Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ήταν Έλληνας λογοτέχνης,ποιητής,διηγηματογράφος,δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης καί ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας το Φεβρουάριο του 1877[1] και πέθανε στην Αθήνα το απόγευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1940 από συγκοπή καρδιάς μέσα σε τραμ, πηγαίνοντας σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στη Γρανίτσα Ευρυτανίας τον Φεβρουάριο του 1877 και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γρανίτσα, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του. Το 1890 έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Τελείωσε το γυμνάσιο και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Παράλληλα σπουδάζει ζωγραφική. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων. "Ακρόπολις", "Εφημερίδα των Συζητήσεων", "Σκριπ", "Χρόνος", "Εμπρός" ως ανταποκριτής της στο Παρίσι για τρία χρόνια στην οποία και δημοσίευσε τα Παρισινά Γράμματα τα οποία έκαναν μεγάλη εντύπωση όταν κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατο του σε τόμο ως Φιλολογικά Χρονογραφήματα. "Παναθήναια", "Νουμάς", "Καλλιτέχνης", "Νέα Ζωή", "Νέα Εστία", "Ελεύθερο Βήμα" κλπ., είναι τα έντυπα που φιλοξένησαν γραπτά του. Αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία (που ήταν το μεγάλο του πάθος), ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων.

Το 1912 έως το 1917 γίνεται Νομάρχης στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και άλλες πόλεις από την κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1919 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε 20 χρόνια. Το 1923 έλαβε το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938 έγινε ακαδημαϊκός στην έδρα της Λογοτεχνίας, οπότε και εκφώνησε τον εισιτήριο λόγο του για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική γλώσσα.

Τον χαρακτήρισαν "πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου", ενώ αποτύπωσε στο χαρτί την ελληνική επαρχία, με έμφαση στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Υπηρέτησε όλα τα είδη του λόγου. Ιδιαίτερη ήταν η επίδοση του στο δοκίμιο και την [[κριτική].

Δείγμα γραφής του Ζαχαρία Παπαντωνίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

" «...Είμαστε συφοριασμένοι, άκου βρε παιδί. Κύττα να δουλέψης. Μην το κάνης σαν το αφιλότιμο το μεγαλείτερο(...)Ο Θεός θα τον παιδέψη αυτόν. Κύτταξε συ να πάρης τη δουλειά. Να πάρης τον Κύρκο να τον ξαναπάς στα νταμάρια, να βγάλουμε ψωμί. Να γιατρευτώ κ' εγώ. Και η μάννα σου να μη ξενοπλένη, κι΄η Βγενιώ να κάνη χρώμα που βήχει το κορίτσι(...)Βήχει μωρέ, τ' ακούς;(...) Να τον βγάλης εδώ τον ανήφορο! Έλα σιγά! Χάϊδευέ τον στο λαιμό. Άϊντε Κύρκο....Έπειτα συλλογίστηκε το σπίτι του, ένα άθλιο χάλασμα στους Αέρηδες, και μέσα τα παιδιά του που φώναζαν, η γυναίκα του απάνω σε μια σκάφη, το κορίτσι του άρρωστο κι΄ο γιατρός νάρχεται να λέη «φάρμακα, αέρας, λουτρά», όλα τα πράματα που δεν γίνονται. Τα συλλογίστηκε όλα (...)

-Άλτ! Η φωνή ερχόταν από μακρυά και δεν κατάλαβε πως ήταν γι αυτόν. Όμως το «Άλτ»! ξανακούστηκε. Το κάρρο σταμάτησε. Τρεις στρατιώτες του πυροβολικού κι΄ένας δεκανέας, με τα όπλα στον ώμο, πλησίασαν. -Έλα, κατέβα κάτω, είπε ο δεκανέας. -Σ΄εμένα το λες;(...) -Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Το κάρρο θα το πάμε στον στρατώνα. Επιστρατεία έχομε. Τώρα το μαθαίνεις;(...) -Το μεροκάματο κυττάς, καϋμένε, ή που φεύγει απόψε το Σύνταγμα; Χωρατεύεις; -Για εξήγα μου, χριστιανέ μου… Για πές μου… πώς παίρνεις έτσι τ' άλογο τ' αλλουνού, απ΄το δρόμο… Έτσι το λέει ο νόμος.! -Τώρα θα σου ξηγήσω και το νόμο; Εμπρός βοηθάτε από δω. Σύντομα. Οι τρεις στρατιώτες ανέβηκαν στις ρόδες. Πιάνοντας κ' οι τρεις έσυραν το βώδι προς τα έξω. Το μαύρο σφαχτό έπεσε με βρόντο βαρύ κάτω στο πεζοδρόμιο(...) Ένας στρατιώτης, εκεί που πήγαιναν χωρίς καμμιά κουβέντα, γύρισε και τούπε: -Άμ ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, πατριώτη, θα το δώσουμε για την πατρίδα. Ο γέρος μετά κάμποση ώρα του απήντησε: -Ποιος λέει όχι. Για την πατρίδα είν΄όλα. Μα ο Θεός δίνει σε κάποιους, βλέπεις, έξη παιδιά. Κ΄ετούτ' η δόλια καρδιά που έχουμε, σάμπως μπορείς να την κάμης όποτε θέλεις πέτρα στο νταμάρι; Για να μην ακούη; Πάντα καρδιά είναι (...) -Δε θα σε ξαναϊδώ… ‘Ε, δουλευτή… Έ, παλληκάρι… Και στο σπίτι δεν ξέρουν τίποτα. Μήτε η κυρά σου. Μήτε η Βγενιώ, κατάλαβες. Μια φαμίλια σε χάνει(...) Πας στο καλό. Κι΄ό,τι θα σ΄έδινα στο γιό μου, κατάλαβες… Στα νταμάρια ν΄ανεβής(...) Δουλευτή, έ δουλευτή… Θα σε πάρουνε… Και ποιός ξέρει πού θα πεθάνης… και πώς…στρατιώτης… Κύρκο… βρε… έ, Κύρκο, πού μας αφίνεις!(...)

Πολλοί γύριζαν απ' το στρατώνα, μοναχοί, μα μέσα σ' αυτούς ο καρροτσέρης ο πεζός, ο γέρος, ήταν ο πιο μονάχος. (Το Άλογο, Διηγήματα, 1927) »

Αποτίμηση έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου έγραφε σατυρικούς στίχους, τους οποίους είχε γράψει όταν ήταν ακόμα μαθητής και τους είχε δημοσιεύσει στο βραχύβιο σατυρικό περιοδικό «Αι μηχανορραφίαι» των Νικολάου Κουντουριώτη και Ιωάννη Δεληκατερίνη.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Προσευχή του ταπεινού

«Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου.

Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου.

Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι.
Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη.

Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω.

Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω.

Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα.

Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα.

Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει.

Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.

Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι.

Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ.

Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω.

Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.

Εὐδόκησε ν᾿ ἀφανιστῶ χωρὶς νὰ ξαναζήσω.

Σ᾿ εὐχαριστῶ γιὰ τὰ βουνὰ καὶ γιὰ τοὺς κάμπους ποὺ εἶδα».

Πηγή: «Ποιητική Ανθολογία Παπύρου», Papyros Press LTD, 1975, σ. 338

Ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Πολεμικά τραγούδια" (1898 – εμπνευσμένα από τον πόλεμο του 1897)
  • "Χελιδόνια" (1920 – παιδικά ποιήματα τα οποία μελωποίησε ό Γεώργιος Λαμπελέτ)
  • "Πεζοί ρυθμοί" (1923 – πεζοτράγουδα)
  • "Θεία Δώρα" (1932)

Πεζογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Παρισινά Γράμματα" (1908-1910 – ανταποκρίσεις από το Παρίσι, δημοσιευμένες στην εφημερίδα Εμπρός. Μεταθανάτια συγκεντρωτική-επιλεκτική έκδοση).
  • "Τα ψηλά βουνά" (1918 – Κρατικό Αναγνωστικό της Γ΄τάξης του Δημοτικού.Μοναδικό έργο εως και σήμερα στην ελληνική σχολική λογοτεχνία).
  • "Διηγήματα" (1927)
  • "Νεοελληνικά Αναγνώσματα" (1931 – για την Α΄ τάξη των Γυμνασίων)
  • "Βυζαντινός όρθρος" (1936)
  • "Η Θυσία" (1937)
  • "Σχεδιάσματα" (αισθητικά μελετήματα, κριτικά άρθρα, σύντομες μελέτες και χρονογραφήματα -μεταθανάτια συγκεντρωτική -επιλεκτική έκδοση) (1947).
  • "Ταξίδια (ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ισπανία)" (μεταθανάτια συγκεντρωτική-επιλεκτική έκδοση)(1946).
  • "Κριτικά" (μεταθανάτια συγκεντρωτική-επιλεκτική έκδοση 1966 – κριτικά κείμενα λογοτεχνίας και, κυρίως, εικαστικών τεχνών)
  • "Όθων και η ρωμαντική δυναστεία" (1933)
  • "Άγιον Όρος" (1934)
  • "Παρισινά διηγήματα" μετά θάνατον έκδοση (1945)

Θέατρικά έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Ο Όρκος του πεθαμένου" θεατρικό (1929 – δραματοποίηση του δημοτικού τραγουδιού Του νεκρού αδελφού)
  • "Θεατρική διασκευή του δημοτικού τραγουδιού του νεκρού αδελφού" (1930)

Μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει ανέκδοτο. Η απλότητα και η λιτότητα της ορεινής ζωής και το τοπίο της Ευρυτανίας, ιδιαίτερης πατρίδας του, έπλασαν τη φαντασία του και πλάτυναν τις διαστάσεις της πνευματικής του προσφοράς.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συλλογικό έργο, 2006, Νομός Ευρυτανίας, τόμος 13, σειρά ΕΛΛΑΔΑ, Αθήνα, Εκδόσεις Δομή

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Νομός Ευρυτανίας, σελ. 249

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: