Λαϊκό Κόμμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Λαϊκό Κόμμα υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κόμματα του Μεσοπολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Ιδρύθηκε στις αρχές του 1913, με την επίσημη ονομασία Κόμμα των Εθνικοφρόνων, από τον πολιτευτή της Πάτρας Δημήτριο Γούναρη. Στο νεοπαγές κόμμα συμμετείχαν αρχικά νέοι πολιτικοί του Θεοτοκικού Κόμματος, το οποίο τελικά και απορρόφησε, μετά το θάνατο του αρχηγού του, (Γ. Θεοτόκη). Από το Νοέμβριο του 1920 άλλαξε ονομασία σε Λαϊκό Κόμμα, με τον ίδιο αρχηγό (Δημήτριο Γούναρη).

Α΄ Περίοδος (1920-1936)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ιδρυτής του κόμματος, Δημήτριος Γούναρης

Στις εκλογές του 1920 επικράτησε έναντι του κόμματος των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το διάστημα 1920-22 σχηματίστηκαν διαδοχικές κυβερνήσεις με τη συμμετοχή του Λαϊκού Κόμματος, υπό τους Γούναρη, Νικόλαο Στράτο και Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και το στρατιωτικό κίνημα του Σεπτεμβρίου του 1922, η πλειοψηφία των στελεχών του διώχτηκε και 5 από τα κυριότερα στελέχη των κυβερνήσεών του εκτελέστηκαν, μαζί με τον τελευταίο αρχιστράτηγο, Χατζηανέστη.

Την περίοδο 1923-1925, το ακέφαλο Λαϊκό Κόμμα απείχε των εκλογικών αναμετρήσεων. Μετά την πτώση του παγκαλικού καθεστώτος, τον Ιανουάριο του 1924, πολιτεύτηκε υπό την ηγεσία του Παναγή Τσαλδάρη, που ανέλαβε προσωρινά, και από 4 Μαΐου (1924) οριστικά, ανακτώντας την εκλογική του επιρροή. Στις εκλογές του 1932 στέρησε από το κόμμα των Φιλελευθέρων την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία και στις εκλογές του 1933 επικράτησε, σχηματίζοντας αυτοδύναμη κυβέρνηση. Παρέμεινε στην εξουσία μέχρι και το ατυχές βενιζελικό κίνημα του 1935, συνέπεια του οποίου ήταν η παραίτησή του από την εξουσία, και ένεκα του πολιτικού χάους η παλινόρθωση της μοναρχίας από την κυβέρνηση Κονδύλη.

Στις εκλογές που ακολούθησαν την παλινόρθωση βγήκε πρώτο σε κοινοβουλευτική δύναμη, χωρίς όμως να είναι σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση. Τελικώς, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις Κωνσταντίνου Δεμερτζή και Ιωάννη Μεταξά. Μετά το θάνατο του Παναγή Τσαλδάρη και την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ανεστάλη η πολιτική του δράση, όπως και όλων των άλλων κομμάτων, ακόμη και αυτού του Ι. Μεταξά, παράγοντες του οποίου και διώχθηκαν.

Β΄ Περίοδος (1945-1958)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφίσα του Λαϊκού Κόμματος στις δεύτερες μεταπολεμικές εκλογές (1946)

Μετά την απελευθέρωση το 1944, το κόμμα επαναδραστηριοποιήθηκε υπό συλλογική ηγεσία, μέχρι που αρχηγός του ορίσθηκε ο ανιψιός του Παναγή Τσαλδάρη, Κωνσταντίνος Τσαλδάρης. Στις εκλογές που ακολούθησαν παρέμεινε η πρώτη δύναμη στο χώρο της Δεξιάς. Αποκορύφωμα ήταν οι εκλογές του 1946, στις οποίες υπερίσχυσε έναντι του ασθενικού Κέντρου και των καταλοίπων του μεταξικού καθεστώτος, εκλογές όπου απείχαν οι κομμουνιστές. Παρά τη νίκη του όμως, ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης αναγκάστηκε υπό την έντονη πίεση των Αμερικανών, να στηρίξει κυβέρνηση συνασπισμού, με πρωθυπουργό τον παλαιό βενιζελικό πολιτικό και αρχηγό του κόμματος των Φιλελευθέρων, Θεμιστοκλή Σοφούλη. Στο δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που έγινε τον ίδιο χρόνο, στήριξε ανεπιφύλακτα την επιστροφή του βασιλιά Γεωργίου Β΄.

Στις εκλογές του 1950 παρέμεινε πρώτη δύναμη στο χώρο της Δεξιάς, αν και τα κόμματα του Κέντρου μπόρεσαν να αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή. Στις εκλογές του 1951 όμως, το κόμμα σαρώθηκε από τον Ελληνικό Συναγερμό του Αλέξανδρου Παπάγου, τη νέα δύναμη στη Δεξιά, η δε πλειοψηφία των στελεχών του προσχώρησε άμεσα σ’ αυτόν. Ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης συνέχισε να ηγείται του συνεχώς συρρικνούμενου κόμματός του, το οποίο πλέον εξέλεγε ελάχιστο αριθμό βουλευτών. Το 1956, το Λαϊκό Κόμμα συμμετείχε από κοινού με τα κόμματα του Κέντρου και της Αριστεράς, στο συνασπισμό υπό τον τίτλο "Δημοκρατική Ένωση", συγκροτώντας κατ' αυτόν τον τρόπο ένα είδος "Λαϊκού Μετώπου", κερδίζοντας 3 έδρες στη Βουλή. Το 1958, το Λαϊκό Κόμμα επιχείρησε να ανακτήσει ορισμένα από τα παλαιά στελέχη του, συγκεντρώνοντάς τα σε έναν εκλογικό συνασπισμό υπό την επωνυμία "Ένωσις Λαϊκού Κόμματος", και έλαβε στις εκλογές της 11ης Μαΐου 4 έδρες, οι 2 από τις οποίες περιήλθαν στο κόμμα. Από το 1961 δεν μετέχει πλέον σε εκλογές.