Μαδριγάλι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το μαδριγάλι είναι είδος κοσμικής, πολυφωνικής, φωνητικής μουσικής που άνθισε την εποχή της Αναγέννησης. Πρωτοεμφανίζεται στην Ιταλία του 14ου αιώνα και λαμβάνει δύο κύριες μορφές: το μαδριγάλι του τρετσέντο (ιτ. trecento = τριακόσια· αναφέρεται στην εποχή του 1300 μ.Χ.) και το κυρίως ειπείν μαδριγάλι του 16ου και 17ου αιώνων, που εμφανίζεται και εκτός Ιταλίας. Αργότερα αναπτύσσονται και άλλοι τύποι, όπως το αγγλικό μαδριγάλι και το μαδριγάλι κοντσερτάντο, ενώ αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη άλλων ειδών φωνητικής μουσικής, όπως η σανσόν, η καντάτα και τέλος η άρια. Το ζενίθ του φτάνει στα μέσα του 16ου αιώνα, αποτελώντας το κυρίαρχο είδος κοσμικής φωνητικής μουσικής. Στις αρχές του 17ου αιώνα το μαδριγάλι εκτοπίζεται σταδιακά από την άνοδο της μονωδίας, το νέο ύφος που οδηγεί στην εδραίωση της όπερας.

Μουσικολογικά, προέρχεται από τη στροφική φρόττολα, ωστόσο το μαδριγάλι συνήθως δεν έχει επαναλήψεις και αποτελεί αυτό που στα αγγλικά ονομάζεται through-composed (ελεύθερη απόδοση: "διαπερατή σύνθεση"). Σ' αυτόν τον τύπο σύνθεσης, οι συνθέτες επιχειρούν να αποδώσουν με μουσικό τρόπο το νόημα του κειμένου όχι συνολικά, αλλά της κάθε φράσης ξεχωριστά, ή ακόμα και τονίζοντας συγκεκριμένες λέξεις-κλειδιά.

Ετυμολογικά, η λέξη μαδριγάλι έχεις τρεις ενδεχόμενες προελεύσεις:

  1. materialis (υλικό), υπό την έννοια του κοσμικού, καθώς το μαδριγάλι είναι είδος κοσμικής μουσικής.
  2. matricalis (μητρικό), υπό την έννοια της μητρικής γλώσσας, καθώς στο μαδριγάλι χρησιμοποιούνται τα ιταλικά, και όχι τα -καθιερωμένα στη μουσική- λατινικά.
  3. mandrialis (ποιμενικό), καθώς τα περισσότερα πρώιμα μαδριγάλια είχαν βουκολική θεματολογία.

Το μαδριγάλι του τρετσέντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μαδριγάλι του τρετσέντο είναι συνήθως για δύο ή τρεις φωνές, όπου την κύρια φωνή μιμείται με πιο απλοϊκό τρόπο η δεύτερη (ή τρίτη) φωνή. Τα κείμενα -με κεντρικό θέμα την αγάπη και τον έρωτα- είναι μάλλον λιτά και η δομή τους απλή (2-3 τρίστιχα με επωδό, ή ομοιοκατάληκτο δίστιχο)· κύριοι ποιητές του είδους υπήρξαν οι Βοκκάκιος, Πετράρχης, Σακέττι και Σολντανιέρι.

Υπότυπος του είδους υπήρξε και το μαδριγάλι-κανόνας, στο οποίο οι δύο φωνές είναι γραμμένες σε κανόνα, ενώ η τρίτη (συνήθως ο τενόρος) αποτελεί ελεύθερη γραμμή. Το είδος αυτό αναπτύχθηκε το β΄ μισό του 14ου αιώνα και αντλεί την προέλευσή του από την αντιστικτική κάτσια.

Κύριοι εκφραστές του είδους είναι ο Τζάκοπο ντα Μπολόνια, ο Τζιοβάννι ντα Φιρέντσε και ο Φραντσέσκο Λαντίνι.

Το μαδριγάλι του 16ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά στο κείμενο, επικρατεί ο Βοκκάκιος και ο Πετράρχης και αργότερα οι ποιητές Αριόστο, Τάσσο και Πιέτρο Μπέμπο. Προς το τέλος του 16ου αιώνα προτιμώνται οι ελεύθεροι στίχοι (rime libere), κατά την προτροπή και του Ιταλού θεωρητικού της μουσικής Τζοζέφο Τσαρλίνο (1558). Χρησιμοποιούνται συνδυασμοί δύο έως οκτώ φωνών, αν και τα περισσότερα είναι για τρεις έως έξι φωνές. Το μελοποιημένο κείμενο είναι πάντα κοσμικό, ποιήματα και μικρά πεζά κείμενα• στον αντίποδα βρίσκεται το μοτέτο, όπου χρησιμοποιούνται εδάφια της Αγίας Γραφής, αλλά όχι τα μέρη της λειτουργίας. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η απουσία συνοδείας (εκτελούνται δηλαδή a cappella) αν και ορισμένοι συνθέτες, όπως ο Ιταλός Κάρλο Τζεζουάλντο, ενθάρρυναν τη μερική χρήση οργάνων.