Το αμυντικό ποδόσφαιρο είχε καταστραφεί.

Η συντριβή της Μίλαν από τον Άγιαξ με 6-0 στον τελικό του ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ το 1973 αποτέλεσε τον τελικό θρίαμβο του θεαματικού ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου απέναντι στο αντιποδόσφαιρο του κατενάτσιο.

Η Εθνική Ολλανδίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πλήρη ανάπτυξη του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου είχαμε από την Εθνική Ολλανδίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, η οποία έφτασε αήττητη ως τον τελικό βασισμένη κυρίως σε παίκτες του Άγιαξ. Εκεί αντιμετώπισε τη Γερμανία.

Με πρωταγωνιστή τον Κρόιφ οι Ολλανδοί παίκτες είχαν συνεχώς την μπάλα στην κατοχή τους από την αρχή του ματς και επί 80 δευτερόλεπτα, μέχρι που κέρδισαν πέναλτι και προηγήθηκαν στο σκορ. Μόλις στο δεύτερο ημίχρονο με το σκληρό και αποφασιστικό μαρκάρισμα του Μπέρτι Φογκτς πάνω στον Κρόιφ, ο Ολλανδός επιτελικός κουράστηκε και δόθηκε η ευκαιρία στους Γερμανούς να πετύχουν δυο γκολ κερδίζοντας το κύπελλο.

Δες επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα  Total Football της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).