Ιαπωνική ιστορία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ιαπωνία έχει μια ιστορία που ξεκινά πριν από χιλιάδες χρόνια. Οι επιστήμονες πιστεύουν πως οι Ιάπωνες ως ενιαίο σύνολο προέρχονται από πολλές ομάδες, οι οποίες μετανάστευσαν στα νησιά από άλλα σημεία της Ασίας, στα οποία περιλαμβάνονται η Κίνα και η Κορέα. Οι αρχαιολογικές έρευνες, ωστόσο, υποδεικνύουν πως τα ιαπωνικά νησιά κατοικούνταν ήδη από το 30.000 Π.Κ.Ε.

Τα Προϊστορικά Χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως Εποχή του Λίθου για τα νησιά της Ιαπωνίας οι αρχαιολόγοι χαρακτηρίζουν το χρονικό διάστημα από το 30.000 Π.Κ.Ε. ως το 10.000 Π.Κ.Ε., εξαιτίας των λίθινων τέχνεργων που τη χαρακτηρίζουν και την έλλειψη κεραμικών. Η πρόσθεση ενδιάμεσων περιόδων έχει να κάνει με τη σταδιακή βελτίωση των εργαλείων, την ανακάλυψη πρωτόγονων οικισμών –μεσολιθική περίοδος- και τη σταδιακή εισαγωγή της χρήσης του πηλού και των μετάλλων –νεολιθική.

Η Νεολιθική περίοδος στις ιαπωνικές νήσους αναφέρεται από αρκετούς αρχαιολόγους και ως Εποχή του Πηλού, εξαιτίας των κεραμικών δειγμάτων και των ειδωλίων που έχει να παρουσιάσει. Τα τεστ ραδιοχρονολόγησης έδειξαν σε αρκετές περιπτώσεις το χρονικό βάθος των 10.000 ετών.

Κεραμική Τζόμον

Με τη σειρά της η Εποχή του Πηλού χωρίζεται σε δύο επιμέρους εποχές, την εποχή Τζόμον και την εποχή Γιαγιόι. Η Εποχή Τζόμον ξεκινά από το 10.000 Π.Κ.Ε. και φτάνει –ιδιαίτερα στην περίπτωση της νήσου Κιούσου– ως τον 3ο Π.Κ.Ε. αιώνα. Η λέξη Τζόμον είναι σύνθετη και σημαίνει «χάραγμα με σχοινί». Η λέξη Τζο σημαίνει σχοινί, ενώ η λέξη Μον σημαίνει χάραγμα. Διάσημη από εκείνη την εποχή έρχεται η κεραμική Τζόμον με τα σχοινόμορφα χαράγματα στα κεραμικά της. Προς το τέλος της εμφανίζεται και η χρήση του ατσαλιού, ιδιαίτερα στην κατασκευή όπλων. Τα κεραμικά της εποχής Γιαγιόι, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις φέρουν σχοινόμορφα χαράγματα, εντούτοις είναι εντελώς διαφορετικά στην τεχνοτροπία τους και εύκολα διακρίνονται από εκείνα της κεραμικής Τζόμον. Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι στις ιαπωνικές νήσους εισβάλλουν λαοί από την κορεατική χερσόνησο, περίπου τον 3ο Π.Κ.Ε. αιώνα.

Κρίνοντας από το γεγονός ότι η κεραμική Τζόμον σταδιακά μειώνεται και αντικαθίσταται, πιστεύεται πως οι φορείς του πολιτισμού Γιαγιόι τελικά υπερίσχυσαν, αν και ο πολιτισμός Τζόμον συνεχίστηκε στη βόρεια νήσο Χοκάιντο. Η νήσος Χοκάιντο κατοικείτο αποκλειστικά από τους Αϊνού11 σχεδόν μέχρι τον 16ο αιώνα, οπότε και άρχισε ο ιαπωνικός αποικισμός.

Η Εποχή Κοφούν διαμορφώνεται από το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των τύμβων, κάτι ανάλογο με τις τούμπες της Μακεδονίας ή τις μαγούλες της θεσσαλικής γης. Άλλωστε η ίδια η λέξη κοφούν σημαίνει τύμβος. Τούτοι οι τύμβοι άλλοτε είναι στρογγυλοί, άλλοτε τετράγωνοι, άλλοτε στρογγυλοί μπροστά και τετράγωνοι πίσω, άλλοτε δύο τετράγωνα με κύκλο ανάμεσά τους, άλλοτε δύο κύκλοι. Ιστορικά, η συγκεκριμένη εποχή με βάση τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις τοποθετείται ανάμεσα στο τέλος του 3ου αιώνα ή τις απαρχές του 4ου, ενώ το τέλος της στον 7ο αιώνα.

Σημαντικό στοιχείο για τη χρονική τοποθέτηση αυτής της εποχής αποτελεί η γραπτή μαρτυρία ενός αρχαίου κινεζικού αρχείου στο οποίο αναφέρεται πως η αυτοκράτειρα Χιμίχο έστειλε πρεσβευτή στην κινεζική πρωτεύουσα με δώρο 100 καθρέπτες και άλλα δώρα τα έτη 238 και 240. Λίγο αργότερα πέθανε και τάφηκε σε ένα μεγάλο τύμβο που χτίστηκε προς τιμήν της.

Η ιστορική εποχή για τον ιαπωνικό πολιτισμό θεωρείται πως κάνει την έναρξή της στα τέλη του 6ου αιώνα. Το 592 επιβεβαιώνεται από γραπτές μαρτυρίες ως το έτος θανάτου του αυτροκράτορα Σουσούν. Συνεπώς το 593 είναι το επιβεβαιωμένο έτος έναρξης για τη διοίκηση της αυτοκράτειρας Σουΐκο. Βέβαια, αν καταφύγει κανείς στο Κοτζίκι2, το αρχείο των αρχαίων γεγονότων, ο πρώτος αυτοκράτορας Τζίνμου εγκαθίδρυσε την κυβέρνησή του το 660 Π.Κ.Ε., δηλαδή στην ύστερη εποχή Τζόμον. Οι ιστορικοί, ωστόσο, αμφιβάλλουν και πιστεύουν πως όλα αυτά έγιναν κατά τον 1ο αιώνα, οπότε και έγινε η εισαγωγή σιδήρου και αναπτύχθηκαν οι τεχνικές κατεργασίας του.

Συνοψίζοντας σε έναν πίνακα τους προϊστορικούς χρόνους του ιαπωνικού πολιτισμού στις διαφορετικές φάσεις του, καταλήγουμε στην παρακάτω κατάταξη:

Κλασική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μετάβαση στα κλασικά χρόνια περνά ουσιαστικά από την περίοδο Γιαμάτο (300-710). Από την αρχή της περιόδου Κοφούν αναπτύσσεται ένα κέντρο δύναμης στην εύφορη πεδιάδα Κινάι, το οποίο γίνεται τελικά παράγων συνένωσης της χώρας, με πολιτικό κέντρο της την επαρχία Γιαμάτο (νομαρχιακό διαμέρισμα της Νάρα). Το όνομα της περιόδου προέρχεται από τους μεγάλους τάφους (κοφούν) που χτίστηκαν για τους πολιτικούς ηγέτες εκείνης της εποχής. Η Ιαπωνία της περιόδου Γιαμάτο απλώθηκε από το Κιούσου ως την πεδιάδα Κινάι, αλλά δεν περιέλαβε το Κάντο, το Τοχόκου και τη νήσο Χοκάιντο.

Ο αυτοκράτορας ήταν κυβερνήτης της Ιαπωνίας και το διοικητικό του κέντρο μετακινείτο συχνά από τη μια πόλη στην άλλη. Σύντομα όμως η πατριά Σογκά3 ανέλαβε την πραγματική πολιτική δύναμη. Τούτο είχε ως συνέπεια να ενεργούν οι περισσότεροι αυτοκράτορες μόνον ως σύμβολα του κράτους, τελώντας τις τελετουργίες Σίντο.

Εξαιτίας των φιλικών σχέσεων με το βασίλειο Κουντάρα (ή Παϊκτσέ) στην κορεατική χερσόνησο, η επιρροή από την ηπειρωτική χώρα αυξήθηκε έντονα. Ο Βουδισμός φαίνεται πως πέρασε στην Ιαπωνία κατά το 538 ή 552 και προωθήθηκε από την κυβερνώσα τάξη. Ο πρίγκηπας Σοτόκου4 λέγεται πως έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προώθηση των κινεζικών ιδεών. Έγραψε επίσης το σύνταγμα των δεκαεπτά άρθρων για τις ηθικές και πολιτικές αρχές. Οι θεωρίες του Κομφουκιανισμού και του Ταοϊσμού, καθώς επίσης και το κινεζικό σύστημα γραφής, εισήχθησαν στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της περιόδου Γιαμάτο.

