Επτάφωτος λυχνία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανακατασκευή του μενορά του Ναού του Σολομώντα από το Temple Institute

Η επτάφωτος λυχνία (στα εβραϊκά μενορά, מְנוֹרָה ) ήταν φωτιστικό σκεύος με επτά λυχνάρια, που έκαιγε αρχικώς στα άγια της Σκηνής του Μαρτυρίου στην έρημο και στη συνέχεια στον Ναό του Σολομώντα. Με τον καιρό έγινε σύμβολο των Ισραηλιτών και της ιουδαϊκής θρησκείας, ενώ σήμερα εμφανίζεται και ως ένα από τα σύμβολα του κράτους του Ισραήλ μαζί με το πεντάκτινο Αστέρι του Δαβίδ.

Επτάφωτες λυχνίες εισήχθηκαν στους χριστιανικούς ναούς κατά το πρότυπο της βιβλικής και συμβολίζουν τα επτά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος ή τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας.

Η αρχαία λυχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρωτότυπη επτάφωτος λυχνία, όπως περιγράφεται στην Αγία Γραφή, ήταν κατασκευασμένη από συμπαγή χρυσό και είχε ύψος τριών πήχεων. Οι έξι κλάδοι της καμπυλώνονταν προς τα επάνω ώστε οι κορυφές τους να είναι παράλληλες με το κεντρικό στέλεχος.

Η Πεντάτευχος γράφει ότι ο Θεός απεκάλυψε το σχέδιο της λυχνίας στον Μωυσή και περιγράφει λεπτομερώς την κατασκευή της στο 25ο κεφάλαιο της Εξόδου (κε΄ 31-40):

Και ποιήσεις λυχνίαν εκ χρυσίου καθαρού, τορευτήν... ...εξ δε καλαμίσκοι εκπορευόμενοι εκ πλαγίων, τρεις καλαμίσκοι της λυχνίας εκ του κλίτους αυτής του ενός και τρεις καλαμίσκοι της λυχνίας εκ του κλίτους του δευτέρου. Και τρεις κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυίσκους εν τω ενί καλαμίσκω, σφαιρωτήρ και κρίνον. Ούτως τοις εξ καλαμίσκοις τοις εκπορευομένοις εκ της λυχνίας. Και εν τη λυχνία τέσσαρες κρατήρες εκτετυπωμένοι καρυίσκους - εν τω ενί καλαμίσκω οι σφαιρωτήρες και τα κρίνα αυτής. Ο σφαιρωτήρ υπό τους δύο καλαμίσκους εξ αυτής, και σφαιρωτήρ υπό τους τέσσαρας καλαμίσκους εξ αυτής. Ούτως τοις εξ καλαμίσκοις τοις εκπορευομένοις εκ της λυχνίας. Οι σφαιρωτήρες και οι καλαμίσκοι εξ αυτής έστωσαν - όλη τορευτή εξ ενός χρυσίου καθαρού. Και ποιήσεις τους λύχνους αυτής επτά, και επιθήσεις τους λύχνους, και φανούσιν εκ του ενός προσώπου. Και τον επαρυστήρα αυτής και τα υποθέματα αυτής εκ χρυσίου καθαρού ποιήσεις. Πάντα τα σκεύη ταύτα τάλαντον χρυσίου καθαρού. `Ορα ποιήσεις κατά τον τύπον τον δεδειγμένον σοι εν τω όρει.

Μέχρι το 2009 η αρχαιότερη γνωστή αναπαράσταση της λυχνίας σωζόταν στον θριγγό της Αψίδας του Τίτου, μνημείο του θριάμβου του στη Ρώμη μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ.. Αλλά το 2009 ανακαλύφθηκαν στα Μάγδαλα τα ερείπια μιας συναγωγής με κεραμικά χρονολογούμενα πριν την καταστροφή του Δεύτερου Ναού[1]. Ανάμεσα στα ερείπια αυτά ανακαλύφθηκε μία ορθογώνια πέτρα με χαραγμένο, μεταξύ άλλων, ένα σχέδιο της επτάφωτης λυχνίας που διαφέρει καθαρά από την απεικόνιση της Αψίδας του Τίτου και πιθανώς χαράχθηκε από κάποιον που είχε δει το πραγματικό μενορά που υπήρχε εκείνη την εποχή στον Ναό της Ιερουσαλήμ. Οι κλάδοι αυτής της λυχνίας είναι πολυγωνικοί και όχι στρογγυλεμένοι, ενώ η βάση δεν είναι βαθμιδωτή αλλά τριγωνική.

