Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ
AliceDoesnàtLiveHereAnymore.jpeg
Σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε
Παραγωγή Όντρεϊ Μαρς
Ντέιβιντ Σάσκαϊντ
Σενάριο Ρόμπερτ Γκέτσελ
Πρωταγωνιστές Έλεν Μπέρστιν
Κρις Κριστόφερσον
Χάρβεϊ Καϊτέλ
Ντάιαν Λαντ
Τζόντι Φόστερ
Άλφρεντ Λάτερ
Κυκλοφορία 1974
Πρώτη προβολή Country flag 12/9/1974
Διάρκεια 112 λεπτά
Γλώσσα Αγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η ταινία Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ (αγγλ. Alice Doesn't Live Here Anymore) είναι δραματική κομεντί παραγωγής 1974 σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε και σε σενάριο Ρόμπερτ Γκέτσελ. Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η Έλεν Μπέρστιν, στο ρόλο μιας γυναίκας, της Άλις, που ταξιδεύει με το μικρό της γιο στον αμερικανικό νότο αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Στην ταινία εμφανίζονται επίσης οι: Κρις Κριστόφερσον, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Ντάιαν Λαντ και Τζόντι Φόστερ. Το ρόλο του γιου της Άλις ερμηνεύει ο μικρός Άλφρεντ Λάτερ.

Η ταινία έλαβε τρεις υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ και χάρισε στη Μπέρστιν το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Άλις Χάιατ (Έλεν Μπέρστιν), στα 35 της, είναι απογοητευμένη από τη ζωή της και μητέρα του 12χρονου Τομ (Άλφρεντ Λάτερ). Ξαφνικά ο σύζυγός της σκοτώνεται σε αυτοκινητικό δυστύχημα και μένει χήρα. Αποφασίζει τότε να γυρίσει στην ιδιαίτερη πατρίδα της, το Μοντερέι και να ξαναρχίσει την καριέρα της ως τραγουδίστρια. Ξεκινάει λοιπόν, μαζί με το γιό της κι ένα φορτωμένο με πράγματα αυτοκίνητο, το ταξίδι για μιαν άλλη ζωή. Στο δρόμο για την Καλιφόρνια θα δώσει τη δική της μάχη για την επιβίωση δουλεύοντας ως τραγουδίστρια αλλά και σερβιτόρα, θα συνάψει σχέση με τον Μπεν (Χάρβεϊ Καϊτέλ) έναν άνδρα με βίαιο χαρακτήρα από τον οποίο θα ξεφύγει και στη συνέχεια η γνωριμία της μ'ένα γενναιόδωρο άνδρα τον Ντέιβιντ (Κρις Κριστόφερσον) θα σηματοδοτήσει μια σειρά αλλαγών για τη ζωή της.

Πληροφορίες παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας "Ο Εξορκιστής" (The Exorcist, 1973) η Έλεν Μπέρστιν προσεγγίστηκε από ανθρώπους της εταιρίας Warner που της ζητούσαν να ξανασυνεργαστεί μαζί τουε. Αφότου διάβασε ορισμένα από τα σενάρια που της πρότειναν, η ηθοποιός δήλωσε απογοητευμένη καθώς τα περισσότερα παρουσίαζαν τη γυναίκα ως θύμα, σύντροφο κάποιου ήρωα, πόρνη ή το αντικείμενο του πόθου κάποιου και δεν πίστευε ότι τα σενάρια αυτά αντικατόπτριζαν τη γυναίκα της αμερικανικής κοινωνίας του τότε. Όταν ξαφνικά βρέθηκε στα χέρια της το σενάριο της ταινίας Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ κι ο ατζέντης της επικοινώνησε το διευθυντή παραγωγής της Warner, Τζον Κάλεϊ. Ο Κάλεϊ θεώρησε ότι το σενάριο ήταν καλό και πρότεινε στη Μπέρστιν και τη σκηνοθεσία. Η ηθοποιός θεώρησε ότι δεν ήταν έτοιμη για ένα τέτοιο βήμα και δέχτηκε μόνο την συμβάλλει ως παραγωγός. Η Μπέρστιν τότε επικοινώνησε με το Φράνσις Φορντ Κόπολα ψάχνοντας για κάποιο νέο σκηνοθέτη με νεωτεριστικές ιδέες κι ο Κόπολα της πρότεινε το Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος την προηγούμενη χρονιά είχε συγκλονίσει κοινό και κριτικούς με την ταινία Κακόφημοι δρόμοι (Mean Streets, 1973). Ο Σκορσέζε συμφώνησε καθώς ήθελε να αποδείξει σε όλους ότι είναι ικανότατος στη σκηνοθεσία γυναικών, (καθώς στις ταινίες του μέχρι τότε, οι πρωταγωνιστές ήταν άνδρες). Φημολογείται ότι η Μπέρστιν την πρώτη μέρα των γυρισμάτων τον ρώτησε:

    Πόσο καλά γνωρίζεις τις γυναίκες;    

,

κι εκείνος απάντησε:

    Καθόλου αλλά είμαι πρόθυμος να μάθω!    

Ο Σκορσέζε και η Μπέρστιν πήραν από κοινού την απόφαση να συμπεριλάβουν στο εγχείρημα όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες. Η Μπέρστιν χρόνια αργότερα περιέγραψε τη συνεργασία της με το σκηνοθέτη, που γύρισε την πρώτη του χολιγουντιανή ταινία για λογαριασμού μεγάλου στούντιο[1], ως μια από τις καλύτερες που είχε ποτέ.

Διανομή Ρόλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χάρβεϊ Καϊτέλ, ένας από τους αγαπημένους ηθοποιούς του Σκορσέζε, με τον οποίο είχε ήδη συνεργαστεί για το Κακόφημοι Δρόμοι ανέλαβε το ρόλο του βίαιου φίλου της Άλις. Η Ντάιαν Λαντ ανέλαβε το ρόλο της επιστήθιας φίλης της Άλις και προτάθηκε και για Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου, ενώ η κόρη της με τον Μπρους Ντερν, Λώρα, έλαβε ένα μικρό ρόλο στην ταινία. Η Ντερν έγινε χρόνια αργότερα διάσημη για τη συμμετοχή της στις ταινίες του Ντέιβιντ Λιντς Μπλε Βελούδο (Blue Velvet, 1986) και Ατίθαση καρδιά (Wild at heart, 1990). Στην ταινία συμμετείχε επίσης, σε μικρό ρόλο, η Τζόντι Φόστερ, η οποία συνεργάστηκε ξανά με το Σκορσέζε το 1976, υποδυόμενη μιαν ανήλικη πόρνη στην ταινία Ο Ταξιτζής (Taxi Driver). Για το ρόλο του γιου της Άλις, έγιναν ακροάσεις στις οποίες συμμετείχαν πάνω από 300 παιδιά. Συνάντησε τον Άλφρεντ Ράτερ στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του και το αγόρι ήταν λιγομίλητο και ντροπαλό, όταν όμως ξεκίνησαν οι πρόβες με την Έλεν Μπέρστιν, ο μικρός ξεθάρρεψε και δε σταματούσε να μιλάει[2] .

Εισπράξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία έχοντας προϋπολογισμό 1,8 εκατομμυρίων δολαρίων, έκανε εισπράξεις της τάξεως των 21.044.810 δολαρίων παγκοσμίως[3].

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία προτάθηκε για 3 όσκαρ και χάρισε στην Έλεν Μπέρστιν την τρίτη υποψηφιότητα και το πρώτο της και μοναδικό της Όσκαρ. Τη βραδιά της νίκης της δεν ήταν παρούσα στην τελετή κι ο Μάρτιν Σκορσέζε δέχτηκε το βραβείο για λογαριασμό της, λέγοντας Μου είπε σε περίπτωση νίκης, ότι ευχαριστεί εμένα.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

  • Α' Γυναικείου Ρόλου - Έλεν Μπέρστιν

Υποψηφιότητα:

  • Β' Γυναικείου Ρόλου - Ντάιαν Λαντ
  • Πρωτότυπου Σεναρίου – Ρόμπερτ Γκέτσελ

Το φιλμ κέρδισε το βραβείο BAFTA καλύτερης ταινίας για το 1974.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]