Το 645 ο Νακατόμι νο Καματάρι έγινε το εναρκτήριο σημείο για την εποχή της πατριάς Φουτζιβάρα, που διήρκεσε μέχρι την άνοδο της στρατιωτικής τάξης των σαμουράι στον 11ο αιώνα. Την ίδια χρονιά έγιναν οι μεταρρυθμίσεις Ταϊκά5, οι οποίες καθιέρωσαν μια νέα κυβέρνηση και ένα διοικητικό σύστημα σύμφωνα με το κινεζικό πρότυπο. Όλη η γη αγοράστηκε από το κράτος και έγινε αναδιανομή της και μια μεγάλη προσπάθεια αναδασμού, προκειμένου να εισαχθεί το νέο φορολογικό σύστημα που υιοθετήθηκε επίσης από την Κίνα.

Περίοδος Νάρα και Χεϊάν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το 710 η πρώτη μόνιμη ιαπωνική πρωτεύουσα εγκαθίσταται στη Νάρα, μια πόλη που διαμορφώθηκε σύμφωνα με κινεζικά πρότυπα. Τα μεγάλα βουδιστικά μοναστήρια χτίστηκαν στη νέα πρωτεύουσα. Τα μοναστήρια κέρδισαν γρήγορα ισχυρή πολιτική επιρροή και έτσι, προκειμένου να προστατευθεί η θέση του αυτοκράτορα και της κεντρικής κυβέρνησης, η πρωτεύουσα μετακινήθηκε προς το Ναγκαόκα το 784 και τελικά στο Χεϊάν (Κιότο) το 794, όπου έμεινε για πάνω από χίλια χρόνια.

Χαρακτηριστικό των περιόδων Νάρα και Χεϊάν είναι μια βαθμιαία αποδυνάμωση της κινεζικής επιρροής που παρέμεινε, εντούτοις, ισχυρή. Πολλές από τις εισαγόμενες ιδέες βαθμιαία «εθνικοποιήθηκαν». Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ιδιαίτερες ανάγκες της Ιαπωνίας, καθιερώθηκαν διάφορα κυβερνητικά γραφεία επιπρόσθετα στο κυβερνητικό σύστημα που αντιγράφηκε από το κινεζικό πρότυπο6. Στις τέχνες, επίσης, τα αμιγή ιαπωνικά κινήματα έγιναν όλο και περισσότερο δημοφιλή. Η ανάπτυξη των συλλαβών Κάνα7 έκανε δυνατή τη δημιουργία μιας πραγματικής ιαπωνικής λογοτεχνίας, ενώ οι διάφορες νέες βουδιστικές αιρέσεις που εισήχθησαν από την Κίνα κατά τη διάρκεια της περιόδου Χεϊάν απορροφήθηκαν από το νεοτερικό ιαπωνικό πρότυπο.

Ανάμεσα στις χειρότερες αποτυχίες των μεταρρυθμίσεων Ταϊκά συγκαταλέγονται οι αναδασμοί της γης και το φορολογικό σύστημα. Οι υψηλοί φόροι οδήγησαν στην εξασθένηση πολλών αγροτών, που έπρεπε έπειτα να πωλήσουν τις ιδιοκτησίες τους και έγιναν μισθωτοί των μεγαλύτερων γαιοκτημόνων. Επιπλέον, πολλοί αριστοκράτες και βουδιστικά μοναστήρια πέτυχαν φορολογική ασυλία. Κατά συνέπεια, το κρατικό εισόδημα μειώθηκε και στο πέρασμα των αιώνων η πολιτική δύναμη μετατοπίστηκε σταθερά από την κεντρική κυβέρνηση στους μεγάλους γαιοκτήμονες8.

Η πατριά Φουτζιβάρα έλεγξε την πολιτική σκηνή της περιόδου Χεϊάν για αρκετούς αιώνες μετά από στρατηγικές επιγαμίες με την αυτοκρατορική οικογένεια και με την κατάληψη όλων των σημαντικών πολιτικών γραφείων στο Κιότο και των σημαντικότερων επαρχιών. Η δύναμη της γενιάς έφθασε στην αιχμή της με τον Φουτζιβάρα Μιτσινάγκα το 1016. Μετά από τον Μιτσινάγκα η δύναμη των ηγετών Φουτζιβάρα άρχισε να μειώνεται και η δημόσια τάξη δεν μπορούσε να διατηρηθεί. Πολλοί γαιοκτήμονες μίσθωναν σαμουράι για την προστασία των περιουσιών τους. Έτσι η επιρροή της στρατιωτικής τάξης έγινε όλο και περισσότερο σημαντική, ειδικά στην ανατολική Ιαπωνία.

Η υπεροχή της πατριάς Φουτζιβάρα τερματίστηκε το 1068, όταν ο νέος αυτοκράτορας Γκο Σαντζό αποφάσισε να κυβερνήσει τη χώρα μόνος του και η οικογένεια Φουτζιβάρα απέτυχε να τον ελέγξει. Κατά το 1086. ο Γκο Σαντζό παραιτήθηκε, συνεχίζοντας να κυβερνά από τα παρασκήνια. Αυτή η νέα μορφή κυβέρνησης ονομάστηκε κυβέρνηση Ινσέι. Οι αυτοκράτορες Ινσέι είχαν σημαντική πολιτική δύναμη από το 1086 μέχρι το 1159, όταν ο Τάιρα Κιγιοτόμι έγινε ο νέος ηγέτης της Ιαπωνίας.

Κατά τον 12ο αιώνα δύο στρατιωτικές οικογένειες με αριστοκρατικό υπόβαθρο κέρδισαν πολλή δύναμη. Πρόκειται για τις πατριές Μιναμότο ή Γκέντσι και Τάιρα ή Χάικε. Η πατριά Τάιρα αντικατέστησε τους ευγενείς της Φουτζιβάρα σε σημαντικές διοικητικές θέσεις, ενώ η πατριά Μιναμότο απέκτησε μεγάλη στρατιωτική εμπειρία, θέτοντας τη βόρεια Χόνσου υπό ιαπωνικό έλεγχο με δύο σημαντικές εκστρατείες –1050 και 1083 αντίστοιχα9.

Μετά από το 1159 γίνεται ηγέτης της Ιαπωνίας ο Τάιρα Κιγιομόρι και κυβερνά ως απόλυτος άρχοντας τη χώρα από το 1168 έως το 1178, πάντα μέσω του αυτοκράτορα. Οι σημαντικότερες απειλές με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο νέος αυτοκράτορας δεν είναι μόνο ο ανταγωνισμός της πατριάς Μιναμότο, αλλά και τα στρατευμένα βουδιστικά μοναστήρια, που είναι συχνά υπεύθυνα για τη διατάραξη της ήδη εύθραυστης ειρήνης.

Μετά από το θάνατο του Κιγιομόρι οι πατριές Τάιρα και Μιναμότο διεξάγουν έναν αποφασιστικό πόλεμο μεταξύ τους, με υπέρτατο στόχο την υπεροχή και τον πολιτικόοικονομικό έλεγχο της χώρας. Ο ιστορικός πόλεμος Γκεμπέι διήρκεσε από το 1180 έως το 1185. Μέχρι το τέλος του πολέμου η πατριά Μιναμότο έβαλε τέλος στην υπεροχή της πατριάς Τάιρα και ο Μιναμότο Γιοριτόμο έγινε ο ουσιαστικός και αδιαφιλονίκητος ηγέτης. Εξουδετερώνοντας όλους τους πιθανούς εχθρούς του, έγινε σόγκουν και εγκαθίδρυσε νέα κυβέρνηση στην Καμακούρα, τον τόπο γέννησής του.

Φεουδαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίοδος Καμακούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σαμουράι επιτίθενται σε πλοίο των Μογγόλων

Μετά από το θάνατο του Γιοριτόμο, το 1199, οι φιλονικίες για την υπεροχή άρχισαν μεταξύ του Μπακούφου Καμακούρα (κυβέρνησης) και της αυτοκρατορικής αυλής στο Κιότο. Οι φιλονικίες για την υπεροχή τελείωσαν κατά την εξέγερση Τζοκίου το 1221, όταν νίκησε ο Καμακούρα τον αυτοκρατορικό στρατό στο Κιότο και οι αντιβασιλείς Χοτζό απέκτησαν τον πλήρη έλεγχο της Ιαπωνίας. Με τους αναδασμούς της γης κατά τη διάρκεια της αναταραχής Τζοκιού κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν την υπακοή ισχυρών ανθρώπων σε όλη τη χώρα. Ο αυτοκράτορας και τα υπόλοιπα κυβερνητικά γραφεία στο Κιότο έχασαν σχεδόν όλη τη δύναμή τους.

