Ντάγκλας Μακάρθουρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Στρατάρχης Ντάγκλας Μακάρθουρ στη Μανίλα

Ο Ντάγκλας Μακάρθουρ (26 Ιανουαρίου 18805 Απριλίου 1964) ήταν Αμερικανός στρατάρχης (στρατηγός 5 αστέρων). Ήταν ο πλέον διαφημισμένος αλλά και αντιφατικός στρατιωτικός των ΗΠΑ του 20ού αιώνα. Πρωτοστάτησε στον πόλεμο του Ειρηνικού κατά της Ιαπωνίας, διετέλεσε κατοχικός διοικητής και μεταρρυθμιστής της προς ένα μεταπολεμικό δημοκρατικό καθεστώς (1945-1950) και τέλος ανέλαβε διοικητής των δυνάμεων του ΟΗΕ κατά τον Πόλεμο της Κορέας, πριν το τέλος του οποίου απαλλάχτηκε των καθηκόντων (11 Απριλίου 1951) του λόγω διαφωνιών με τον Αμερικανό Πρόεδρο Χάρρυ Τρούμαν. Ενδιάμεσα στην καριέρα του διετέλεσε για ένα διάστημα Στρατάρχης των Φιλιππίνων, ήταν ο νεώτερος ποτέ Διοικητής της Αμερικανικής Σχολής Ευελπίδων των ΗΠΑ στο Γουέστ Πόιντ και για μικρό διάστημα ενεπλάκη με την πολιτική αλλά έχασε το χρίσμα του αντιπροέδρου των Ρεπουμπλικάνων όταν επελέγη από το κόμμα του, ως υποψήφιος πρόεδρος, ο Αϊζενχάουερ με αντιπρόεδρο τον Νίξον.

Καταγωγή και νεανική καριέρα στον στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Λιτλ Ροκ του Άρκανσο το 1880, στους στρατώνες όπου υπηρετούσε ο πατέρας του Άρθουρ Μακάρθουρ, τότε λοχαγός του ιππικού. Μητέρα του ήταν η Μαίρυ Πίνκνεϋ από την Βιρτζίνια. Ο παππούς του ήταν πολιτικός και δικαστικός ενώ ο πατέρας του είχε ήδη διακριθεί με το Μετάλλιο Τιμής ως Ανθυπολοχαγός στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Αργότερα ο Ντάγκλας Μακάρθουρ θα πει ότι γεννήθηκε μέσα στους ήχους της στρατιωτικής σάλπιγγας και έμαθε να ιππεύει προτού ακόμα αρχίσει να μιλάει, κάτι το οποίο δεν ήταν μακριά από την αλήθεια και αποδεικνύει ένα νέο που το στρατιωτικό επάγγελμα τού είχε γίνει από νωρίς βίωμα.

Αποφοίτησε ως Ανθυπολοχαγός του Μηχανικού το 1903 πρώτος στην τάξη του ανάμεσα από 93, με πολλές διακρίσεις. Το 1906 υπηρετεί στον Λευκό Οίκο ως υπασπιστής του προέδρου Θίοντορ Ρούζβελτ. Το 1913 μετατίθεται στο Γενικό Επιτελείο στην Ουάσινγκτον. Το 1914 διακρίνεται στην εκστρατεία εναντίον του Μεξικού στην Βέρα Κρουζ στην οποία παραδόξως απονέμονται βροχηδόν 56 Μετάλλια Τιμής, πολύ περισσότερα απ όσα όλα μαζί συνολικά στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένας ταγματάρχης, ο Σμέτλεϋ Μπάτλερ, το επιστρέφει αηδιασμένος διότι λέει ότι δεν θυμάται να έγινε οτιδήποτε γενναίο σε εκείνη την εκστρατεία [εκκρεμεί παραπομπή] ενώ στον Μακάρθουρ που έχει προταθεί για ένα, δεν εγκρίνεται τελικά με την παρατήρηση ότι η δράση του δεν απετέλεσε μέρος των διαταγών που είχε λάβει. Ήταν μια μεγάλη απογοήτευση για τον νεαρό Ντάγκλας που ήθελε σαν τον πατέρα του να τιμηθεί νεαρός ακόμα με το ανώτερο παράσημο των ΗΠΑ αλλά και απ όπου διαφάνηκε νωρίς ακόμα ότι ο νεαρός αξιωματικός έπαιρνε προσωπικές πρωτοβουλίες με σκοπό να αναδειχθεί προσωπικά, χωρίς να εκτιμά ιδιαίτερα τους ανωτέρους του, κάτι που θα τον διακρίνει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Στην έναρξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου είναι Συνταγματάρχης και μετατίθεται στην Ευρώπη όπου συμμετέχει στις μάχες γύρω απ το Βερντέν και το Μον Σεν Μισέλ όπου οι Αμερικανοί σημειώνουν την πρώτη τους σοβαρή νίκη κατά την γερμανική απώθηση το 1917. Ο Μακάρθουρ προβιβάζεται σε Ταξίαρχο και του απονέμονται 7 παράσημα ενώ οι ανώτεροί του τον χαρακτηρίζουν ως τον «καλύτερο ποτέ πολεμιστή του στρατού τους». Είναι ακόμα 38 ετών και ο νεότερος ταξίαρχος των ΗΠΑ αλλά είναι επίσης διάσπαρτες και οι φήμες ότι ευνοείται λόγω προσωπικών γνωριμιών με ανώτατους αξιωματικούς.

