Γκιέργκι Λίγκετι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Λίγκετι με τον γιό του Λούκας, τη σύζυγό του, τον Κόνλον Νανκάροου και τον Μάικλ Ντόχερτυ (από αριστερά προς δεξιά).

Ο Γκιέργι Σάντορ Λίγκετι (ουγγρ. György Sándor Ligeti, 28 Μαΐου 1923 – 12 Ιουνίου 2006) ήταν Ούγγρος συνθέτης του 20ού αιώνα, με σπουδαίο χορωδιακό, οργανικό και οπερατικό έργο. Είναι ευρύτερα γνωστός από το κομμάτι για τσέμπαλο Continuum (Συνεχές) καθώς και τα μουσικά του αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν στην κινηματογραφική ταινία Μάτια ερμητικά κλειστά, καθώς και την 2001:Οδύσσεια του διαστήματος του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Dicsőszentmárton της Ουγγαρίας (ρουμ. Târnava-Sânmărtin), τη σημερινή Ταρναβενί (Târnăveni), στην περιοχή της Τρανσυλβανίας, που ανήκει στη Ρουμανία. Γόνος μιας Ουγγροεβραϊκής οικογένειας, έζησε την παιδική του ηλικία στο σημερινό Κλουζ (ουγγρ. Kolozsvár) και δεν επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του παρά τη δεκαετία του 1990. Στο ωδείο της πόλης αυτής έλαβε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής και αργότερα ιδιωτικά με τον Παλ Κάντοσα στη Βουδαπέστη. Με την εδαφική διευθέτηση της Βιέννης (1940) και την ανάληψη της εξουσίας από τον Horthy, το 1944 διέκοψε τις σπουδές του και εστάλη σε καταναγκαστική εργασία· ο 16χρονος αδελφός του βρέθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μαουτχάουζεν, ενώ οι γονείς του στο αντίπαλο δέος, αυτό του Άουσβιτς. Η μητέρα του υπήρξε η μόνη επιζήσασα από τους κοντινούς του συγγενείς.[εκκρεμεί παραπομπή]

Μετά τον πόλεμο ο Λίγκετι επέστρεψε στη Βουδαπέστη, όπου και συνέχισε τις σπουδές του, αποφοιτώντας το 1949 από την Ακαδημία Μουσικής Φραντς Λιστ. Σπούδασε με τους Παλ Κάντοσα (Pál Kadosa), Φέρεντς Φάρκας (Ferenc Farkas), Ζόλταν Κόνταλυ και Σάντορ Βέρες (Sándor Veress) και στη συνέχεια αφιέρωσε έναν χρόνο στην εθνομουσικολογική μελέτη της ρουμανικής παραδοσιακής μουσικής[1]. Έναν χρόνο μετά επιστρέφει στη Βουδαπέστη, όπου και διδάσκει αρμονία, αντίστιξη και μουσική ανάλυση στο παλιό του σχολείο. Κάτω από την ομπρέλα του κομμουνισμού και ξεκομμένος από τις εξελίξεις στη Δύση, ο Λίγκετι δεν είχε επαφή με τη σύγχρονη μουσική. Τον Δεκέμβριο του 1956, η Ουγγρική Επανάσταση καταστέλλεται από τον Σοβιετικό Στρατό και βρίσκει την ευκαιρία να «δραπετεύσει» στη Βιέννη, όπου και εν τέλει λαμβάνει την αυστριακή υπηκοότητα.

Ταξιδεύοντας στην Κολωνία γνωρίζεται με αρκετούς αβάν-γκαρντ συνθέτες, όπως τον Κάρλχάιντς Στόκχάουζεν και τον Γκότφριντ Μίχαελ Κένιχ, οι οποίοι εργαζόντουσαν στη νεοσύστατη ηλεκτρονική μουσική. Ο Λίγκετι ανακαλύπτει τα νέα μουσικά ύφη και τεχνικές εκτέλεσης των οργάνων, ενώ εργάστηκε και ο ίδιος στο Στούντιο της Κολωνίας· εντούτοις το ηλεκτρονικό του έργο ήταν πτωχό, καθώς ο ίδιος στράφηκε στα ακουστικά όργανα και τον συνδυασμό τους με ηλεκτρονικά μέσα (π.χ. μαγνητοταινία, ηχητικά φίλτρα κλπ). Έργα της περιόδου περιλαμβάνουν τα Apparitions (1958–59), Atmosphères (1961), Aventures (1962), Nouvelles Aventures (1962-65) και Lontano (1967). Στα έργα αυτά βασικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μικροπολυφωνία, τεχνική ιδιαίτερα απτή στα έργα Requiem (1963) και Lux Aeterna (1966), με τα οποία ο Λίγκετι έγινε παγκοσμίως γνωστός. Μια επέκταση της τεχνικής προς το μικροδιαστηματικό κούρδισμα παρατηρείται στο έργο Ramifications (1968-69), ενώ στο Poème symphonique (1962) επιχειρείται μια καθολική χρήση των πειραματισμών της εποχής του.

Το 1973 αναλαμβάνει καθηγητής στην Ανώτατη Μουσική και Θεατρική Σχολή του Αμβούργου (Hochschule für Musik und Theater). Λίγα χρόνια μετά, το 1978 γράφει την όπερα Le Grand Macabre (Ο Μεγάλος Θανατικός), ενώ λίγα χρόνια αργότερα, σε μια αναζήτηση ενός νέου ύφους, κινείται προς το έδαφος της τονικότητας. Στη μουσική σκηνή επιστρέφει το 1982 με το Τρίο για βιολί, κόρνο και πιάνο και για τις επόμενες δύο δεκαετίες παράγει έναν μεγάλο αριθμό έργων. Απ' αυτά, οι Σπουδές για πιάνο, επηρεασμένες από τις σπουδές του Φρεντερίκ Σοπέν, είναι οι πιο γνωστές.

Μετά από χρόνια προβλήματα υγείας, ο Λίγκετι πεθαίνει στα 83 του στη Βιέννη. Αν και ήταν γνωστό πως ήταν άρρωστος για αρκετά χρόνια και πως τα τρία τελευταία του χρόνια χρησιμοποιούσε αναπηρική καρέκλα, η οικογένειά του εντούτοις αρνήθηκε να αποκαλύψει τα λεπτομερή αίτια. Ο γιος του, Λούκας Λίγκετι, είναι επίσης συνθέτης και εκτελεστής κρουστών οργάνων, εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη.

Η μουσική του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χρόνια της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώιμα έργα του Λίγκετι αποτελούν ένα είδος προέκτασης της μουσικής γλώσσας του Μπέλα Μπάρτοκ. Ακόμη και ο πιανιστικός του κύκλος, Musica ricercata, ο οποίος σύμφωνα με τον συνθέτη γράφτηκε με μια «καρτεσιανή προσέγγιση» -ένα είδος επιτομής όλης της μουσικής ιστορίας-, έχει χαρακτηριστεί από έναν βιογράφο του ως «αδελφό έργο» του Μικρόκοσμου του Μπάρτοκ. Ο πιανιστικός κύκλος αποτελείται από 11 κομμάτια: στο πρώτο χρησιμοποιείται ένας μόνο τόνος, το Λα, το οποίο ακούγεται σε πολλαπλές οκτάβες. Μόνο προς το τέλος του κομματιού εισάγεται ένας νέος τόνος, το Ρε. Στο επόμενο κομμάτι του κύκλου χρησιμοποιούνται τρεις τόνοι (Μι♯, Φα♯ και Σολ), στο τρίτο κομμάτι τέσσερις τόνοι και ούτω καθ' εξής. Φτάνοντας στο ενδέκατο και τελευταίο κομμάτι του κύκλου, όλοι οι τόνοι μιας χρωματικής κλίμακας έχουν λάβει χώρα.

Από το 1956 έως τον Μεγάλο Θανατικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την άφιξή του στην Κολωνία αρχίζει να συνθέτει ηλεκτρονική μουσική, βρισκόμενος στο πλάι του Στόκχάουζεν και του Κένιχ, στο ηλεκτρονικό στούντιο της Ραδιοφωνίας της Δυτικής Γερμανίας (WDR). Μόνο δύο του έργα, τα Glissandi (1957) και Artikulation (1958) κάνουν χρήση του μέσου αυτού, πριν επιστρέψει στα φυσικά ακουστικά όργανα. Ένα τρίτο έργο με αρχικό τίτλο Atmosphères και κατόπιν γνωστό ως Pièce électronique Nr. 3 ήταν στα σκαριά· ωστόσο, λόγω των τεχνικών περιορισμών της εποχής του, ο Λίγκετι δεν κατάφερε να το ολοκληρώσει. Εν τέλει, ολοκληρώνεται το 1996 από τους Ολλανδούς συνθέτες Kees Tazelaar και Johan van Kreij, που εργάζονταν στο Ινστιτούτο Ηχολογίας.

Η μετέπειτα μουσική του Λίγκετι φαίνεται επηρεασμένη από τα μέχρι πρότινος πειράματά του με τα ηλεκτρονικά μέσα, καθώς η υφή τους μοιράζεται κοινό έδαφος. Το έργο Apparitions (1958–59) ήταν αυτό που τον έφερε στο διεθνές προσκήνιο, ωστόσο σήμερα είναι περισσότερο γνωστός για το έργο Atmosphères. Γραμμένο το 1961 για μεγάλη ορχήστρα, δεν σχετίζεται μουσικά με το ομώνυμο ηλεκτρονικό κομμάτι του, αν και οι αισθητικές προθέσεις είναι παρόμοιες. Από τα τέσσερα βασικά στοιχεία της μουσικής -μελωδία, αρμονία, ρυθμός και χροιά- εδώ χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά μόνο το τελευταίο, και επικεντρώνεται έτσι στην υφή του ήχου αυτού καθεαυτού -μια τεχνική γνωστή ως ηχητικές μάζες. Το έργο αρχίζει με το μεγαλύτερο ίσως κλάστερ που έχει γραφτεί ποτέ -μια συγχορδία αποτελούμενη από όλες τις νότες μιας χρωματικής κλίμακας, σε έκταση πέντε οκτάβων. Κάθε ένας από τους 56 εκτελεστές εγχόρδων παίζει και μια διαφορετική νότα, δίνοντας ένα αποτέλεσμα μιας τεράστιας, αλλά ήσυχης, ηχητικής μάζας που συνεχώς μεταβάλλεται -ένα σύνολο από συγχορδίες, που η καθεμία «λιώνει» μέσα στην επόμενη.

Το Ρέκβιεμ για σοπράνο, μέτζο-σοπράνο, πεντάφωνη χορωδία και ορχήστρα αποτελείται από τέσσερις κινήσεις και μοιράζεται το ίδιο χρωματικό στυλ του Atmosphères. Μετά το αρχικό Introitus, ακολουθεί το Κύριε, μια τεραστίων διαστάσεων χορωδιακή φούγκα για 20 φωνές, όπου ο ρόλος της αντίστιξης τελείται ως προς το ηχητικό υλικό -μελισματικές μάζες που η μία διαπερνά την άλλη και εναλλάσσονται με στιγμιότυπα περίπλοκων διαστηματικών πήδων. Απόσπασμα του μέρους αυτού χρησιμοποιήθηκε και στην ταινία "2001:Οδύσσεια του Διαστήματος", το οποίο στην ταινία ακολουθείται και από την έναρξη του Atmosphères. Η προτελευταία κίνηση του Ρέκβιεμ, de Die Judicii Sequentia, αποτελεί ένα παλίμψηστο αντιθέσεων: δυναμικές fff (πολύ δυνατά) αντιπαραβάλλονται με ppp (πολύ σιγανά), ηχητικές μάζες «εναντίον» σολίστ κλπ., ενώ στο τελικό Lacrimosa η χορωδία είναι βουβή και μόνο το βουερό τραγούδι των σολίστ συνοδεύεται από την ορχήστρα.

Ακόμη ένα κομμάτι με λατινικό κείμενο είναι και το Lux Aeterna (Αιώνιο Φως): γραμένο για 16 a cappella φωνές, προσιδιάζει στους μετρικούς κανόνες του αναγεννησιακού συνθέτη Γιοχάνες Όκεγχεμ, με αποτέλεσμα μια παρόμοια αισθητική. Η αρμονία που χρησιμοποιεί βασίζεται στο διάστημα μιας δεύτερης (=τόνος) παρά της κλασικής τρίτης, δημιουργώντας μια παράδοξα πυκνή και συνάμα διάφανη υφή.

Τα έργα Aventures (Περιπέτειες) και Nouvelles Aventures (Νέες περιπέτειες) αποτελούν μιμοδράματα, όπου επτά όργανα συνοδεύουν τρεις τραγουδιστές, που αντί κειμένου ερμηνεύουν αποκλειστικά φωνήεντα. Το αποτέλεσμα είναι μια αόριστη και ακαθόριστη αισθητική, που -όπως δηλώνει και ο συνθέτης- «κάτι συμβαίνει, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς, κι εσείς επίσης δεν ξέρετε». Στον μανιερισμό των συνθέσεων αυτών αντιπαρατίθενται μεταξύ τους οι ακραίες εκφάνσεις των συναισθημάτων -από την πλήρη υστερία μέχρι τον τετριμμένο διάλογο- και επιτυγχάνεται μια αλληλεπίδραση μεταξύ των εκτελεστών και του κοινού. Κατά τα πρότυπα του πειραματισμού, το έργο συμπεριλαμβάνει την παρωδία ενός χορικού, καθώς και ηχητικά εφφέ όπως ένα χαρτί που σκίζεται και βόλους που κινούνται εντός δοχείου -ένα χιουμοριστικό «κλείσιμο του ματιού» στους πειραματιστές Μαουρίτσιο Κάγκελ, Ντίτερ Σνέμπελ και βέβαια τον Στόκχάουζεν.

Από τη δεκαετία του 1970 ο Λίγκετι απομακρύνεται από το ηχητικό στοιχείο του χρωματισμού και επικεντρώνεται στον ρυθμό. Η τάση αυτή βρίσκει την απόλυτη έκφρασή της στα κομμάτια Continuum (1968) και Clocks and Clouds (1972–73), χωρίς να έχει έρθει σε επαφή με τη μινιμαλιστική μουσική του Στηβ Ράιχ και του Τέρρυ Ράιλι. Αργότερα θα γράψει την Αυτοπροσωπογραφία με τον Ράιχ και τον Ράιλι (και τον Σοπέν στο υπόβαθρο), επιβεβαιώνοντας τη συμπόρευσή του με το μινιμαλιστικό ρεύμα. Στις επιρροές του συγκαταλέγεται και το ρυθμικό στοιχείο της Αφρικανικής Μουσικής, ιδιαιτέρως αυτή των Πυγμαίων, όπως άλλωστε είχε συμβεί και με τον Ράιχ και τον Ολιβιέ Μεσιάν στο παρελθόν.

Κατά την ίδια δεκαετία ολοκληρώνει τη μοναδική του όπερα, τον Μεγάλο Θανατικό (Le Grand Macabre), έργο που βασίζεται στο θεατρικό La Balade du grand macabre (1934), του Βέλγου δραματουργού Michel de Ghelderode. Πρόκειται για έργο με έντονο το στοιχείο του παραλόγου, με πλήθος εσχατολογικές αναφορές όσον αφορά τη μορφή του θανάτου σε όλες του τις εκφάνσεις.

Η δεκαετία του 1980 και το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική του μετά τον Μεγάλο Θανατικό εστιάζει στο ρυθμικό στοιχείο, με έντονη την μηχανιστική αισθητική. Ο ιδιωματισμός του χρωματισμού αντικαθίσταται από την εναλλαγή μείζονων και ελάσσονων συγχορδιών, αλλά και τη χρήση τροπικής αρμονίας. Αξιοσημείωτο παραμένει το Κοντέρτο για Πιάνο (1985-1988), που ο συνθέτης παρομοιάζει ως το Αισθητικό Πιστεύω του. Σημαντικές επίσης είναι οι Σπουδές για πιάνο (Τόμος I, 1985· Τόμος II, 1988–94· Τόμος III, 1995–2001), οι οποίες αντλούν υλικό από πολύ διαφορετικές πηγές, όπως τη μουσική Γκαμελάν του Μπαλί, τον τζαζ πιανίστα Τελόνιους Μονκ, την πολυρυθμία της Αφρικανικής Μουσικής, τον Μπάρτοκ, τον Κόνλον Νανκάροου και τον Μπιλ Έβανς. Στο ίδιο μήκος κύματος συγκαταλέγονται το Τρίο για κόρνο (1982), το Κοντσέρτο για βιολί (1992) και η συλλογή μαδριγαλίων Nonsense Madrigals («Παράλογα Μαδριγάλια»), ένα εκ των οποίων αποτελεί μελοποίηση του αλφαβήτου.

Τα τελευταία έργα του Λίγκετι είναι το Hamburg Concerto για κόρνο και ορχήστρα δωματίου (1998–99, αναθεωρ. 2003) -το οποίο και αφιέρωσε στη Γερμανίδα κορνίστα Marie Luise Neunecker-, ο κύκλος τραγουδιών Síppal, dobbal, nádihegedüve (Με πίπιζες, τύμπανα και βιολιά - 2000), και τέλος η 18η σπουδή για πιάνο Canon (2001).

Εργογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπερες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Le Grand Macabre (Ο Μεγάλος Θανατικός — 1975–77, δεύτερη έκδοση 1996)

Ορχηστρικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Concert românesc (1951)
  • Apparitions (1958–59)
  • Atmosphères (1961)
  • Lontano (1967)
  • Ramifications (1968–69), για ορχήστρα εγχόρδω ή 12 σόλο έγχορδα
  • Chamber Concerto, για 13 εκτελεστές οργάνων (1969–70)
  • Melodien (1971)
  • San Francisco Polyphony (1973–74)

Κοντσερτάντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κοντσέρτο για βιολοντσέλο, για τον Siegfried Palm (1966)
  • Διπλό κοντσέρτο, για φλάουτο, όμποε και ορχήστρα (1972)
  • Κοντσέρτο για πιάνο (1985–88)
  • Κοντσέρτο για βιολί (1992)
  • Hamburg Concerto, Κοντσέρτο για κόρνο και ορχήστρα δωματίου, με 4 obbligato (υποχρεωτικά) φυσικά κόρνα (1998–99, αναθεωρ. 2003)

Φωνητικά/Χορωδιακά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Idegen földön, Betlehemi királyok, Bujdosó, Húsvét, Magány, Magos kősziklának, (1946)
  • Three Weöres Songs, για φωνή και πιάνο (1946–47)
  • Lakodalmas (1950)
  • Hortobágy (1951)
  • Haj, ifjuság (1952)
  • Five Arany Songs, για φωνή και πιάνο (1952)
  • Inaktelki nóták, Pápainé (1953)
  • Mátraszentimrei dalok, Éjszaka (Νύχτα), Reggel (Αυγή), για χορωδία a cappella (1955)
  • Aventures (1962)
  • Nouvelles Aventures (1962–65)
  • Requiem, για σοπράνο και μέτζο-σοπράνο σόλο, μεικτή χορωδία και ορχήστρα (1963–65)
  • Lux Aeterna, για 16 σόλο φωνές (1966)
  • Clocks and Clouds, για 12 γυναικείες φωνές (1973)
  • Three Fantasies After Friedrich Hölderlin, για 16 φωνές (1982)
  • Magyar Etüdök, για 16 φωνές σε κείμενο του Sandor Weöres (1983)
  • Nonsense madrigals, για 6 ανδρικές φωνές (1988–1993)
  • Síppal, dobbal, nádihegedűvel («Με πίπιζες, τύμπανα και βιολιά») (2000)

Μουσική δωματίου/Οργανικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σονάτα για σόλο βιολοντσέλο (1948/1953)
  • Andante and Allegretto, για κουαρτέτο εγχόρδων (1950)
  • Baladă şi joc (Μπαλάντα και Χορός), για δύο βιολιά (1950)
  • Έξι Μπαγκατέλλες για κουιντέτο πνευστών (1953)
  • Κουαρτέτο εγχόρδων No. 1 Métamorphoses nocturnes (1953–54)
  • Κουαρτέτο εγχόρδων No. 2 (1968)
  • Δέκα κομμάτια για κουιντέτο πνευστών (1968)
  • Τρίο για βιολί, κόρνο και πιάνο (1982)
  • Hommage à Hilding Rosenberg (Αφιέρωμα στον Hilding Rosenberg), για βιολί και βιολοντσέλο (1982)
  • Σονάτα για σόλο βιόλα (1991–94)

Έργα για πληκτροφόρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιάνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Induló (Εμβατήριο), για τέσσερα χέρια (1942)
  • Polifón etüd (Πολυφωνική σπουδή), για τέσσερα χέρια (1943)
  • Allegro, για τέσσερα χέρια (1943)
  • Capriccio nº 1 & nº 2 (1947)
  • Invention (1948)
  • Három lakodalmi tánc (Τρεις Γαμήλιοι Χοροί), για τέσσερα χέρια (1950)

(I. A kapuban a szeker, II. Hopp ide tisztan, III. Csango forgos)

  • Σονατίνα, για τέσσερα χέρια (1950)
  • Musica ricercata (1951–1953)
  • Chromatische Phantasie (1956)
  • Trois Bagatelles (1961)
  • Τρία κομμάτια για δύο πιάνα (1976)

(I. Monument, II. Selbstportrait mit Reich und Riley (und Chopin ist auch dabei), III. In zart fliessender Bewegung)

  • Études pour piano, Book 1, six etudes (1985)
  • Études pour piano, Book 2, eight etudes (1988–94)
  • Études pour piano, Book 3, four etudes (1995–2001)

Όργανο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ricercare - Omaggio a Girolamo Frescobaldi (1951)
  • Volumina (1961–62, αναθεωρ. 1966)
  • Δύο σπουδές για όργανο: Harmonies (1967); Coulée (1969)

Τσέμπαλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Continuum (1968)
  • Passacaglia ungherese (1978)
  • Hungarian Rock (Chaconne) (1978)

Ηλεκτρονική μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Glissandi, ηλεκτρονική μουσική (1957)
  • Artikulation, ηλεκτρονική μουσική (1958, ηχογράφηση συγχρονισμένη με γραφική παρτιτούρα)

Διάφορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συμφωνικό Ποίημα για 100 μετρονόμους (1962)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Paul Griffiths, "Ligeti, György (Sándor)", The New Grove Dictionary of Music and Musicians, second edition, edited by Stanley Sadie and John Tyrrell (London: Macmillan Publishers, 2001).
  • Steinitz, Richard. 2003. György Ligeti: Music of the Imagination. London: Faber and Faber. ISBN 0-571-17631-3; Boston: Northeastern University Press. ISBN 1555535518.
  • Toop, Richard. 1999. György Ligeti. London: Phaidon Press. ISBN 0714837954.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα György Ligeti της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).