Η κινεζική επιρροή συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου Καμακούρα και η αίρεση του Ζεν Βουδισμού (1191) απέκτησε ένα σημαντικό αριθμό οπαδών μεταξύ των σαμουράι, οι οποίοι έγιναν η κύρια κοινωνική τάξη. Την ίδια στιγμή ιδρύθηκε μια άλλη βουδιστική αίρεση, η ριζοσπαστική και αδιάλλακτη Σούτρα του Λωτού από τον Νιχιρέν10.

Το 1232 καθιερώθηκε ένας νέος νομικός κώδικας, το Τζοέι Σικιμόκου. Τόνιζε ιδιαίτερα τις κομφουκιανικές αρχές, όπως η σημασία της πίστης στον κύριο, και προσπάθησε γενικά να καταστείλει τη διαφθορά των ηθών και την απειθαρχία. Ο αυστηρός έλεγχος διατηρήθηκε από την πατριά Χοτζό και οποιαδήποτε σημάδια εξέγερσης ξεριζώθηκαν εν τη γενέσει τους.

Ο σόγκουν διέμενε στην Καμακούρα χωρίς ιδιαίτερη δύναμη, ενώ οι αναπληρωτές του βρίσκονταν στο Κιότο και τη δυτική Ιαπωνία. Οι διαχειριστές και οι φύλακες ασκούσαν αυστηρό και έντιμο έλεγχο στις επαρχίες, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα αρκετές δεκαετίες ειρήνης και οικονομικής ανάπτυξης στη χώρα, έως ότου άρχισε να απειλεί μια εξωτερική δύναμη την Ιαπωνία.

Από το 1259 οι Μογγόλοι είχαν κατακτήσει την Κίνα και άρχισαν να ενδιαφέρονται για την Ιαπωνία. Ωστόσο η Καμακούρα αγνόησε τα απειλητικά μηνύματα των ισχυρών Μογγόλων. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα την πρώτη μογγολική προσπάθεια εισβολής το 1274 στο νησί Κιούσου. Μετά από μόνο μερικές ώρες ναυμαχίας, όμως, ο μεγάλος ναυτικός στόλος των εισβολέων αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί εξαιτίας των κακών καιρικών συνθηκών. Ο θεόσταλτος άνεμος καμικάζε βοήθησε τους Ιάπωνες, δεδομένου ότι οι πιθανότητές τους ενάντια στη μεγάλη και σύγχρονη μογγολική δύναμη δεν ήταν καθόλου ευνοϊκές.

Έχοντας το χρόνο να προετοιμαστούν καλά, οι Ιάπωνες κατόρθωσαν να υπερασπιστούν σθεναρά τα νησιά τους επί αρκετές εβδομάδες κατά τη διάρκεια της δεύτερης εισβολής το 1281. Και πάλι ο θεϊκός άνεμος –βλ. κακοκαιρία– ανάγκασε τους Μογγόλους να αποσυρθούν. Το Κιούσου παρέμεινε σε επιφυλακή για μια πιθανή τρίτη προσπάθεια εισβολής, αλλά οι Μογγόλοι σύντομα είχαν περισσότερα προβλήματα να αντιμετωπίσουν στην ενδοχώρα από το να σκέπτονται την Ιαπωνία.

Οι συνέπειες της πολυετούς πολεμικής προετοιμασίας ενάντια στους Μογγόλους στάθηκαν μοιραίες για την κυβέρνηση Καμακούρα, δεδομένου ότι οδήγησαν σε τεράστιες δαπάνες. Πολλοί από πιστούς μαχητές της Καμακούρα περίμεναν ανταμοιβές που η κυβέρνηση δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να πληρώσει. Τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα και η μειωμένη αφοσίωση των ισχυρών αρχόντων ήταν μερικοί από τους λόγους της πτώσης της κυβέρνησης αυτής της περιόδου.

Κατά 1333 η δύναμη των αντιβασιλέων Χοτζό μειώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο αυτοκράτορας Γκο Νταϊγκό κατόρθωσε να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική δύναμη και να νικήσει το Μπακούφου Καμακούρα.

Περίοδος Μουρομάτσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής δύναμης, η αναγέννηση των παλαιών αυτοκρατορικών γραφείων που επιχειρήθηκε κατά την περίοδο της παλινόρθωσης Κέμου11 –όπως ονομάστηκε– (1334) δε διήρκεσε για πολύ, επειδή το παλαιό σύστημα διοίκησης δεν ήταν εκσυγχρονισμένο και πρακτικό. Την ίδια στιγμή οι ανώτεροι υπάλληλοι απέτυχαν να κερδίσουν την υποστήριξη των ισχυρών γαιοκτημόνων και να δημιουργήσουν τις δικές τους ζώνες επιρροής.

Ο Ασικάγκα Τακαούτζι, άλλοτε υπέρμαχος του αυτοκράτορα, ήρθε σε σύγκρουση με την αυτοκρατορική αυλή και κατόρθωσε να καταλάβει το Κιότο το 1336, τρέποντας σε φυγή τον Γκο Νταϊγκό, ο οποίος κατέφυγε στο Γιοσίνο, όπου ίδρυσε τη νότια αυλή. Την ίδια στιγμή ένας άλλος αυτοκράτορας διορίστηκε στο Κιότο. Τούτο έγινε δυνατό εξαιτίας μιας διαφωνίας ως προς τη γραμμή διαδοχής που ξεκίνησε από το θάνατο του αυτοκράτορα Γκο Σάγκα το 1272.

Το 1338 ο Τακαούτζι ορίστηκε σόγκουν και εγκατέστησε την κυβέρνησή του στο Κιότο. Η περιοχή Μουρομάτσι, στην οποία βρίσκονταν τα κυβερνητικά κτήρια από το 1378, έδωσε το όνομά της στην κυβέρνηση και στην ανάλογη ιστορική περίοδο.

Δύο, λοιπόν, αυτοκρατορικές αυλές υπήρξαν στην Ιαπωνία για πάνω από 50 χρόνια, η βόρεια και η νότια. Συγκρούστηκαν πολλές φορές η μία ενάντια στην άλλη και, παρόλο που η βόρεια αυλή κατείχε σημεία στρατηγικής σημασίας, η νότια κατόρθωσε να καταλάβει το Κιότο αρκετές φορές, με συνέπεια την καταστροφή της πρωτεύουσας σε τακτική βάση. Η νότια αυλή έσβησε τελικά κατά το 1392 και η χώρα ενοποιήθηκε.

Κατά τη διάρκεια της εποχής του σόγκουν Ασικάγκα Γιοσιμίτσου (1368-1408), η κυβέρνηση Μουρομάτσι ήταν σε θέση να ελέγχει τις κεντρικές επαρχίες, αλλά βαθμιαία έχασε την επιρροή της στις εξωτερικές επικράτειες. Ο Γιοσιμίτσου, ωστόσο, καθιέρωσε καλές εμπορικές σχέσεις με την Κίνα της περιόδου Μινγκ. Η εσωτερική παραγωγή αυξήθηκε με σειρά βελτιώσεων στη γεωργία και την καθιέρωση ενός νέου κληρονομικού συστήματος. Αυτές οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις οδήγησαν στην ανάπτυξη των αγορών, στην ίδρυση διαφόρων πόλεων και στη δημιουργία νέων κοινωνικών τάξεων.

Κατά τον 15ο και 16ο αιώνα η επιρροή των Ασικάγκα σόγκουν και της κυβέρνησης του Κιότο μειώθηκε επικίνδυνα και νέα πρόσωπα εμφανίστηκαν στην πολιτική σκηνή. Κυρίως ήταν γαιοκτήμονες από πολεμικές φατρίες (τζι-σαμουράι). Συνεργαζόμενοι αρχικά και υπερβαίνοντας κατόπιν τους επαρχιακούς φύλακες, ορισμένοι κατόρθωσαν να ελέγξουν ολόκληρες επαρχίες. Οι νέοι φεουδάρχες άρχοντες, αυτοί που έμειναν στην ιστορία ως νταΐμιο, ασκούσαν τον πραγματικό έλεγχο των ιαπωνικών επαρχιών και πολεμούσαν μεταξύ τους επί σειρά δεκαετιών στην περίοδο των εμφύλιων πολέμων (τζιντάι Σενγκόκου). Ανάμεσα στους ισχυρότερους συγκαταλέγονται οι Τακέντα, Ουεσούγκι και Χοτζό στην Ανατολή και οι Ούτσι, Μόρι και Χόσο στη Δύση.

Το 1542 έφτασαν στο Κιούσου οι πρώτοι ιησουΐτες ιεραπόστολοι και οι πρώτοι Πορτογάλοι έμποροι. Μαζί τους έφεραν τα πυροβόλα όπλα και το Χριστιανισμό. Παρά τις αντιθέσεις των Βουδιστών, οι περισσότεροι από τους δυτικούς πολέμαρχους χαιρέτισαν τον Χριστιανισμό, κυρίως για εμπορικούς και στρατιωτικούς λόγους. Από τα μέσα του 16ου αιώνα, αρκετοί από τους ισχυρότερους πολέμαρχους ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο ολόκληρης της χώρας. Ένας από αυτούς ήταν ο Όντα Νομπουνάγκα. Έκανε τα πρώτα μεγάλα βήματα προς την ενοποίηση της Ιαπωνίας με τη κατάληψη του Κιότο το 1568 και τη νίκη του επί του Μπακούφου Μουραμάκι το 1573.

Περίοδος Μομογιάμα Αζούτσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Όντα Νομπουνάγκα απέκτησε τον έλεγχο της επαρχίας Οβάρι (γύρω από τη σύγχρονη πόλη του Νάγκουα) το 1559. Το μεγάλο του σχέδιο, όμως, ήταν η ένωση της Ιαπωνίας. Αφού σταθεροποιήθηκε στο Κιότο, ο Νομπουνάγκα συνέχισε να καταστέλλει τους εχθρούς του. Ανάμεσά τους υπήρχαν και στρατευμένες βουδιστικές αιρέσεις, όπως η Ίκο, που είχαν γίνει πολύ ισχυρές σε διάφορες επαρχίες. Ο Νομπουνάγκα κατέστρεψε εντελώς το μοναστήρι Ενρυακούτζι κοντά στο Κιότο, το 1571, ενώ οι μάχες του ενάντια στη θρησκευτικοστρατιωτική οργάνωση Ίκο1210 συνεχίστηκαν μέχρι το 1580.

Μάλλον τυχερός ήταν ο Νομπουνάγκα συγκριτικά με δύο από τους πιο επικίνδυνους ανταγωνιστές του στην Ανατολή. Ο Τακέντα Σίνγκεν και ο Ουεσούγκι Κένσιν πέθαναν πριν να αντιμετωπίσουν τον Νομπουνάγκα. Μετά από το θάνατο του Σίνγκεν ο Νομπουνάγκα νίκησε την πατριά Τακέντα στη μάχη του Ναγκασίνο, το 1575, χρησιμοποιώντας σύγχρονες στρατηγικές μεθόδους13.

Το 1582 ο στρατηγός Ακέτσι δολοφόνησε τον Νομπουνάγκα και κατέλαβε το κάστρο του Αζούτσοι. Ο Τογιοτόμι Χιντεγιόσι, στρατηγός του Νομπουνάγκα, αντέδρασε πολύ γρήγορα, νίκησε τον Ακέτσι και ανέλαβε τον έλεγχο. Ακολουθώντας την πορεία του προκατόχου του προς την κατεύθυνση της ενοποίησης της Ιαπωνίας, συνέχισε την καταστολή όλων των διεκδικητών της εξουσίας. Κατέκτησε τις βόρειες επαρχίες, το Σικόκου το 1583 και το Κιούσου το 1587. Μετά τη νίκη του επί της πατριάς Χοτζό στην Ονταβάρα, το 1590, η Ιαπωνία τελικά ενοποιήθηκε.

Ωστόσο, προκειμένου να τεθεί η χώρα υπό απόλυτο έλεγχο, ο Χιντεγιόσι κατέστρεψε πολλά κάστρα που είχαν χτιστεί σε όλη τη διάρκεια της εποχής των εμφύλιων πολέμων. Το 1588 δήμευσε τα όπλα των αγροτών και των θρησκευτικών ιδρυμάτων και απαγόρευσε τις αγροτικές εργασίες για τους σαμουράι, αναγκάζοντάς τους να περιοριστούν εντός των τειχών των πόλεων-κάστρων. Η αύξηση του κυβερνητικού ελέγχου έγινε με μια σαφή διάκριση των κοινωνικών τάξεων, μετά από γενική απογραφή το 1590. Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε και το μεγάλο κάστρο Χιντεγιόσι ή κάστρο της Οσάκα.

Το 1587 ο Χιντεγιόσι εξέδωσε ένα διάταγμα για την εκδίωξη των χριστιανών ιεραποστόλων. Παρόλα αυτά οι Φραγκισκανοί πέρασαν στην Ιαπωνία και οι Ιησουΐτες παρέμειναν ενεργοί στα δυτικά. Το 1597 ο Χιντεγιόσι ενέτεινε τη δίωξη των χριστιανικών ιεραποστολών, απαγορεύοντας τον προσηλυτισμό και εκτέλεσε 26 Φραγκισκανούς ως προειδοποίηση. Ο Χριστιανισμός και οι πολιτικές σκοπιμότητες που έκρυβε στο παρασκήνιο θεωρήθηκαν ως εμπόδιο για την καθιέρωση του απόλυτου κυβερνητικού ελέγχου. Εκτός αυτού, όμως, στηριγμένοι στο καλωσόρισμα αρκετών αρχόντων οι Ιησουΐτες και οι Φραγκισκανοί είχαν ενεργήσει επιθετικά και αδιάλλακτα προς τον Σιντοϊσμό και τα βουδιστικά μοναστήρια14. Έχοντας ενώσει τη χώρα, ο επόμενος στόχος του Χιντεγιόσι ήταν να κατακτηθεί η Κίνα. Το 1592 ο ιαπωνικός στρατός εισέβαλε στην Κορέα και κατέλαβε τη Σεούλ μέσα σε μερικές εβδομάδες. Την επόμενη χρονιά, όμως, οι εισβολείς απωθήθηκαν από τις κινεζικές και κορεατικές δυνάμεις. Ο Χιντεγιόσι επίμονα δεν ενέδιδε στις πολεμικές πιέσεις, μέχρι την τελική εκκένωση από την Κορέα το 1598, το ίδιο έτος στο οποίο πέθανε.

Περίοδος Έντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αποβίβαση του Αρχιπλοιάρχου Πέρρυ στη Γιοκοχάμα το 1853

Ο Τοκουγκάβα Ιεγιάσου έγινε το ισχυρότερο άτομο στην Ιαπωνία αφότου πέθανε ο Χιντεγιόσι, το 1598. Παρόλες τις υποσχέσεις που είχε δώσει, δε σεβάστηκε το διάδοχο Χιντεγιόρι και θέλησε να γίνει ο απόλυτος κυβερνήτης της Ιαπωνίας.

Στη μάχη του Σεκιγκαχάρα, το 1600, ο Ιεγιάσου νίκησε το στρατό του Χιντεγιόρι και άλλους ανταγωνιστές του. Ως εκ τούτου πέτυχε σχεδόν την απεριόριστη πολιτική δύναμη και φυσικά τον πλούτο που φέρνει μαζί της. Το 1603 ο Ιεγιάσου διορίστηκε σόγκουν από τον αυτοκράτορα και εγκατέστησε την κυβέρνησή του στο Έντο (Τόκιο). Έκτοτε οι σόγκουν της πατριάς Τοκουγκάβα συνέχισαν να κυβερνούν την Ιαπωνία για 250 χρόνια περίπου.

Ο Ιεγιάσου έθεσε ολόκληρη τη χώρα υπό αυστηρό έλεγχο. Ανακατένειμε έξυπνα τα νέα εδάφη μεταξύ των νταΐμιο, αποδίδοντας τις στρατηγικότερες θέσεις σε έμπιστούς του, που τον είχαν υπηρετήσει και στο παρελθόν. Επίσης, απαίτησε από κάθε νταΐμιο να διαμένει κάθε δεύτερο έτος στο Έντο. Αυτό σήμαινε ένα τεράστιο οικονομικό βάρος για τον νταΐμιο και μείωνε την εξουσία του στην περιοχή του. Ο Ιεγιάσου συνέχισε να προωθεί το εξωτερικό εμπόριο. Καθιέρωσε εμπορικές σχέσεις με τους Άγγλους και τους Ολλανδούς, αλλά από την άλλη επέβαλε την καταστολή και τη δίωξη του Χριστιανισμού από το 1614 και πέρα.