Η μητέρα του συγκεκριμένα, μετά τον θάνατο του πατέρα του το 1912 που είχε ήδη ανέλθει στον βαθμό του Υποστράτηγου, προσπάθησε να κρατήσει ζωντανή την παρουσία του ονόματος Μακάρθουρ στους στρατιωτικούς κύκλους με πολύ έντονες προσωπικές της ενέργειες υπέρ της ανέλιξης του γιου της. Την εμμονή αυτή της προσωπικής διαφήμισης θα την διατηρήσει άσβηστη επί χρόνια ο ίδιος ο Μακάρθουρ, μέχρι που θα κατηγορηθεί ότι το προσωπικό του γόητρο του είχε καταντήσει έμμονη ιδέα τόσο πολύ που αυτό κυρίως τον ανέδειξε στην συνέχεια. Ο κύριος δε προστάτης του εκείνη την στιγμή και για αρκετό χρονικό διάστημα μετέπειτα θα είναι ο αρχηγός του Αμερικανικού Εκστρατευτικού Σώματος των ΗΠΑ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στρατηγός Τζον Πέρσινγκ. Παρόλο που ο Μακάρθουρ θεωρεί τον Πέρσινγκ ως ατάλαντο διοικητή και σε κάποια σημεία φάνηκε να έχουν αντιθέσεις, στο παρασκήνιο οι οικογένειές τους διατηρούν καλές επαφές.

Στο ίδιο επιτελείο και στον ίδιο χώρο διακρίνεται ο Συνταγματάρχης Τζορτζ Μάρσαλ, ο μετέπειτα στρατηγός του Γεν Επιτελείου κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Εντούτοις η πρόταση για προαγωγή του Μάρσαλ σε Ταξίαρχο απορρίπτεται. Θα διατηρηθεί έκτοτε μια αφανής διαμάχη μεταξύ των δύο ανδρών σε όλη την συνέχεια της καριέρας τους και όπου ο Μάρσαλ, και όχι μόνο αυτός, θεωρεί τον Μακάρθουρ ως άτομο περισσότερο «θεατρικό» παρά ουσιαστικό.

Μεσοπολεμική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1919 του ανατίθεται η διοίκηση της σχολής ευελπίδων στο Γουέστ Πόιντ μέχρι το 1922. Για πρώτη φορά εισάγονται μαθήματα Διοίκησης και Οικονομίας ενώ αναθεωρείται ο κώδικας προαγωγών και διακρίσεων της σχολής. Η συμβολή του αυτή κρίνεται ως θετικό σημείο στην καριέρα του παρόλο που οι καινοτομίες που εισάγονται είναι έργο πολλών εισηγητών προτού ο Μακάρθουρ αναλάβει την διοίκηση της σχολής. Στη συνέχεια μετατίθεται ως διοικητής στις Φιλιππίνες στις οποίες θα εκτίσει δύο περιόδους. Το 1925 προάγεται σε Υποστράτηγο και είναι πάντα ο νεώτερος ποτέ στο αξίωμα. Εκείνη την χρονιά τοποθετείται ως μέλος του στρατοδικείου που κρίνει τον Ταξίαρχο Μπίλλυ Μίτσελ για δράση που δυσφημίζει τον στρατό. Η υπόθεση αυτή «μυρίζει» άσχημα και θα αποδειχτεί τελικά σφάλμα. Ο Μίτσελ θέλει να προβάλει την παραμελημένη αεροπορία ως το μελλοντικό όπλο και ζητά απ τις ΗΠΑ να μεταβάλλουν ανάλογα τον προϋπολογισμό τους και να δημιουργήσουν γι' αυτήν ξεχωριστό σώμα. Ο στρατός και το ναυτικό θέλουν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και τον έλεγχο της αεροπορίας και αρνούνται. Ο Πέρσινγκ είναι στο παρασκήνιο ο κύριος πολέμιος του Μίτσελ και ο Μακάρθουρ είναι επιλογή δική του στο στρατοδικείο, ο οποίος και ψηφίζει καταδικαστικά.

Το 1929 ο Μακάρθουρ παντρεύεται (σε δεύτερο γάμο) την Ζαν Μαρί Φαίρκλοθ. Το 1932 είναι μια άλλη ζοφερή εποχή για τον Μακάρθουρ. Η οικονομική κρίση απ την πτώση του χρηματιστηρίου στην Νέα Υόρκη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της και ακολουθούν περικοπές στις συντάξεις των παλαιών πολεμιστών οι περισσότεροι απ τους οποίους, κατά 90%, ήταν παλαίμαχοι του 1ου ΠΠ. Στην διαδήλωση που ακολουθεί δίνεται διαταγή στον Μακάρθουρ να οδηγήσει στρατιωτικά αγήματα για να διαλύσουν το πλήθους τους οποίους αποκαλούν «αναρχοκομμουνιστές» και όχι βετεράνους αν και ανάμεσα στο πλήθος ο Μακάρθουρ αναγνωρίζει πρώην συμπολεμιστές του. Είναι παράξενο που σε μεταπολεμικά δημοσιεύματα, στα οποία κανείς υποψιάζεται μοιραία σκόπιμες παρεμβάσεις, αναφέρεται ότι στην δίκη του Μπίλυ Μίτσελ ήταν απλά μια «απρόσωπη μορφή» που δεν έπαιξε ρόλο ενώ στην επίθεση εναντίον του πλήθους των βετεράνων ότι ποτέ δεν έδωσε την διαταγή επίθεσης, παρόλο που ήταν ο ίδιος παρών στο πεδίο και τον έχει συλλάβει και ο κινηματογραφικός φακός σε επίκαιρα της εποχής να διευθύνει την επιχείρηση.

Στην συνέχεια του ανατίθεται η διοίκηση προσωπικού του επιτελείου ως το 1935. Αρχικά υπήρξε υποστηρικτής της πολιτικής οικονομικής ανάκαμψης του Ρούσβελτ (New deal) και συνέβαλε με την οργάνωση ταγμάτων εργασίας πολιτών ενώ προώθησε στο επιτελείο του τους παλιούς γνωστούς του, ακόμα τότε απλούς συνταγματάρχες, Μάρσαλ και Αϊζενχάουερ. Αλλά παρέμενε φανατικός υποστηρικτής των εξοπλισμών και δεν συμφωνούσε με την πολιτική ουδετερότητας του Ρούζβελτ, οπότε το 1937 αποστρατεύτηκε από τις ΗΠΑ αναλαμβάνοντας την θέση του Αρχιστρατήγου των Φιλιππίνων, που αποτελούσαν τυπικά ανεξάρτητο μεν κράτος, από το 1935 και μετά, αν και πάντα μέσα στην σφαίρα πολιτικής επιρροής των ΗΠΑ. Ζήτησε μάλιστα ως υπασπιστή του να έχει τον Αϊζενχάουερ, ο οποίος δήλωσε αργότερα για τον Μακάρθουρ ότι έτσι κατάφερε κοντά του και σπούδασε δραματική και ηθοποιία. Ο Μακάρθουρ αντίστοιχα δήλωσε όταν ο Αϊζενχάουερ προβιβάστηκε σε αρχιστράτηγο ότι «επρόκειτο για έναν καλό... υπάλληλο». Το 1938 στις Φιλιππίνες ο Μακάρθουρ αποκτά το μοναδικό του παιδί, τον Άρθουρ. Εκείνη την περίοδο η πρώην σύζυγός του Λουίζ Μπρουκς η οποία κατάγονταν από οικογένεια τραπεζιτών με μεγάλη κοινωνική ισχύ έδωσε στοιχεία στον τύπο με τα οποία αποκάλυπτε ότι η προαγωγή του Μακάρθουρ σε Υποστράτηγο είχε γίνει χάρη στην προσωπική μεσολάβηση της οικογενείας της. Ο Μακάρθουρ μήνυσε αρχικά την εφημερίδα που φιλοξένησε το σχόλιο αλλά αναγκάστηκε να αποσύρει την μήνυση όταν η Λουίζ Μπρουκς έστειλε στην εφημερίδα μέρος της αλληλογραφίας της μέσα στην οποία περιέχονταν τα υποτιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία.

Δράση στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1941 ο πρόεδρος Ρούσβελτ τον ανακαλεί στον Αμερικανικό στρατό με τον βαθμό του Αντιστράτηγου για να αναλάβει το μέτωπο της Άπω Ανατολής. Η αποχώρηση του από τον στρατό των Φιλιππίνων πληρώθηκε με το απίστευτο τότε πόσο των 500.000 δολαρίων αν και ο Μακάρθουρ δεν άλλαξε καν τόπο και θέση με εκείνη την μετάβαση από το ένα πόστο στο άλλο. Η πράξη εκείνη συμβόλιζε ωστόσο την στρατηγική προθυμία των ΗΠΑ να προστατεύσουν τις Φιλιππίνες με σκοπό να την καταστήσουν ένα σοβαρό οχυρό ανάσχεσης του ιαπωνικού επεκτατισμού στον Ειρηνικό. Στα τέλη Δεκεμβρίου 1941 του απονέμεται ο βαθμός του Στρατηγού (4 αστέρων) και του δίνεται η εντολή να αμυνθεί των Φιλιππίνων μέχρις ότου βρει καιρό να επέμβει ο αμερικανικός στόλος. Πριν το Περλ Χάρμπορ ο ίδιος ο Τζόρτζ Μάρσαλ, επιτελάρχης τώρα, τον ειδοποιεί να περιμένει άμεση ιαπωνική επίθεση, αλλά ο Μακάρθουρ είτε από υπερεμπιστοσύνη ή ίσως και από αντιπάθεια στον Μάρσαλ δεν λαμβάνει μέτρα. Μετά το Περλ Χάρμπορ, όταν δέχεται σχεδόν ταυτόχρονα ιαπωνική επίθεση, οι δυνάμεις του βρίσκονται διάσπαρτες χωρίς οργανωμένο σχέδιο για την περίσταση και υφίστανται τεράστιες απώλειες. Χειρότερα ακόμα, με το μεγάλο πολεμικό μέτωπο που εξαπλώνεται με την Ιαπωνία, οι ΗΠΑ δεν έχουν τα μέσα να τον βοηθήσουν και όταν η κατάσταση του στρατού στις Φιλιππίνες γίνεται απελπιστική, ο Ρούζβελτ τον διατάσσει να τις εγκαταλείψει και να διαφύγει νύχτα πάνω σε μια τορπιλάκατο στην Αυστραλία, στις 3 Μαρτίου 1942, ουσιαστικά για να αποφύγει την αναμενόμενη αιχμαλωσία ενός στρατηγού του.

Τη φυγή αυτή όμως ο Μακάρθουρ θα θεωρήσει την πιο ατιμωτική στιγμή της καριέρας του την οποία όμως ο Ρούσβελτ απαλύνει με την απονομή του Μεταλλίου Τιμής και δίνοντάς του ελπίδες ότι σύντομα θα του αναθέσει σημαντικές δυνάμεις με τις οποίες θα μπορέσει να ανακαταλάβει τον Ειρηνικό. Ο Μακάρθουρ ανακοινώνει στα ΜΜΕ το περίφημο «Θα επιστρέψω», ένα μήνυμα που ουσιαστικά νόμιζε ότι του αναστήλωνε το χαμένο του «πρεστίζ». Ο Ρούζβελτ του υπενθυμίζει ότι έπρεπε να δηλώσει «Θα επιστρέψ-ουμε», σημείο στο οποίο ο Μακάρθουρ προσποιείται ότι «..δεν βλέπει την διαφορά...», κατά προσωπική δήλωσή του.

Αλλά στις Φιλιππίνες, που καταλαμβάνονται από τις στρατιωτικές δυνάμεις της Ιαπωνίας σύντομα, αιχμαλωτίζονται κάπου 65.000 Αμερικανοί και ο Μακάρθουρ νοιώθει και πάλι ότι δέχεται ένα νέο, αν και αναμενόμενο, πλήγμα. Την προσωπική του οργή ξεσπάει επάνω στον υφιστάμενό του Υποστράτηγο Τζόναθαν Γουέηνραϊτ που τον είχε αφήσει διοικητή στις Φιλιππίνες στη θέση του και ο οποίος παραδίδεται στους Ιάπωνες, αφού του έχουν τελειώσει τρόφιμα και πυρομαχικά. Ο Μακάρθουρ του αρνείται το μετάλλιο που προτείνεται από τον πρόεδρο Ρούζβελτ, με το δικαίωμα που του παρέχει το γεγονός ότι διαφωνεί ως ο αμέσως ανώτερος του προτεινόμενου για παρασημοφόρηση. Είναι μια πράξη που και ο Ρούζβελτ και το Επιτελείο καταλογίζουν στην ματαιοδοξία του Μακάρθουρ, αλλά που η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για να εξωτερικεύσουν.

Τέλη του 1942 με ανέτοιμες δυνάμεις που εξασφάλισε εκ των ενόντων προτείνει την άμυνα της Αυστραλίας μέσω πολεμικών επιχειρήσεων στη νήσο της Νέας Γουινέας η οποία είναι η βόρεια πρόσβαση των Ιαπώνων για την Αυστραλία. Στρατηγικά η απόφαση είναι σωστή καθώς δεν υπάρχει σχέδιο των Αυστραλών για την άμυνα της ηπείρου της οποίας εξάλλου οι δυνάμεις πολεμούν με τους Άγγλους στην Βόρεια Αφρική. Ο Μακάρθουρ με απόλυτη επίγνωση ότι το μέλλον του κρίνεται από την έκβαση αυτής της επιχείρησης, ζητά από τους άνδρες του το ακατόρθωτο και προβαίνει σε δραστικές αλλαγές, αντικαθιστά τον οποιοδήποτε αξιωματικό δεν δείχνει αποφασισμένος για όλα και απαιτεί απ όλους είτε να καταλάβουν τους αντικειμενικούς τους στόχους, είτε να μην γυρίσουν πίσω ζωντανοί. Υπάρχουν πολλά σημεία ισχυρών προστριβών με τους υφισταμένους του αλλά τα αποτελέσματα είναι αξιόλογα και χάρη σε πολλές θυσίες των ανδρών του καταλαμβάνονται νησιά του Ειρηνικού που βοηθούν την κατασκευή αεροναυτικών βάσεων για την περαιτέρω προώθηση των Αμερικανών.

Επί δύο χρόνια η τακτική αυτή φέρνει τις ΗΠΑ σε σημείο να μπορούν πλέον να χαράξουν μια πορεία που οδηγεί στην καρδιά της Ιαπωνίας. Παρόλο που ο Ναύαρχος Τσέστερ Νίμιτς προτείνει το 1944 μια καθολική επίθεση και απόβαση στην ίδια την Ιαπωνία, ο Μακάρθουρ αντιπροτείνει μια δική του πορεία για τις Φιλιππίνες.Το αμερικανικό επιτελείο βλέπει, και σωστά , ότι αν η Ιαπωνία αναγκαστεί να πολεμήσει για να κρατήσει τις Φιλιππίνες τότε θα διαιρέσει τις δυνάμεις της κι αυτό θα διευκολύνει τον Νίμιτς στην μετωπική του επίθεση στο μητροπολιτικό της έδαφος. Η Ιαπωνία σκέφτεται ότι χάνοντας τις Φιλιππίνες θα έχανε μαζί και όλη την Ινδονησία και Μαλαισία μαζί με τα πετρελαϊκά τους αποθέματα οπότε αποφασίζει να υπερασπιστεί τις Φιλιππίνες, δικαιώνοντας εκ των πραγμάτων τον Μακάρθουρ.

Στις 20 Οκτωβρίου 1944 ο Μακάρθουρ αποβιβάζεται ανατολικά στον κόλπο της Λέυτε μετά από μια δύσκολη αεροναυτική επιχείρηση που λίγο έλειψε εντούτοις να οδηγήσει σε καταστροφή. Κατά την απόβαση η σκηνή που αποβιβάζεται ο Μακάρθουρ στην παραλία είναι κατάλληλα σκηνοθετημένη από ειδικό συνεργείο προπαγάνδας που συντηρεί ο ίδιος. Αργότερα ένας επιτελής του θα τον χαρακτηρίσει ως «τον μανιακό των ΜΜΕ» αν και βέβαια οι ίδιες οι ΗΠΑ εκμεταλλεύονται ανάλογα τα φιλμ εκείνα στα δικά τους κινηματογραφικά προπαγανδιστικά επίκαιρα. Σε ένα μήνα ο Μακάρθουρ έμπαινε στην κατεστραμμένη Μανίλα αλλά τώρα ως απελευθερωτής. Τότε του απενεμήθη και το 5ο του άστρο μαζί με τον βαθμό του Αρχιστρατήγου. Εγκαθιστώντας το αρχηγείο του στη Μανίλα στη συνέχεια ανακοινώνει στα ΜΜΕ ότι την 1η Νοεμβρίου 1945 σκόπευε να ξεκινήσει μια απόβαση στην Ιαπωνία. Η ανακοίνωση αυτή είναι και πάλι μια προσωπική του διακήρυξη αφού είναι θέμα της αμερικανικής κυβέρνησης να σχεδιάσει την περαιτέρω πορεία του πολέμου, αλλά ο Μακάρθουρ δίνει πάντα τον προσωπικό του χαρακτήρα στην γραφή της ιστορίας. Λόγω πάντως της παράδοσης της Ιαπωνίας ήδη απ τον Σεπτέμβρη του ίδιου έτους ο Μακάρθουρ δεν θα χρειαστεί να αποβιβασθεί στην Ιαπωνία αλλά διευθύνει την τελετή της παράδοσης και την υπογράφει εκ μέρους των ΗΠΑ (02/09/1945) στο κατάστρωμα του θωρηκτού "Μισσούρι". Εκφωνεί επίσης ένα λόγο στον οποίο διαφαίνεται η πρόθεσή του να πρωτοστατήσει στην αναγέννηση της Ιαπωνίας.

Στις 29 Αυγούστου 1945 του ανατίθεται η διοίκηση της κατεχομένης Ιαπωνίας με έργο την μετάβασή της σε δημοκρατικό πολίτευμα. Κλειδί της όλης επιτυχίας του έργου του είναι η τύχη του αυτοκράτορα Χιροχίτο. Πολλοί θέλουν να τον δουν κατηγορούμενο σε δίκη εγκληματιών πολέμου. Εντούτοις ο Μακάρθουρ υπολογίζει ότι χρειάζεται την συμπαράσταση της κρατικής ιαπωνικής μηχανής για το έργο του και γι αυτό όχι μόνο δεν θίγει τον αυτοκράτορα αλλά αντίθετα πετυχαίνει την πλήρη συνεργασία και αποδοχή του. Η επιτυχία πάντως της ανόρθωσης της Ιαπωνίας που χρεώθηκε στον Μακάρθουρ ήταν τελικά αποτέλεσμα των πολιτικών εξελίξεων στην Ιαπωνία την εποχή του 1930-38. Ο Χιροχίτο και η πολιτική ηγεσία ήταν στην ουσία θύματα μιας στρατιωτικής δικτατορίας η οποία χαλιναγώγησε τους πολιτικούς και έθεσε σε ομηρία τον αυτοκράτορα ο οποίος ήταν σαφώς εναντίον του πολέμου αλλά ως εξαιρετικά αδύναμος άτολμος χαρακτήρας έπαιξε επιφανειακά τον ρόλο ενός φιλοπόλεμου ηγέτη κατά τις υποδείξεις των στρατιωτικών. Ο Μακάρθουρ πάντως κατάφερε να γίνει αγαπητός από την μεταπολεμική Ιαπωνία κι ήταν η περίοδος αυτή η πιο αξιόλογη της καριέρας του.

Αρχιστράτηγος στον Πόλεμο της Κορέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν στις 25 Ιουνίου 1950 ξέσπασε ο Πόλεμος της Κορέας ο Μακάρθουρ ανέλαβε την αρχηγία των δυνάμεων του ΟΗΕ που υποστήριζαν την Νότια Κορέα. Η όλη εκστρατεία ξεκίνησε με μια αστραπιαία και καλοσχεδιασμένη επίθεση Βορειοκορεατικών δυνάμεων που υποστήριζαν ανεπίσημα μεν αλλά αμεσότατα Κινέζοι και Σοβιετικοί. Οι αμερικανικές δυνάμεις στην Κορέα εκείνη την ώρα ήταν δεύτερης ποιότητας και κυρίως επιστρατευμένοι της μεταπολεμικής γενιάς με λίγη πείρα όσο και εφόδια. Η υποχώρησή τους υπήρξε χαώδης και άτακτη, εγκαταλείφθηκε γρήγορα η πρωτεύουσα Σεούλ και σε λίγο διάστημα το έδαφος που έλεγχαν οι δυνάμεις του ΟΗΕ υποβαθμίστηκε σε ένα μικρό θύλακο στα νότιο-ανατολικά της χερσονήσου.

Ο Μακάρθουρ κατάφερε να ανατρέψει την όλη κατάσταση με μια αιφνιδιαστική όσο και παράτολμη απόβαση στην Ιντσόν (Incheon) κοντά στη ρίζα της χερσονήσου η οποία του επέτρεψε να πετύχει την αποκοπή των εχθρικών δυνάμεων στον νότο και που οδήγησε σύντομα στην πλήρη υποχώρηση των Βορειοκορεατών μέχρι τα κινεζικά σύνορα στον ποταμό Γιαλού. Η τέλεια μεταστροφή της πολεμικής κατάστασης στην Κορέα έφερε σωρεία συγχαρητηρίων στον Μακάρθουρ φθάνοντάς τον στο απόγειο της στρατιωτικής του καριέρας. Σε ερώτηση του προέδρου Χάρρυ Τρούμαν για πιθανή επίσημη πολεμική εμπλοκή της Κίνας με περαιτέρω επιπτώσεις στην συνέχιση του πολέμου, ο αρχιστράτηγος απάντησε με απόλυτη βεβαιότητα ότι η Κίνα δεν θα τολμούσε καν να τον αντιμετωπίσει. Αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο και η Κίνα ανανέωσε την επίθεση στην χερσόνησο με πλήρεις τακτικές δυνάμεις μεγέθους περίπου 1,5 εκατ. στρατιωτών, οδηγώντας σε δεύτερη υποχώρηση τις δυνάμεις του ΟΗΕ οι οποίες έφτασαν στο σημείο να σχεδιάζουν άμεση εκκένωση μέσω θαλάσσης.

Σε εκείνη την περίοδο οξύνθηκε πολύ η διαμάχη Μακάρθουρ και Τρούμαν. Ο Τρούμαν ήθελε να αποφύγει μια κλιμάκωση του πολέμου για οικονομικούς λόγους αλλά ο Μακάρθουρ, ξεπερνώντας τις εξουσίες ενός στρατιωτικού ηγέτη έκανε προσωπικές ανακοινώσεις στα ΜΜΕ για το πως αυτός νόμιζε ότι έπρεπε να συνεχιστεί ο πόλεμος, έστειλε προσωπική απειλητική και προκλητική επιστολή στην Κίνα, περισσότερο για να την ερεθίσει και να κάνει τυχόν ειρηνευτικές πρωτοβουλίες να αποτύχουν. Ήλθε επίσης σε επαφή με την Ρεπουμπλικανική αντιπολίτευση για να πετύχει αντίδραση κατά της κυβέρνησης την οποίαν κατηγόρησε ως «φιλο-κομμουνιστική» και ανίκανη να υιοθετήσει μια στρατηγική πολιτική στην Κορέα. Ο άλλοτε υφιστάμενός του και νυν αρχηγός του επιτελείου Στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ πρότεινε την αφαίρεση της διοίκησης απ τον Μακάρθουρ κάτι στο οποίο συμφώνησε απόλυτα ο Τρούμαν παρ' όλη την κατακραυγή που του απέφερε αυτή η κίνηση από μεριάς της αντιπολίτευσης. Τον Απρίλιο του 1951, η στρατιωτική καριέρα του Μακάρθουρ τελείωνε ενώ λίγο μετά η Κίνα έφτανε και πάλι στην παλιά διαχωριστική γραμμή της Κορέας αποκαθιστώντας το Βόριο-Κορεατικό καθεστώς στα σύνορα που και σήμερα χωρίζουν την Βόρια από την Νότια Κορέα στον χάρτη. Ο Μακάρθουρ κατηγορήθηκε για την αλόγιστη και ασύντακτη διάταξη των δυνάμεών του στην συνοριακή γραμμή ακριβώς επειδή υπεροπτικά δεν υπολόγισε τον Κινεζικό κίνδυνο πράγμα που υποβοήθησε την πολύ σύντομη κατάρρευση του μετώπου και πρακτικά την απώλεια όλων των κερδών που είχε εξασφαλίσει η νίκη στην Ιντσόν.

Μεταπολεμική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστροφή του εντούτοις στην Αμερική ήταν θριαμβευτική και ο λόγος του στο Κογκρέσο μνημειώδης. Τότε το Ρεπουμπλικανικό κόμμα ξεκίνησε μια συστηματική εκμετάλλευση του ονόματός του με σκοπό να χτυπήσει την κυβέρνηση των Δημοκρατικών ξεκινώντας με μια εξεταστική επιτροπή στη Γερουσία που ήθελε να βγάλει παράνομη την απόστράτευσή του. Και ενώ κανένα νομικό στοιχείο δεν θα μπορούσε να στηρίξει μια τέτοια υπόθεση η επιτροπή στόχευε στους στενούς συνεργάτες του Τρούμαν Μάρσαλ και Άτσεσον τους οποίους κατηγορούσαν ως όχι αρκετά αντικομμουνιστές. Στην συνέχεια διέδωσαν με αρκετή πειστικότητα ότι ο Μακάρθουρ θα έπαιρνε το χρίσμα του προέδρου. Το 1952 υποψήφιος για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων ήταν ο πολιτικός Ρόμπερτ Ταφτ, ο οποίος όμως προσέφερε την μελλοντική αντιπροεδρία στον Μακάρθουρ, αλλά τελικά το χρίσμα δόθηκε απ το κόμμα στους Αϊζενχάουερ και Νίξον, πράγμα που έθεσε νωρίς τέλος στις οποιεσδήποτε τυχόν πολιτικές φιλοδοξίες του Μακάρθουρ. Επί προεδρίας Αϊζενχάουερ τον κάλεσαν να δώσει την γνώμη του για το πώς θα τελείωνε ο πόλεμος στην Κορέα και εκεί ο Μακάρθουρ πρότεινε απροκάλυπτα πυρηνική επίθεση εναντίον της Κίνας, πρόταση που φυσικά απερρίφθη. Το 1956 έγινε πρόταση δημιουργίας νέου βαθμού στρατηγού 6 αστέρων για να απονεμηθεί ειδικά στον Μακάρθουρ πράγμα που απέρριψε ο Αϊζενχάουερ προς αποφυγή περιπλοκών στην στρατιωτική ιεραρχία. Ο Μακάρθουρ στην συνέχεια ανέλαβε την τιμητική θέση του προέδρου της εταιρείας Ρέμινγκτον Ράντ και έζησε σε σουίτα του ξενοδοχείου Γουόλντορφ Αστόρια στην Ν. Υόρκη, δώρο προσωπικό της εταιρείας των ξενοδοχείων. Το 1960, όταν ήταν 80 ετών, στην επέτειο των γενεθλίων του η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε και τελικά πέθανε μετά από 4 χρόνια.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα