Καλυψώ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στην ελληνική μυθολογία η Καλυψώ ήταν γνωστή μία Νύμφη, κόρη του Άτλαντα και της Πλειόνης ή του θεού Ηλίου και της Περσηίδας. Ζούσε στη νήσο Ωγυγία, που οι αρχαίοι συγγραφείς τοποθετούν στη δυτική Μεσόγειο (συγκεκριμένα έχει προταθεί μεταξύ άλλων ότι ήταν στη Θέουτα, απέναντι από το Γιβραλτάρ, ή το νησί Γκόζο δίπλα στη Μάλτα), ενώ αναφέρεται συχνά και απλώς ως «το Νησί της Καλυψώς».

Η Καλυψώ κατοικούσε σε ένα μεγάλο σπήλαιο, κοντά στην είσοδο του οποίου υπήρχαν φυσικοί κήποι, ιερό δάσος και πηγές. Εκεί περνούσε την ημέρα της η Νύμφη, κλώθοντας και υφαίνοντας με τις υπηρέτριές της, που ήταν και αυτές Νύμφες.

Η Καλυψώ υποδέχθηκε τον Οδυσσέα στο νησί της ως ναυαγό. Στην Οδύσσεια (ραψωδίες ε και η) αναφέρεται ότι η Καλυψώ τον ερωτεύθηκε και γι' αυτό τον κράτησε κοντά της επί επτά χρόνια. Σύμφωνα με άλλους συγγραφείς, ο Οδυσσέας έμεινε με την Καλυψώ δέκα χρόνια ή και ένα μόνο έτος. Η Καλυψώ του υποσχόταν ότι θα τον έκανε αθάνατο, αλλά ο Οδυσσέας δεν εγκαταλείφθηκε στη γοητεία της, γιατί ο βαθύτερος εσωτερικός πόθος του ήταν η επιστροφή του στην Ιθάκη.

Με την παράκληση της θεάς Αθηνάς ο Δίας έστειλε τον Ερμή στην Καλυψώ για να της ζητήσει να αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει. Μετά από αυτό, η Καλυψώ με μεγάλη της λύπη τον άφησε να φύγει, αφού πρώτα του έδωσε ξυλεία και πανί για να κατασκευάσει μία σχεδία, καθώς και προμήθειες (ακόμα και «μαύρο κρασί») για το ταξίδι του. Επίσης του υπέδειξε ποιους αστέρες να παρατηρεί για να ρυθμίζει την πορεία του.

Μεταγενέστεροι μύθοι αναφέρουν ότι ο Οδυσσέας και η Καλυψώ απέκτησαν μαζί ένα γιο, τον Λατίνο ή τον Αύσονα (που αργότερα εγκαταστάθηκε στην Ιταλία), ενώ ο Ησίοδος (Θεογονία, Β 1017-1018) αναφέρει δύο γιους τους, τον Ναυσίθοο και τον Ναυσίνοο. (Ο Ναυσίθοος αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με τον βασιλιά των Φαιάκων Ναυσίθοο που αναφέρεται στην Οδύσσεια.)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969