Μετά από την καταστροφή της πατριάς Τογιοτόμι το 1615, όταν κατέλαβε ο Ιεγιάσου το κάστρο της Οσάκα, εκείνος και οι διάδοχοί του δεν είχαν πλέον κανέναν ανταγωνιστή. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος για τον οποίο διατηρήθηκε η ειρήνη καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου Έντο. Τούτο είχε ως άμεση συνέπεια οι πολεμιστές σαμουράι να εκπαιδεύονται όχι μόνο στις πολεμικές τέχνες, αλλά και στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και σε τέχνες, όπως η καλλιγραφία ή η τελετή του τσαγιού.

Το 1633 ο σόγκουν Ιεμίτσου απαγόρευσε τα ταξίδια στο εξωτερικό και σχεδόν απομόνωσε πλήρως την Ιαπωνία το 1639. Οι μόνες επαφές με τον εξωτερικό κόσμο ήταν οι πολύ περιορισμένες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα και τις Κάτω Χώρες στο λιμένα του Ναγκασάκι. Επιπλέον απαγορεύθηκαν όλα τα ξένα βιβλία. Παρά την απομόνωση, το εσωτερικό εμπόριο και η γεωργική παραγωγή συνέχισαν να βελτιώνονται. Κατά τη διάρκεια της περιόδου Έντο και ειδικά κατά τη διάρκεια της εποχής Γκενρόκου (1688-1703), εμφανίστηκαν νέες μορφές τέχνης όπως το καμπούκι1513 και το ουκίγιο-ε1614 και έγιναν πολύ δημοφιλείς, ειδικά στις αστικές περιοχές.

Η σημαντικότερη φιλοσοφία της Ιαπωνίας στην περίοδο Τοκουγκάβα ήταν ο Νεοκομφουκιανισμός, που τόνιζε τη σημασία των ηθών, την εκπαίδευση και την ιεραρχική διαστρωμάτωση της κυβέρνησης και της κοινωνίας. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός συστήματος 4ων κοινωνικών τάξεων. Στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας στέκει ο σαμουράι. Ακολουθείται από τους αγρότες, τους τεχνίτες και τους εμπόρους. Τα μέλη αυτών των τάξεων δεν επιτρεπόταν να αλλάζουν την κοινωνική θέση τους. Οι περιθωριακοί (έτα), άνθρωποι με ευτελή επαγγέλματα, διαμόρφωσαν μια πέμπτη κατηγορία. Το 1720 σταμάτησε η απαγόρευση της δυτικής λογοτεχνίας και διάφορες νέες διδασκαλίες πέρασαν στην Ιαπωνία από την Κίνα και την Ευρώπη. Ταυτόχρονα όμως, αναπτύχθηκαν και νέα εθνικιστικά σχολεία που ενσωμάτωσαν στη διδασκαλία τους τις αρχές του Σιντοϊσμού και του Κομφουκιανισμού.

Ακόμα κι αν η κυβέρνηση Τοκουγκάβα παρέμεινε σταθερή στη διάρκεια αρκετών αιώνων, το κύρος της μειωνόταν διαρκώς για διάφορους λόγους. Μια σταθερή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της κυβέρνησης οδήγησε σε υψηλότερους φόρους και ταραχές ανάμεσα στον αγροτικό πληθυσμό. Επιπλέον, η Ιαπωνία υπέστη αρκετές φυσικές καταστροφές και οι λιμοί που ακολούθησαν προκάλεσαν αναταράξεις και περαιτέρω οικονομικά προβλήματα για την κεντρική κυβέρνηση και τους νταΐμιο. Η μέχρι τότε κοινωνική ιεράρχηση άρχισε να κλονίζεται με την άνοδο και την ισχυροποίση της εμπορικής τάξης, ενώ με τη σειρά τους οι σαμουράι έγιναν οικονομικά εξαρτώμενοι από τους εύπορους εμπόρους. Έτσι, φαινόμενα όπως η δωροδοκία, η ανικανότητα και η πτώση των ηθών μέσα στην κυβέρνηση προκάλεσαν περαιτέρω προβλήματα.

Στο τέλος του 18ου αιώνα η εξωτερική πίεση άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη, όταν προσπάθησαν να καθιερώσουν οι Ρώσοι αρχικά εμπορικές επαφές με την Ιαπωνία, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Ακολουθήθηκαν από άλλα ευρωπαϊκά έθνη και τους Αμερικανούς στο 19ο αιώνα. Ήταν τελικά ο Αρχιπλοίαρχος Μάθιου Πέρρυ το 1853 και πάλι το 1854 που ανάγκασε την κυβέρνηση Τοκουγκάβα να ανοίξει έναν περιορισμένο αριθμό λιμένων για το διεθνές εμπόριο. Εντούτοις, το εμπόριο παρέμεινε πολύ περιορισμένο μέχρι την παλινόρθωση Μεϊτζί το 1868.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες συνδυασμένοι με τα αντικυβερνητικά συναισθήματα, προκάλεσαν άλλα κινήματα –όπως αυτό που απαιτούσε την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής δύναμης –και την εκδήλωση αντι-δυτικών συναισθημάτων, ειδικά μεταξύ των εξαιρετικά συντηρητικών σαμουράι. Πολλοί, εντούτοις, αναγνώρισαν σύντομα τα μεγάλα πλεονεκτήματα των δυτικών εθνών στην επιστήμη και τον στρατιωτικό τομέα και ευνόησαν ένα πλήρες άνοιγμα στον κόσμο. Τέλος, αναγκάστηκαν και οι συντηρητικοί να αναγνωρίσουν την ανάγκη του ανοίγματος, αφού ήλθαν πρώτα αντιμέτωποι με τα δυτικά θωρηκτά σε διάφορα γεγονότα.

Το 1867-68, η κυβέρνηση Τοκουγκάβα λύγισε από το βάρος της πολιτικής πίεσης και η δύναμη του αυτοκράτορα Μεϊτζί αποκαταστάθηκε.

Περίοδος Μεϊτζί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αυτοκράτορας Μεϊτζί

Το 1867-68 η περίοδος Τοκουγκάβα τελείωσε με την παλινόρθωση Μεϊτζί. Ο αυτοκράτορας Μεϊτζί μετακινήθηκε από το Κιότο στο Τόκιο, που έγινε η νέα πρωτεύουσα, και η αυτοκρατορική δύναμή του αποκαταστάθηκε. Η πραγματική πολιτική δύναμη μεταφέρθηκε από το Μπακούφου Τοκουγκάβα στα χέρια μιας μικρής ομάδας ευγενών και πρώην σαμουράι.

Όπως άλλα ασιατικά έθνη, έτσι και οι Ιάπωνες αναγκάστηκαν να υπογράψουν εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες με τις δυτικές δυνάμεις που ενδιαφέρονταν για τις γεωπολιτικές εξελίξεις της περιοχής. Αυτές οι συνθήκες εξασφάλισαν στους δυτικούς μονόπλευρα οικονομικά και νομικά πλεονεκτήματα στην Ιαπωνία. Προκειμένου να επανακτηθεί η ανεξαρτησία από τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς και να καθιερωθεί ως σεβαστό έθνος στον κόσμο, η Ιαπωνία του Μεϊτζί προσπάθησε να κλείσει το χάσμα με τις δυτικές δυνάμεις οικονομικά και στρατιωτικά και έτσι πραγματοποιήθηκαν δραστικές μεταρρυθμίσεις σε όλους σχεδόν τους τομείς.

Η νέα κυβέρνηση στόχευσε στον εκδημοκρατισμό της χώρας με την εφαρμογή της ισότητας μεταξύ όλων των πολιτών της. Άλλωστε οι κάποτε σαφείς διακρίσεις μεταξύ των κοινωνικών τάξεων είχαν ήδη γίνει ασαφείς και συγκεχυμένες. Οι σαμουράι ήταν οι μεγάλοι ηττημένοι όλων αυτών των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, δεδομένου ότι έχασαν όλα τα προνόμιά τους. Οι μεταρρυθμίσεις περιέλαβαν επίσης την καθιέρωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως η θρησκευτική ελευθερία, το 1873.