Αναπαραστάσεις επτάφωτης λυχνίας έχουν βρεθεί σε τάφους και μνημεία από τον 1ο αιώνα ως συχνά χρησιμοποιούμενο σύμβολο του Ιουδαϊσμού και των Ισραηλιτών.

Ως προς την έμπνευση του σχήματος, έχει υποστηριχθεί[2][3] ότι η μορφή του μενορά μοιάζει με αυτή του είδους φυτού Salvia palaestina. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη σύγχρονη αναπαράσταση, η αρχαία επτάφωτος λυχνία δεν είχε επτά κεριά, καθώς δεν υπήρχαν τότε, δεν ήταν δηλαδή κηροπήγιο.

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λύχνοι της επτάφωτης λυχνίας ανάβονταν καθημερινά με νωπό, αγιασμένο ελαιόλαδο και έκαιγαν από το βράδυ μέχρι το πρωί (Έξοδος κζ΄ 20-21). Ο Εβραίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος αναφέρει ότι οι τρεις από τους επτά λύχνους επιτρεπόταν να καίνε και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ωστόσο, σύμφωνα με την προφορική εβραϊκή παράδοση, το Ταλμούδ (Rashi, Tractate Shabbat 22b), μόνο ο κεντρικός λύχνος αφηνόταν να καίει όλη την ημέρα, και μάλιστα κατά θαυματουργικό τρόπο αφού, ξεκινώντας με την ίδια ποσότητα λαδιού και απτόμενος πρώτος, παρέμενε αναμμένος όταν οι άλλοι 6 λύχνοι είχαν κάψει όλο το λάδι τους και είχαν σβήσει. Αυτό το αποκαλούμενο «θαύμα του ner hama'aravi» (= του δυτικού λύχνου)[4] λέγεται ότι σταμάτησε 40 περίπου χρόνια πριν την καταστροφή του Δεύτερου Ναού (Ταλμούδ, Yoma 39a).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχική επτάφωτος λυχνία κατασκευάσθηκε για τη Σκηνή του Μαρτυρίου και η Βίβλος καταγράφει την ύπαρξή της όταν οι Ισραηλίτες διέσχισαν τον Ιορδάνη. Ωστόσο δεν αναφέρεται καθόλου κατά τα έτη των μετακινήσεων της Κιβωτού της Διαθήκης επί Σαμουήλ και Σαούλ. Αντί αυτής ο Σολομών στον Ναό του κατασκευάζει 10 λυχνίες (Β΄Χρον. δ΄ 7) που λεηλατούνται και μεταφέρονται στη Βαβυλώνα από τους εισβολείς (Ιερεμίας νβ΄ 19) αιώνες αργότερα.

Κατά την αναστήλωση του Ναού μετά την εβδομηντάχρονη αιχμαλωσία της Βαβυλώνας δεν αναφέρεται επιστροφή της επτάφωτης λυχνίας, αλλά μόνο «σκευών» (Έσδρας α΄ 9-10). Το βιβλίο των Μακκαβαίων αναφέρει ότι ο Αντίοχος ο Επιφανής ανήρπασε «τις λυχνίες» (πληθυντικός) όταν εισέβαλε και λεηλάτησε τον Ναό (Α΄ Μακ. α΄ 21). Καμιά άλλη βιβλική αναφορά δεν υπάρχει.

Αναπαράσταση της επτάφωτης λυχνίας του Ναού του Σολομώντα στην Αψίδα του Τίτου στη Ρώμη.

Η μοίρα της επτάφωτης λυχνίας που υπήρχε στον Δεύτερο Ναό καταγράφεται από τον Ιώσηπο: μεταφέρθηκε στη Ρώμη, όπου και επιδείχθηκε κατά τον θρίαμβο του Βεσπασιανού και του Τίτου. Πιθανότατα παρέμεινε στη συνέχεια στον Ναό της Ειρήνης στη Ρώμη μέχρι και τη λεηλασία από τους Βησιγότθους του Αλάριχου Α΄ το 410. Το πιθανότερο όμως είναι ότι η επτάφωτος λυχνία αρπάχθηκε από τους Βανδάλους κατά την επιδρομή τους στη Ρώμη το 455 και μεταφέρθηκε στην πρωτεύουσά τους Καρχηδόνα. Ο Βυζαντινός στρατός του στρατηγού Βελισσαρίου πιθανώς το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το 533: Σύμφωνα με τον Προκόπιο λιτανεύθηκε στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης κατά τη θριαμβική παρέλαση του Βελισσαρίου. Ο Προκόπιος προσθέτει ότι το σκεύος στάλθηκε αργότερα πίσω στην Ιερουσαλήμ, όπου δεν υπάρχει πλέον αναφορά σε αυτό. Πιθανώς καταστράφηκε κατά τη λεηλασία της Ιερουσαλήμ από τους Πέρσες το 614.

Συμβολισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με Εβραίους διανοούμενους[5] η επτάφωτος λυχνία συμβόλιζε το ιδανικό του παγκόσμιου διαφωτισμού. Οι επτά λύχνοι της συμβολίζουν τους κλάδους της ανθρώπινης γνώσεως, που αναπαριστούν οι έξι πλάγιοι λύχνοι, οι οποίοι ανυψωμένοι στρέφονται προς τον κεντρικό λύχνο, που συμβολίζει το φως του Θεού. Επιπροσθέτως η επτάφωτος λυχνία συμβολίζει τη Εξαήμερο Δημιουργία του κόσμου, με τον κεντρικό λύχνο να συμβολίζει το Σάββατο, την έβδομη ημέρα της αναπαύσεως του Θεού[6]. Λέγεται επίσης ότι συμβολίζει τη φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτο που αντίκρυσε ο Μωυσής στο όρος Χορέβ.

Ο Κλήμης Αλεξανδρείας και ο Φίλων ο Ιουδαίος γράφουν ότι οι επτά λύχνοι της χρυσής επτάφωτης λυχνίας αναπαριστούσαν τους επτά αρχαίους «πλανήτες» με τη σειρά: Σελήνη, Ερμής, Αφροδίτη, Ήλιος, Άρης, Δίας και Κρόνος.

Η επτάφωτος λυχνία υπάρχει στον θυρεό του Κράτους του Ισραήλ, αυτή η αναπαράστασή της όμως βασίζεται στην απεικόνιση της Αψίδας του Τίτου.

Ως σύγχρονο λειτουργικό σκεύος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον νεότερο Ιουδαϊσμό το μενορά είναι στενά συνδεδεμένο με την εβραϊκή Εορτή των Φώτων (Χανουκά): Σύμφωνα με το Ταλμούδ, μετά τη βεβήλωση του Ναού της Ιερουσαλήμ από τους Σελευκίδες, υπήρχε σφραγισμένο (άρα μη βεβηλωμένο) ελαιόλαδο που μόλις επαρκούσε για να τροφοδοτήσει τον λύχνο του Ναού για μία ημέρα. Κατά θαυματουργό τρόπο όμως το λάδι έκαψε επί οκτώ ημέρες, χρόνο αρκετό για να παραχθεί νέο αγιασμένο ελαιόλαδο. Το Ταλμούδ αναφέρει επίσης (Menahot 28b) ότι απαγορεύεται η χρήση επτάφωτης λυχνίας έξω από τον Ναό. Για τον λόγο αυτό το μενορά του Χανουκά έχει εννέα λύχνους ή κεριά (οκτώ κλάδοι συν ο κεντρικός), ώστε ο όρος «επτάφωτος λυχνία» δεν είναι πλέον σωστός. Αυτός ο τύπος του μενορά αποκαλείται hanukiah ή και chanukkiyah στη σύγχρονη εβραϊκή.

  • Το μεγαλύτερο επτάφωτο μενορά στον κόσμο βρίσκεται στο Μανάντο της Ινδονησίας και έχει ύψος 18,9 μέτρα. Για σύγκριση, το ορειχάλκινο μενορά-γλυπτό έξω από το Κοινοβούλιο του Ισραήλ (Κνεσέτ) έχει ύψος 5 μέτρων.

Στις συναγωγές και στους ορθόδοξους χριστιανικούς ναούς υπάρχει λύχνος συνεχώς αναμμένος, μπροστά στην Κιβωτό και στην Αγία Τράπεζα αντιστοίχως, που δεν πρέπει να συγχέεται με την επτάφωτο λυχνία (βλ. ακοίμητη κανδήλα). Στους ορθόδοξους χριστιανικούς ναούς η χρήση της επτάφωτης λυχνίας έχει διατηρηθεί μέσα στο ιερό, είτε πάνω, είτε πίσω από την Αγία Τράπεζα. Η λυχνία αυτή είναι συνήθως ένα κηροπήγιο με επτά κεριά που ανάβουν μόνο κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, είτε όλα, είτε τα τρία κεντρικά.

Σε άλλες παραδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Ταοϊσμό η «Επτάστερος Λυχνία» κι-σινγκ-ντενγκ (七星燈) είναι μία λυχνία με επτά καντήλια που ανάβουν σε αναπαράσταση των επτά αστέρων της Μεγάλης `Αρκτου[7]. Η ύπαρξή της είναι απαραίτητη σε όλους τους ναούς του Ταοϊσμού και τα καντήλια της δεν σβήνουν ποτέ. Κατά τις πρώτες 9 ημέρες της εορτής του ένατου σεληνιακού μήνα, μία επιπλέον λυχνία με 9 συνδεδεμένους λύχνους μπορεί να ανάβεται συμβολίζοντας τα άστρα της Μεγάλης `Αρκτου και δύο ακόμα «βοηθητικά», με τα οποία συναποτελούν τους Εννέα Αυτοκρατορικούς Αστέρες, γιους του Ντου Μι που ορίσθηκαν από την Ταοϊκή Τριάδα να κρατούν τα Βιβλία της Ζωής και του Θανάτου της ανθρωπότητας. Οι λύχνοι αντιπροσωπεύουν το φως των επτά αστέρων και το άναμμά τους πιστεύεται ότι συγχωρεί τις αμαρτίες και επιμηκύνει τον χρόνο ζωής.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις-παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. [1]
  2. JTS Taste of Torah commentary, 18 Ιουνίου 2005
  3. Talmud Tractate Yoma 22b & 39a. [2].
  4. Ο κεντρικός αυτός λύχνος αναφέρεται και ως ner Elohim (λύχνος του Θεού) στο Α΄Σαμουήλ γ΄ 3.
  5. Chanan Morrison, Abraham Isaac Kook, Gold from the Land of Israel: A New Light on the Weekly Torah Portion - From the Writings of Rabbi Abraham Isaac HaKohen Kook, σελ. 239 (Urim Publications, 2006). ISBN 965-7108-92-6
  6. Birnbaum, Philip (1975): A Book of Jewish Concepts. Νέα Υόρκη: Hebrew Publishing Company, σσ. 366–367. ISBN 88482876X.
  7. Jeaneane D. Fowler: An Introduction to the Philosophy and Religion of Taoism: Pathways to Immortality, σελ. 213 (Sussex Academic Press, 2005). ISBN 1-84519-085-8

Πηγές-βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Philip Birnbaum: A Book of Jewish Concepts. Νέα Υόρκη: Hebrew Publishing Company (1975)
  • Jeaneane D. Fowler: An Introduction to the Philosophy and Religion of Taoism: Pathways to Immortality (Sussex Academic Press, 2005). ISBN 1-84519-085-8.
  • Rachel Hachlili: The Menorah, the Ancient Seven-armed Candelabrum: Origin, Form, and Significance (Leiden: Brill, 2001). ISBN 90-04-12017-3.
  • Seth Mandel: The shape of the Menorah of the Temple. Avodah Mailing List, τόμος 12, αρ. 65.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Menorah (Temple) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).