Μάχη του Κηφισού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη του Κηφισσού ή Μάχη του Αλμυρού ή Μάχη της Κωπαΐδας
Ημερομηνία 1311
Τόπος Βοιωτία ή Μαγνησία
Έκβαση νίκη της Καταλανικής Εταιρείας
Εμπλεκόμενες πλευρές
Blason fam fr La Roche (Ducs d'Athènes) (selon Gelre).svg Δουκάτο των Αθηνών
Blason fr Royaume de France.svg Φράγκοι Σύμμαχοι
Flag of Catalonia.svg Καταλανική Εταιρεία
Flag of the Ottoman Empire.svg Τούρκοι Τοξότες
Ηγετικά πρόσωπα
άγνωστο
Δυνάμεις
βλ. κείμενο
3.550 ιππείς, 4.000 πεζοί και άγνωστος αριθμός Τούρκων
Απώλειες
σχεδόν ολικές
άγνωστο

Η Μάχη του ΚηφισούΜάχη του (Βοιωτικού) Κηφισού ή Μάχη του Αλμυρού[1] ή Μάχη της Κωπαΐδας[2][3]) έλαβε χώρα στις 15 Μαρτίου 1311. Αντίπαλοι ήταν, από τη μια πλευρά το φραγκικό Δουκάτο των Αθηνών με επικεφαλής τον "Μέγα Κύρη" Δούκα Γκωτιέ Ε΄ ντε Μπριέν και από την άλλη, η Καταλανική Εταιρεία (Κομπανία) των Καταλανών και Αραγωνέζων μισθοφόρων, γνωστών και με την ονομασία Αλμογάβαροι, οι οποίοι κατευθύνονταν προς τη Νότια Ελλάδα.

Προοίμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη σύγκρουσή της με τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο και σημαντικές επιδρομές και καταστροφές στη Μακεδονία, τη Θράκη και το Άγιο Όρος, η Καταλανική Εταιρεία νικήθηκε από τον βυζαντινό αυτοκρατορικό αρχιστράτηγο Χανδρηνό και αναγκάστηκε να περάσει στη Θεσσαλία. Οι εκεί κάτοικοι ζήτησαν τη βοήθεια του αυτοκράτορα ο οποίος έστειλε πάλι τον Χανδρηνό. Αυτός, με τη βοήθεια των κατοίκων του Λιδωρικίου και Γαλαξειδίου, ξανανίκησε τους Καταλανούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν και να περάσουν στη Λαμία.[4] Εκεί η Καταλανική Εταιρεία κλήθηκε από τον Δούκα των Αθηνών Γκωτιέ Ντε Μπριέν, έναντι υπόσχεσης μεγάλης αμοιβής, για να τον βοηθήσει στην προσάρτηση περιοχών του Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο κατέρρεε. Πράγματι, οι Καταλανοί λεηλάτησαν πάλι τη Θεσσαλία, πέτυχαν να καταλάβουν περισσότερα από 30 κάστρα, συμπεριλαμβανομένου του Δομοκού, αναγκάζοντας τους Βυζαντινούς και το Δεσποτάτο να ζητήσουν ειρήνη από τον Δούκα των Αθηνών.[5]

Όμως ο Δούκας δεν θέλησε να ξεπληρώσει το χρέος του προς τους Καταλανούς. Διάλεξε 200 ιππείς και 300 πεζούς από αυτούς, τους μίσθωσε στην υπηρεσία του και ζήτησε από τους υπόλοιπους να φύγουν, αφού πρώτα του επιστρέψουν τα κάστρα που κατέλαβαν και τα λάφυρα. Οι Καταλανοί της Εταιρείας δεν δέχτηκαν και αντιπρότειναν να κρατήσουν τα κάστρα, υπό την επικυριαρχία του. Ο Γκωτιέ τότε απάντησε αλαζονικά ότι θα τους έδιωχνε με τη βία και έστειλε αγγελιοφόρους σε όλη τη φραγκοκρατούμενη Ελλάδα, ζητώντας στρατιωτική βοήθεια. Όλοι οι μεγάλοι φεουδάρχες της Ελλάδας, από την Πελοπόννησο, την Εύβοια, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου, απάντησαν θετικά στην πρόσκλησή του και κατέφθασαν με τους ιππότες τους και πολυάριθμο πεζικό.[6]

Η θέση των Καταλανών ήταν πολύ δύσκολη γιατί, αν υποχωρούσαν θα δέχονταν επίθεση από τον βυζαντινό στρατό ενώ ούτε και η Βενετία ήθελε να τους βοηθήσει, λόγω του ότι ήταν δεσμευμένη από συνθήκη με το Βυζάντιο, η οποία δεν της επέτρεπε να έχει σχέσεις με αυτούς.[7]

Οι δυνάμεις των αντιπάλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχει μεγάλη ασυμφωνία μεταξύ των πηγών της εποχής, ως προς τις δυνάμεις που παρέταξε το δουκάτο εναντίον των Καταλανών. Κατά το βυζαντινό ιστορικό Νικηφόρο Γρηγορά, ανέρχονταν στους 6.400 ιππείς και 8.000 πεζούς. Το Χρονικόν του Μορέως, στην Αραγωνική διασκευή του, εκτιμά τις δυνάμεις του δουκάτου σε όχι περισσότερους από 2.000 ιππείς και 4.000 πεζούς. Σύμφωνα με τον Καταλανό χρονογράφο Ραμόν Μουντανέρ, έφταναν τους 700 ιππότες και 24.000 πεζούς.[7]

Η Καταλανική Εταιρεία διέθετε 3.550 ιππείς, 4.000 πεζούς και πολλούς Τούρκους[8] αιχμαλώτους (αρκετοί από τους οποίους είχαν γίνει χριστιανοί), οι οποίοι είχαν συμπεριληφθεί στη δύναμή της επειδή ήταν αξιόλογοι τοξότες.[7]

Τοποθεσία της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές θεωρίες υπάρχουν για την ακριβή τοποθεσία της μάχης η οποία παραδοσιακά τοποθετείται στον βοιωτικό Κηφισσό ποταμό, στην περιοχή της Κωπαΐδας λίμνης.[9] Με αυτή την τοποθέτηση συμφωνεί και ο o Α. Bon, προσδιορίζοντάς την συγκεκριμένα κοντά στον Ορχομενό ή προς Χαιρώνεια και Δαύλεια, ενώ δεν θεωρεί πειστικά τα επιχειρήματα του Γ.Τ. Κόλια, ο οποίος την τοποθετούσε αρκετά πιο βόρεια προς στην Αμφίκλεια, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λιλαίας, σε δυό τοποθεσίες που ονομάζονται «Καβαλάρη» και «Μεγαλοκύρη» (συσχετίζοντας την τελευταία με τον ελληνικό τίτλο "Μέγας Κύρης" που είχε ο Δούκας).[10] Ο Bon δεν θεωρεί πιθανή την εκδοχή του Χρονικού του Μορέως και του Νικόλαου Σανούδου, που τοποθετούν τη μάχη κοντά στον Αλμυρό Μαγνησίας. Πάντως οι νεότερες απόψεις των David Jacoby[9], Peter Lock[11], Kenneth M. Setton[12] τοποθετούν τη μάχη, με αρκετή βεβαιότητα, στον Αλμυρό Μαγνησίας.

Πριν τη μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την Τετάρτη 10 Μαρτίου 1311, ο Δούκας Γκωτιέ ντε Μπριέν συγκέντρωσε το φραγκικό στρατό στη Λαμία. Εκεί συνέταξε τη διαθήκη του και προετοιμάστηκε για τη σύγκρουση. Πριν όμως αρχίσει η μάχη, παρουσιάστηκαν μπροστά του οι διακόσιοι ιππείς και τριακόσιοι πεζοί, Καταλάνοι και Αραγωνέζοι, στους οποίους ο Δούκας είχε μοιράσει μισθούς και κτήματα ανά το Δουκάτο, για να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες τους. Αντιλαμβανόμενοι ότι αν δεν συνέδραμαν τους υπόλοιπους της Κομπανίας θα κινδύνευαν με την σειρά τους και οι ίδιοι αρνήθηκαν να βοηθήσουν τον Δούκα. Απευθυνόμενοι στον Δούκα του είπαν: "Τα αδέλφια μας είναι εδώ και εσείς δεν επιθυμείτε παρά να τα εξολοθρεύσετε, πράγμα που αποτελεί μεγάλη αμαρτία. Γι' αυτό σας ανακοινώνουμε ότι επιθυμούμε να φύγουμε και να πεθάνουμε μαζί τους. Έτσι λοιπόν, σας προκαλούμε και σας εγκαταλείπουμε".[13] Ο Δούκας τους απάντησε πως είχαν την άδειά του να πεθάνουν με τους άλλους συντρόφους τους.[14]

Εξέλιξη της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν οι Καταλανοί της Εταιρείας πληροφορήθηκαν την άφιξη του φραγκικού στρατού, έλαβαν θέση κοντά σε βάλτο και στη συνέχεια διοχέτευσαν νερό από τον ποταμό μέσα στα χωράφια που εκτείνονταν ανάμεσα σε αυτούς και στο σημείο από όπου θα περνούσε ο στρατός του Δούκα. Τα χόρτα στο σημείο εκείνο ήταν αρκετά ψηλά με αποτέλεσμα να μην φαίνονται τα πλημμυρισμένα χωράφια. Προνόησαν όμως να αφήσουν στεγνούς διαδρόμους έτσι ώστε το Καταλανικό πεζικό να μπορέσει να διασχίσει τις πλημμυρισμένες περιοχές. Οι Τούρκοι που τους συνόδευαν οχυρώθηκαν με καχυποψία ξεχωριστά, πιστεύοντας ότι ίσως επρόκειτο για παγίδα στημένη από τους δύο αντιπάλους για να τους εξαφανίσουν.[15]

Ο Δούκας των Αθηνών παρέταξε το ιππικό του -θεωρούμενο ως η αφρόκρεμα του γαλλόφωνου κόσμου της εποχής του- "με ολόχρυσα σπηρούνια" μπροστά από τους πεζούς. Στη συνέχεια, επικεφαλής του ιππικού, όρμησε κατά του πεζικού της Κομπανίας, με το φλάμπουρο με το λιοντάρι των Μπριέν να ανεμίζει από πάνω τους. Όμως τα άλογα κόλλησαν στο βάλτο και, από την ορμή της εφόδου και το βάρος τους, τα πόδια τους βυθίζονταν όλο και πιο πολύ μέσα στο τέλμα. Γύρω τους, οι κραυγές "Αραγωνία! Αραγωνία!" των Καταλάνων, μεγάλωναν τον τρόμο των παγιδευμένων ιπποτών. Μερικά άλογα κυλιόνταν, μαζί με τους καβαλλάρηδες, πάνω στο βούρκο ενώ άλλοι, κατά το βυζαντινό ιστορικό Γρηγορά, είχαν κολλήσει τόσο πολύ μέσα στο τέλμα που στέκονταν ακίνητοι σαν αγάλματα. Παρά τη δύσκολη θέση τους, οι απελπισμένοι Φράγκοι πολέμησαν γενναία αλλά οι Καταλανοί τους χτυπούσαν με τα βέλη τους, ενώ σύντομα και οι Τούρκοι μπήκαν στη μάχη και συμμετείχαν στην εξόντωσή τους.[16]

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Ραμόν Μουντανέρ, μόνο 2 από τους 700 ιππείς επέζησαν της καταστροφής: ο Ροζέ Ντελόρ (Roger Deslaur) και ο Βονιφάτιος της Βερόνα, οι οποίοι από πριν είχαν καλές σχέσεις με την Εταιρεία. Πάντως και ο Νικόλαος Σανούδος, ο μετέπειτα Δούκας του Αρχιπελάγους επέζησε της μάχης και μερικοί ακόμα, και είναι πιθανόν να ανταλλάχτηκαν με λύτρα. Ο Μουντανέρ διατείνεται ακόμη ότι σκοτώθηκαν 20.000 άντρες από το φραγκικό πεζικό. Νεκροί έπεσαν και ο Δούκας της Αθήνας Γκωτιέ ντε Μπριέν, ο Μαρκήσιος της Βοδονίτσας και άλλοι γνωστοί ευγενείς. Ουσιαστικά, σχεδόν όλοι οι αρχηγοί της φραγκοκρατούμενης Ελλάδας, δηλαδή οι επίγονοι των παλιών οικογενειών που κατάκτησαν την Ελλάδα το 1204, έχασαν τη ζωή τους σε αυτή τη μάχη.[15]

Στο άκουσμα της φοβερής ήττας, οι κάτοικοι της πλούσιας Θήβας την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στο Νεγρεπόντε (Χαλκίδα). Οι άξεστοι, όπως τους αποκαλεί ο ιστορικός William Miller, Καταλανοί λεηλάτησαν άγρια τη Θήβα κι έπειτα έφυγαν για την Αθήνα.

Το Δουκάτο των Αθηνών διαλύθηκε και το Πριγκηπάτο της Αχαΐας υπέστη σοβαρή κρίση. Μαζί τους τελείωσε και ο λεγόμενος «χρυσός αιώνας» των Φράγκων στην Νότια Ελλάδα ενώ οι νικητές Καταλανοί μοιράστηκαν τη γη, τις γυναίκες και τους πύργους των ιπποτών του Δουκάτου.[17]. Χαρακτηριστικά, ο Μουντανέρ αναφέρει πως πολλοί άξεστοι πολεμιστές έγιναν άντρες ευγενών γυναικών "για τις οποίες δεν ήταν άξιοι ούτε το νιπτήρα τους να κρατήσουν".[18] Οι Τούρκοι σύμμαχοί τους ζήτησαν και πέτυχαν να επιστρέψουν στην Καλλίπολη, λεηλατώντας την ανυπεράσπιστη ύπαιθρο στο δρόμο τους.[19]

Παρά τη μεγάλη νίκη τους, οι Καταλανοί της Εταιρείας δεν είχαν ακόμη αρχηγό. Ο αρχικός αρχηγός τους, Ροζέ ντε Φλορ, είχε δολοφονηθεί από τους Βυζαντινούς το 1305[20]. Ο επόμενος, Μπερεγκάρ ντε Ροκαφόρ, είχε απαχθεί και φυλακιστεί από τους Φράγκους το 1308 και από τότε την προσωρινή διοίκηση της Εταιρείας είχε αναλάβει τετραμελής επιτροπή[21]. Καθώς οι Καταλανοί ένιωθαν την ανάγκη να βρουν νέο αρχηγό, και μάλιστα ευγενή, πρόσφεραν την αρχηγία στον αιχμάλωτο Βονιφάτιο της Βερόνας ο οποίος την αρνήθηκε. Στη συνέχεια την πρόσφεραν στον άλλο αιχμάλωτό τους, τον Ροζέ Ντελόρ, ο οποίος δέχτηκε. Επιζητώντας επιπλέον νομιμοποίηση και προστασία, πρόσφεραν την επικυριαρχία του δουκάτου στο βασιλιά Φρειδερίκο Β' της Σικελίας και αργότερα στο βασιλιά της Αραγωνίας. Έτσι εκείνοι ονομάστηκαν δούκες της Αθήνας και ασκούσαν τη διοίκηση μέσω επιτρόπου. Πρωτεύουσα του δουκάτου ορίστηκε η Θήβα, η καταλανική καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα του κράτους μαζί με τα λατινικά και η νομοθεσία που καθόρισε τις σχέσεις ανάμεσα στους κατακτητές και τον γηγενή πληθυσμό στηρίχθηκε στο δίκαιο της Βαρκελώνης. Το μόνο δημόσιο αξίωμα που μπορούσαν να ασκήσουν αυτόχθονες ήταν εκείνο του νοταρίου (συμβολαιογράφου), όπως και επί Φράγκων,[22] ενώ τους απαγορευόταν να αγοράζουν, πουλούν ή διαθέτουν την περιουσία τους όπως ήθελαν ή να συνάπτουν μεικτούς γάμους.[23]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Μάχη του Αλμυρού» αποκαλείται μεταξύ άλλων και από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1979, τ. Θ', σ.255
  2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, 1978, ISBN 978-960-832299-8, σ.37, λήμμα Καταλανική Εταιρεία
  3. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τ.13, ISBN 960-8177-63-4, σ.619, λήμμα Καταλανική Εταιρεία
  4. W. Miller (1908), σ. 276-279.
  5. W. Miller (1908), σ. 279-280.
  6. W. Miller (1908), σ. 280.
  7. 7,0 7,1 7,2 W. Miller (1908), σ. 281.
  8. W. Miller (1908), σ. 277, όπου αναφέρεται πως, κατά τον Γρηγορά, όλοι οι Τούρκοι είχαν επιστρέψει στη χώρα τους αλλά οι υπόλοιπες πηγές της εποχής είναι ξεκάθαρες στο ότι μέρος των Τούρκων παρέμεινε με τους Καταλάνους και πολέμησε στη μάχη του Αλμυρού.
  9. 9,0 9,1 P. Lock (1989), σ. 141-141, σημείωση 4, όπου αναφέρεται στην παραδοσιακή τοποθέτηση, στις εκτιμήσεις του D. Jakoby και τις σχετικές δημοσιεύσεις.
  10. A. Bon (1969), σ. 187-188, όπου παρατίθεται και η άποψη του Κόλια, καθώς και οι παραπομπές στο Χρονικόν του Μορέως, τον Σανούδο και άλλες πηγές.
  11. Lock (1995), σ.188
  12. Donald M. Nicol, The Last Centuries of Byzantium, 1261–1453, Cambridge University Press, 1993, υποσημείωση της σελ. 135 όπου αναφέρεται η άποψη του Setton: «On the site of the battle, formerly thought to have been the Kephissos river or Lake Kopais, see Setton, Papacy and the Levant, I, pp.441-2»
  13. Ραμόν Μουντανέρ, Χρονικό, σ. 481 (αγγλ. μετάφρση).
  14. W. Miller (1908), σ. 283.
  15. 15,0 15,1 W. Miller (1908), σ. 284.
  16. W. Miller (1908), σ. 283-284.
  17. P. Lock (1989), σελ. 130.
  18. W. Miller (1908), σ. 287.
  19. Ραμόν Μουντανέρ, Χρονικό, σ. 483 (αγγλ. μετάφρση).
  20. W. Miller (1908), σ. 269. Lock (1995), σ. 186
  21. W. Miller (1908), σ. 273
  22. W. Miller (1908), σ. 299, σημείωση 16.
  23. W. Miller (1908), σ. 301

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γρηγορά, Νικηφόρου (14ος αι.). Ρωμαϊκή Ιστορία, Α' Περίοδος 1204-1341, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α. Α. Λιβάνη, Κεφ. VII. 7, σελ. 255-257.
  • Μονκάδα, Φρανθίσκο ντε (1623). Εκστρατεία των Καταλανών και Αραγωνέζων κατά Τούρκων και Ελλήνων, μετάφραση Ιουλίας Ιατρίδη, Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Αθήνα, 1984.
  • Bon, Antoine (1969). La Morée franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’Achaïe, Editions E. de Boccard, Παρίσι, 1969. Ανακτήθηκε από Σεφαελ στις 01/08/2009.
  • Lock, Peter (1995). Οι Φράγκοι στο Αιγαίο, 1204-1500 (μτφρ. Γ. Κουσουνέλος), Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα, 1998.
  • Lock, Peter (1989). The Medieval Towers of Greece: A Problem in Chronology and Function (από τη συλλογή εργασιών Latins and Greeks in the Eastern Mediterranean after 1204, επιμ. Benjamin Arbel, Bernard Hamilton, David Jacoby, Routledge, 1989, ISBN 0-714-63372-0). Ανακτήθηκε από Google Books, 01/08/2009.
  • Miller, William (1908) (στα Ελληνικά). Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα (1990 έκδοση). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 39°09′31″N 22°50′24″E / 39.158655°N 22.840108°E / 39.158655; 22.840108