Προκειμένου να σταθεροποιηθεί η νέα κυβέρνηση, οι πρώην γαιοκτήμονες νταΐμιο έπρεπε να επιστρέψουν όλα τα εδάφη τους στον αυτοκράτορα. Αυτό επιτεύχθηκε το 1870 και συνοδεύτηκε από την αναδιάρθρωση της χώρας σε νομαρχιακά διαμερίσματα. Το εκπαιδευτικό σύστημα μεταρρυθμίστηκε σε πρώτη φάση σύμφωνα με το γαλλικό και κατόπιν σύμφωνα με το γερμανικό σύστημα. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις ήταν και η εισαγωγή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Μετά από 20 χρόνια περίπου εντατικού εκσυγχρονισμού –και δυτικοποίησης θα λέγαμε– συνέβη μια καθόλου τυχαία αναζωπύρωση του συντηρητισμού και του εθνικισμού. Επανήλθαν στο προσκήνιο οι αρχές του Κομφουκιανισμού και του Σιντοϊσμού, συμπεριλαμβανομένης της λατρείας του αυτοκράτορα. Αυτές οι αρχές πέρασαν στα εκπαιδευτικά συστήματα, αδρανοποιώντας στην πραγματικότητα τις κοινωνικές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμιστικές τάσεις της πρώτης δεκαετίας.

Η φροντίδα στο στρατιωτικό τομέα ήταν, φυσικά, μια υψηλή προτεραιότητα για την Ιαπωνία σε μια εποχή ευρωπαϊκού και αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Εισήχθη ο νόμος της καθολικής στρατολογίας και διαμορφώθηκε ένα νέο στράτευμα, σύμφωνα με το πρωσικό πρότυπο, ενώ το ιαπωνικό ναυτικό ακολούθησε ως πρότυπό του τον βρετανικό τρόπο διαχείρισης και στρατηγικής.

Προκειμένου να μετασχηματιστεί η αγροτική οικονομία της Τοκουγκάβα Ιαπωνίας σε ανεπτυγμένη βιομηχανική, πολλοί Ιάπωνες ερευνητές στάλθηκαν στο εξωτερικό για να μελετήσουν τις δυτικές επιστήμες και γλώσσες, ενώ την ίδια στιγμή ξένοι εμπειρογνώμονες δίδασκαν στην Ιαπωνία. Τα δίκτυα μεταφορών και επικοινωνίας βελτιώθηκαν με τη βοήθεια μεγάλων κυβερνητικών επενδύσεων. Η κυβέρνηση επίσης υποστήριξε άμεσα την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και των βιομηχανιών, ειδικά των μεγάλων και ισχυρών οικογενειακών επιχειρήσεων που αποκαλούνταν ζαϊμπάτσου.

Οι μεγάλες δαπάνες οδήγησαν σε μια οικονομική κρίση στα μέσα του 1880, που ακολουθήθηκε από μια νομισματική μεταρρύθμιση και την ίδρυση της Τράπεζας της Ιαπωνίας. Η βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας αυξήθηκε γρηγορότερα και παρέμεινε η μεγαλύτερη ιαπωνική βιομηχανία μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι συνθήκες εργασίας στα πρώτα εργοστάσια ήταν ιδιαίτερα άσχημες, αλλά τα αναπτυσσόμενα σοσιαλιστικά και φιλελεύθερα κινήματα κατεστάλησαν σύντομα από την κυβερνητική φατρία.

Στον πολιτικό τομέα, η Ιαπωνία απέκτησε το πρώτο ευρωπαϊκού ύφους σύνταγμά της το 1889. Επίσης καθιερώθηκε η λειτουργία του Κοινοβούλιου, ή Δίαιτας, ενώ ο αυτοκράτορας κράτησε την κυριαρχία του διατηρώντας τον απόλυτο έλεγχο του στρατού, του ναυτικού, της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας. Παρόλα αυτά η κυβερνητική φατρία διατήρησε την πραγματική πολιτική δύναμη και ο ικανός και ευφυής αυτοκράτορας Μεϊτζί συμφώνησε με τις περισσότερες από τις ενέργειές της. Τα πολιτικά κόμματα σε αυτή την περίοδο δεν κατόρθωσαν να κερδίσουν πραγματική δύναμη λόγω της έλλειψης ενότητας μεταξύ των μελών τους.

Η σύγκρουση συμφερόντων σχετικών με την Κορέα μεταξύ Κίνας και Ιαπωνίας οδήγησαν στον σινοϊαπωνικό πόλεμο του 1894-95. Η Ιαπωνία νίκησε την Κίνα και προσάρτησε την Ταϊβάν, αλλά αναγκάστηκε από τη Ρωσία, τη Γαλλία και τη Γερμανία να επιστρέψει άλλα εδάφη. Η αποκαλούμενη τριπλή επέμβαση ανάγκασε τον ιαπωνικό στρατό και το ναυτικό να εντείνει τις προσπάθειες για ανανέωση του εξοπλισμού του.

Νέες συγκρούσεις συμφερόντων για την Κορέα και την Μαντζουρία, αυτή τη φορά μεταξύ της Ρωσίας και της Ιαπωνίας, οδήγησαν στο ρωσοϊαπωνικό πόλεμο το 1904-05. Ο ιαπωνικός στρατός νίκησε και σε αυτόν τον πόλεμο, κερδίζοντας τελικά κάποιο διεθνή σεβασμό. Η Ιαπωνία αύξησε περαιτέρω την επιρροή της στην Κορέα και την προσάρτησε πλήρως το 1910. Στην Ιαπωνία, οι πολεμικές επιτυχίες εξώθησαν τις εθνικιστικές τάσεις και τις καθιέρωσαν ως πρότυπο ανάπτυξης και για τα υπόλοιπα ασιατικά κράτη της ευρύτερης περιοχής. Ο αυτοκράτορας Μεϊτζί πέθανε το 1912 και μαζί του πέθανε και η παλαιά γενιά πολιτικών (genro). Ωστόσο, άφησε πίσω του μια ενοποιημένη και εκσυγχρονισμένη Ιαπωνία, η οποία είχε όμως τα δικά της εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα ανεπίλυτα. Παρόλο που επίσημα η στρατιωτική τάξη των σαμουράι και των φεουδαρχών αρχόντων είχε σβήσει, οι νοσταλγοί της «παλαιάς δόξας» της Ιαπωνίας προκάλεσαν μια σειρά από αναταραχές και εξώθησαν την Ιαπωνία σε ένα εθνικιστικό κλίμα που το πλήρωσε αργότερα ακριβά στο στρατιωτικό, τον κοινωνικό και τον οικονομικό τομέα.

Περίοδος του Μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιαπωνία υπήρξε μία από τις πρώτες χώρες που προσπάθησαν για εδαφική επέκταση κατά την περίοδο του Μεσοπόλεμου. Εξαρτημένη από την εισαγωγή πρώτων υλών και βιομηχανικών προϊόντων από ξένες χώρες η Ιαπωνία την εξασφάλιση πρώτων υλών και αγορών η ιαπωνική ιθύνουσα τάξη επιδίωκε την κατάκτηση νέων εδαφών. Με πρόφαση την έκρηξη μιας βόμβας στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Μούκντεν στη Νότια Μαντζουρία, οι Ιάπωνες κατέλαβαν την επαρχία στις 18 Σεπτεμβρίου του 1931, και ίδρυσαν «ανεξάρτητο» κράτος με το όνομα Μαντσουκουό, θέτοντας ως κεφαλή τον έκπτωτο Κινέζο αυτοκράτορα Που Γι.

Η Κίνα προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών, που καταδίκασε την Ιαπωνία ζήτησε την επιστροφή της Μαντζουρίας στην Κινεζική Δημοκρατία. Αντιδρώντας, η ιαπωνική κυβέρνηση απέσυρε τη χώρα από την ΚΤΕ στις 27 Μαρτίου 1933. Στην πραγματικότητα τα γεγονότα της Μαντζουρίας παρείχαν στη Ιταλία και τη Γερμανία το έναυσμα για την προβολή των δικών τους επεκτατικών σχεδίων.

Επιχειρώντας στη δεκαετία 1930 οι Ιάπωνες στρατιωτικοί να ελέγξουν τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, με τα μεγάλα πετρελαϊκά κοιτάσματα εισέβαλαν στην Νανκίν, σφαγιάζοντας τον κινεζικό πληθυσμό και εξαπολύοντας ολομέτωπη επίθεση εναντίον της Κίνας. Σημαντικό εμπόδιο στα επεκτατικά τους σχέδια υπήρξε η κινεζική αντίσταση της Κουομιτάνγκ στη νότια Κίνα.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πολεμικό Γιαμάτο

Η κατάρρευση της Γαλλίας και της Ολλανδίας ήταν η ευκαιρία που περίμενε η Ιαπωνία για τα σχέδιά της καθώς η Ινδοκίνα και οι Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες έμεναν πρακτικά χωρίς καμιά άμυνα. Επιπλέον, η Βρετάνια ανακάλεσε το στόλο της από τη Σιγκαπούρη, αφήνοντας ανυπεράσπιστη την αποικία της. Οι Ιάπωνες κατέλαβαν στρατιωτικά τη επαρχία Τονκίν στη Νότια Ινδοκίνα, εγείροντας την αντίδραση των ΗΠΑ που επέβαλαν εμπάργκο στις πωλήσεις μεταχειρισμένου σιδήρου στην Ιαπωνία. Η απάντηση των Ιαπώνων ήταν η υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου με τη Γερμανία και την Ιταλία στις 27 Σεπτεμβρίου 1940. Ο πρόεδρος Ρούζβελτ απαίτησε την άμεση αποχώρησή τους, και όχι μόνον από την Ινδοκίνα, αλλά και από την Κίνα. Για να ενισχύσει τις απαιτήσεις του, το Κονγκρέσο ψήφισε εμπάργκο πετρελαίου στην Ιαπωνία και πάγωσε όλες τις ιαπωνικές καταθέσεις στις ΗΠΑ, παρά τις σχετικές διαπραγματεύσεις.

Το Νοέμβριο του 1941 ο Ιάπωνας αυτοκράτορας Χιροχίτο φοβούμενος εσωτερικές αναταραχές έδωσε την έγκρισή του για πόλεμο κατά των ΗΠΑ. Ο ιαπωνικός στόλος συγκεντρώθηκε στον κόλπο του Σαϊκί, στη βορειοανατολική ακτή του νησιού Κιούσου και απέπλευσε για τη Χαβάη στις 26 Νοεμβρίου.

Το μανιτάρι από την έκρηξη της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι

Μετά τη διακοπή των διαπραγματεύσεων, το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου 1941 η ιαπωνική αεροπορική μοίρα απογειώθηκε από τα καταστρώματα των αεροπλανοφόρων της και στράφηκε προς το Περλ Χάρμπορ. Τα πολεμικά Αριζόνα, Γιούτα, Οκλαχόμα, Γουέστ Βιρτζίνια και Καλιφόρνια βυθίστηκαν. Το συνολικό αποτέλεσμα της ιαπωνικής επιχείρησης ήταν να τεθούν εκτός μάχης 19 αμερικανικά πλοία και 188 αεροπλάνα. Σκοτώθηκαν 2.400 άνθρωποι και πληγώθηκαν άλλοι 1.100. Οι μεγταλύτερες απώλειες αποφεύχθηκαν γιατί τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα που είχαν διαταχθεί να αποπλεύσουν, διέφυγαν της ιαπωνικής επίθεσης. Ο Ρούζβελτ παρουσιάστηκε την επόμενη ημέρα στο Κογκρέσο και αποκάλεσε την 7η Δεκεμβρίου 1941 ως «ημέρα που θα μείνει στην ιστορία για την ατίμωση που έφερε», ζήτησε και έλαβε την έγκριση του Κονγκρέσου για την κήρυξη πολέμου κατά της Ιαπωνίας.

Οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στην νήσο Λουζόν των Φιλιππίνων υπό τον στρατηγό Μακ Άρθουρ, με σκοπό την άμυνα των χερσονήσων Μπαταάν και Κορρέτζιντορ, που δεν έγινε δυνατή και καταλήφθηκαν από τους Ιάπωνες (η Μπαταάν στις 9 Απριλίου και η Κορρέτζιντορ στις 6 Μαΐου). Προσπαθώντας να εκτίνουν την αμυντική τους περίμετρο οι Ιάπωνες κινήθηκαν προς τον νότο, όπου όμως έχασαν την ναυμαχία της Θάλασσας των Κοραλλιών (7-8 Μαΐου 1942) η οποία διεξήχθη μόνο με αεροπλανοφόρα και αργότερα την ναυμαχία του Μίντγουεϊ (4 Ιουνίου 1942) όπου βυθίστηκαν τέσσερα ιαπωνικά αεροπλανοφόρα. Στις 5 Ιουνίου διατάχθηκε από το ιαπωνικό στρατηγείο γενική υποχώρηση.

Η ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, στις 6 και 9 Αυγούστου 1945, μετά τη συνθηκολόγηση των Γερμανών, οδήγησαν την Ιαπωνία στην ολοκληρωτική ήττα και αποδοχή των συμμαχικών όρων.

Η μεταπολεμική Ιαπωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας τη διοίκηση της χώρας έως το 1952 ανέλαβε ο στρατηγός Ντάγκλας Μακ Άρθουρ. Οι Αμερικανοί διοίκησαν άμεσα την Ιαπωνία, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Οι διοικητές των επαρχιών και των μεγάλων πόλεων ήταν αμερικανοί στρατιωτικοί που επέβαλαν σαρωτικές αλλαγές. Διέλυσαν τα στρατιωτικά βιομηχανικά συγκροτήματα τύπου Μιτσουμπίσι και τα μετέτρεψαν σε ειρηνικές βιομηχανίες, διέλυσαν τα μεγάλα μονοπώλια, δημιούργησαν σύνταγμα δυτικού τύπου, έδωσαν ψήφο στις γυναίκες, το δικαίωμα του συνδικαλισμού στους εργαζομένους, αναδιοργάνωσαν εκ βάθρων την εκπαίδευση, επέβαλαν αγροτική μεταρρύθμιση και διέλυσαν τα υπολείμματα των φεουδαρχικών δομών στην οικονομία. Παρενέβησαν ακόμη και στο επίπεδο της οικογενειακής συγκρότησης ενισχύοντας το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας έναντι της παραδοσιακής συμβίωσης των γενεών. Η αμερικανική διοίκηση εκμεταλλευόμενη προς όφελός της την υπάρχουσα κοινωνική δομή, επέτρεψε την οργάνωση της μεταπολεμικής Ιαπωνίας από τους ίδιους τους Ιάπωνες, αλλά υπό την καθοδήγησή της, προκειμένου να αποφύγει οποιαδήποτε αίσθηση πολιτισμικής απώλειας και συνεπώς αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις17.

Στην επανένταξη της Ιαπωνίας -σύμφωνα βέβαια με την αμερικανική ιστοριογραφία- βοήθησε το ξέσπασμα του Ψυχρού πολέμου, στον οποίο οι πρώην αντίπαλοι έγιναν σύμμαχοι εναντίον του Κομμουνισμού, όπως συνέβη και με τους περισσότερους ναζιστές αξιωματούχους στη Γερμανία. Ο πόλεμος στην Κορέα έδωσε στην Ιαπωνία έναν νέο ρόλο και την ευκαιρία για γρήγορη οικονομική άνοδο.

Σήμερα η Ιαπωνία είναι μια από τις ισχυρότερες βιομηχανικές χώρες και μαζί με άλλες αποτελούν σήμερα μια ισχυρή βιομηχανική και εμπορική ζώνη που ανταγωνίζονται τις Η.Π.Α. και την Ευρώπη. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Ιαπωνίας συντελέστηκε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεδομένων των σημαντικών καταστροφών που είχαν συμβεί στη χώρα κατά τη διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου, γεγονός που συντέλεσε στη δημιουργία του αποκαλούμενου ιαπωνικού θαύματος.

Σημειώσεις παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1: Η λέξη Αϊνού είναι ένας όρος που σημαίνει «άνθρωπος» και χρησιμοποιείται ακόμη από τους γηγενείς των ιαπωνικών νήσων, προκειμένου να περιγράψουν τον εαυτό τους. Αρχικά οι Αϊνού κατοίκησαν τα νησιά Κουρίλες, τη βόρεια Σαχαλίνη και ένα τμήμα της βόρειας Χόσνου. Σήμερα ζουν κυρίως στη νήσο Χοκάιντο. Βλ επίσης, William W. Fitzhugh (εκδ.), Chisato O. Dubreuil (Editor), Ainu: Spirit of a Northern People, Arctic Studies Center, National Museum of Natural History, 2000.
  • 2: Είναι το πρώτο δείγμα γραφής για την ιαπωνική ιστορία, αναμεμιγμένο, όμως, με αρκετά μυθικά στοιχεία. Για το πλήρες κείμενο βλ. Donald L. Philippi (Trans), Kojiki, Columbia University Press; 1982.
  • 3: L. D. Waller, «Reconstructing Gender in the Nara Period» στο Asian Studies Conference Japan, Sophia University, 2003. H ισχυρή παρουσία γυναικών κυβερνητών στην πρώιμη Ιαπωνία, όπως και ο μεγάλος αριθμός ζεύγους κυβερνητών από τα δύο φύλα πριν την περίοδο Νάρα είναι σοβαρότατη μαρτυρία για το ρόλο των γυναικών σε εκείνη την εποχή. Ωστόσο, η βαθμιαία αποδυνάμωση του ρόλου των γυναικών και η ενδυνάμωση του θεσμού της πατριάς χρήζουν της ιδιαίτερης προσοχής των ιστορικών.
  • 4: Ο μεγάλος πολιτισμικός ήρωας της πρώιμης ιαπωνικής ιστορίας είναι ο αυτοκρατορικός πρίγκηπας Μουμαγιάντο νο Τογιοτομίμι, που κυβέρνησε με το όνομα Σοτόκου ως αντιβασιλέας, μαζί με τη μητέρα του αυτοκράτειρα Σέικο. Το μεγάλο του έργο ήταν το σύνταγμα των 17 άρθρων, όπου περιέγραφε τις φιλοσοφικές και θρησκευτικές αρχές, πάνω στις οποίες θα έπρεπε να στηρίζεται η ιαπωνική κυβέρνηση. Εξαιτίας των μυθικών αφηγήσεων για τον τρόπο γέννησής του, αμφισβητείται σήμερα από αρκετούς σύγχρονους ιστορικούς η ύπαρξή του ως ιστορικό πρόσωπο.
  • 5: Βλ. J. Hall, Government and Local Power in Japan 500–1600, Princeton, 1966, σελ 54 κ.ε.
  • 6: Εκτεταμένη μελέτη επί του θέματος μπορούν να βρουν οι αναγνώστες στο G. B. Sansom, A History of Japan to 1334, Stanford: Stanford University Press, 1958, σελ 147–164.
  • 7: Βλ. K. G. Henshall, Tetsuo Takagaki, A Guide to Learning Hiragana and Katakana, Charles E Tuttle Co, 1990.
  • 8: Η λέξη Ταϊκά σημαίνει κυριολεκτικά «μεγάλη αλλαγή» και ο όρος υιοθετήθηκε κατά την εποχή του αυτοκράτορα Τεντζί (661-671), όταν η πατριά Φουτζιβάρα προσπάθησε να επιβάλλει στην Ιαπωνία το κινεζικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της δυναστείας Τ’ανγκ.
  • 9: Paul Varley, Warriors of Japan as Portrayed in the War Tales, Honolulu, University of Hawaii Press, 1994, σσ. 145 κ.ε.
  • 10: Βλ. J. R. Bentley, Historiographical trends in early Japan. Edwin Mellen Press, 2002. Επίσης, R. E. Morrell «Muju Ichien's Shinto–Buddhist Syncretism», στο G. J. Tanabe (Εκδ) Religions of Japan in Practice, Princeton: Princeton University Press, 1989, σελ 415–421.
  • 11: Ως παλινόρθωση Κέμου θεωρείται η συνολική προσπάθεια του αυτοκράτορα Γκο Νταϊγκό να τερματίσει την κυριαρχία των σόγκουν κατά περίοδο 1333-1336 και να επαναφέρει τον αυτοκρατορικό νόμο.
  • 12: Η σέκτα Ίκο, ή σέκτα της «καθαρής γης», ιδρύθηκε από τον μοναχό Σινράν το 1224 και ήταν ο καθαρότερος εκπρόσωπος των καισαροπαπικών τάσεων που απέκτησαν οι διάφορες βουδιστικές αιρέσεις στην πορεία του χρόνου.
  • 13: Ο Νομπουνάγκα έδωσε μεγάλη σημασία για την έκβαση αυτής της μάχης στο ρόλο των ασιγκάρου, των πεζών στρατιωτών με τα μουσκέτα τις λόγχες και τα τόξα. Μάλιστα διέθεσε επτά από τους καλύτερους αξιωματικούς της προσωπικής φρουράς του για τον έλεγχό τους. Οι πεζοί ασιγκάρου κατά τη διάρκεια της μάχης έσπειραν τη σύγχυση στο περίφημο ιππικό των Τακέντα, που ωθήθηκε στην τελική του σύγκρουση αποδεκατισμένο από τις λόγχες και τα βέλη.
  • 14: Ο Χιντεγιόσι, εξοργισμένος από τον ανταγωνισμό των πορτογάλων Ιησουϊτών και των ισπανών Φραγκισκανών και από τη συμπεριφορά τους απέναντι στον Σιντοϊσμό και τα βουδιστικά μοναστήρια και υποπτευόμενος ότι ο προσηλυτισμός ήταν ο προάγγελος μιας μελλοντικής κατάκτησης της Ιαπωνίας από τους Ευρωπαίους, εκτέλεσε 3 Ιησουΐτες, 6 Φραγκισκανούς και 15 Ιάπωνες Χριστιανούς. Οι ιεραπόστολοι που έμειναν διατάχθηκαν να φύγουν. Ένας μικρός μόνον αριθμός ακολούθησε την εντολή του. Ωστόσο, ο Χιντεγιόσι δεν πίεσε περισσότερο τα πράγματα, καθώς δεν επιθυμούσε να διώξει μαζί τους και τους πορτογάλους έμπορους, οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτοι, εξαιτίας του γεγονότος ότι είχαν κοπεί οι εμπορικές σχέσεις με την Κίνα.
  • 15: Οι τρεις χαρακτήρες που συνθέτουν τη λέξη καμπούκι, θεωρούμενοι ξεχωριστά σημαίνουν «χορός, μουσική και τέχνη». Αρχικά όμως η λέξη γραφόταν με διαφορετικούς χαρακτήρες που σήμαιναν «κεκλιμένος» ή «εκτός ισορροπίας». Βλ. επίσης J. R. Brandon, W. P. Malm, D. Shivel, Studies in Kabuki: Its Acting, Music, and Historical Context, University of Hawaii Press, 1996.
  • 16: Οι ουκίγιο–ε ή εικόνες του επιπλέοντος κόσμου αναπτύχθηκαν κατά την πρώιμη φάση της περιόδου Έντο στην πόλη Έντο (Τόκιο) και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς στους κατοίκους της πόλης. Απεικόνιζαν παλαιστές Σούμο, ηθοποιούς του Καμπούκι, όμορφες γυναίκες και τοπία. Βλ. επίσης T. Kobayashi, M. A. Harbison (Μετ) Ukiyo-E: An Intrοduction to Japanese Woodblock Prints, Kodansha International, 1997.
  • 17: Αντώνης Λιάκος, «Το ιαπωνικό παράδειγμα για το Ιράκ», Το Βήμα, 13/04/2003 , Σελ.: B59

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bentley, J. R. 1989, Historiographical trends in early Japan. Edwin Mellen Press, 2002.
  • Brandon, J. R. - Malm, W. P. - Shivel, D., 1996, Studies in Kabuki: Its Acting, Music, and Historical Context, University of Hawaii Press.
  • Fitzhugh William W. (εκδ.), 2000, Chisato O. Dubreuil (Editor), Ainu: Spirit of a Northern People, Arctic Studies Center, National Museum of Natural History.
  • Hall, J., 1966, Government and Local Power in Japan 500–1600, Princeton.
  • Henshall, K. G., 1990, Tetsuo Takagaki, A Guide to Learning Hiragana and Katakana, Charles E Tuttle Co.
  • Kobayashi, T. - Harbison M. A. (trans), 1997, Ukiyo-E: An Intrοduction to Japanese Woodblock Prints, Kodansha International.
  • Morrell, R. E. «Muju Ichien's Shinto–Buddhist Syncretism», στο G. J. Tanabe (Εκδ) Religions of Japan in Practice, Princeton: Princeton University Press.
  • Philippi Donald L. (trans), 1982, Kojiki, Columbia University Press.
  • Sansom, G. B., 1958, A History of Japan to 1334, Stanford: Stanford University Press.
  • Varley, Paul, 1994, Warriors of Japan as Portrayed in the War Tales, Honolulu, University of Hawaii Press.
  • Waller, L. D., 2003, «Reconstructing Gender in the Nara Period» στο Asian Studies Conference Japan, Sophia University.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα