Βοώτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βοώτης
Βοώτης
πατήστε για μεγαλύτερη εικόνα
Συντομογραφία Boo
Λατινικό όνομα Bootes
Γενική Bootis
Έκταση 906,8 τετ. μοίρες (2,198%)
Κατάταξη 13ος
Αριθμός άστρων
(μέγεθος ? 6,5)
144
Πλήρως ορατός σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 90°N - 35°S

Βοώτης (Λατινικά: Bootes, συντομογραφία: Boo) είναι αστερισμός που σημειώθηκε πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και είναι ένας από τους 88 επίσημους αστερισμούς που θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση.
Ο μεγάλος αυτός αστερισμός βρίσκεται στο βόρειο ημισφαίριο της ουράνιας σφαίρας, πλην όμως είναι αμφιφανής στην Ελλάδα. Συνορεύει με 8 διαφορετικούς αστερισμούς, τους: Δράκοντα, Μεγάλη `Αρκτο, Θηρευτικούς Κύνες, Κόμη Βερενίκης, Παρθένο, `Οφι (το τμήμα της κεφαλής), Βόρειο Στέφανο και Ηρακλή.


Ονομασίες και ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία Βοώτης εμφανίζεται στην Οδύσσεια, και επομένως βρίσκεται σε χρήση για σχεδόν 3.000 χρόνια, αν και αρχικά σήμαινε μόνο το φωτεινότερο αστέρα του. Η ετυμολογία της προέρχεται κατά μία εκδοχή από το βους (βόδι) και το ωθείν (την καθοδήγηση, το σπρώξιμο), δηλαδή τον έβλεπαν ως τον οδηγό της ομηρικής `Αμαξας (Μεγάλη `Αρκτος). Αλλά στους νεότερους χρόνους τον φαντάσθηκαν (Εβέλιος) ως τον κυνηγό που οδηγεί τους Θηρευτικούς Κύνες κυνηγώντας την `Αρκτο γύρω από το βόρειο ουράνιο πόλο: Ο `Αγγλος ποιητής Καρλάιλ γράφει στο Sartor Resartus:

«Τι να σκέφτεται ο Βοώτης γι'αυτούς, καθώς οδηγεί τα κυνηγόσκυλά του πάνω απ' το ζενίθ;»

Μία άλλη ετυμολόγηση είναι από το βοητής (βουερός, θορυβώδης), εξαιτίας των κραυγών του οδηγού προς τα ζώα του ή του κυνηγού καθώς κυνηγά. Σε λατινικές μεταφράσεις της Αλμαγέστης η ιδέα αυτή δίνει τις ονομασίες Vociferator, Vociferans, Clamans, Clamator και Plorans. Ακόμα, Canis Latrans (ο σκύλος που γαυγίζει), που ο Aben Ezra έδωσε στα άστρα του με το εβραϊκό Kelebh hannabah. Οι `Αραβες απέδωσαν την παρόμοια άποψή τους για τον αστερισμό με το Al Awwa. Ο Στάτιος αποκαλεί το Βοώτη Portitor Ursae, ο Βιτρούβιος Custos ή Custos Arcti και ο Οβίδιος Custos Erymanthidos Ursae.

Αρκετά συνηθισμένα ήταν και τα ονόματα Αρκτοφύλαξ και Αρκτούρος (ο φύλακας και ο φρουρός της αρκούδας), με το πρώτο συνήθως να χρησιμοποιείται για τον αστερισμό και το δεύτερο για τον φωτεινότερο αστέρα του, όπως συμβαίνει στο Γεμίνο, τον Πτολεμαίο και στα Φαινόμενα του Αράτου. Οι μεταφραστές του Αράτου όμως συγχέουν τα δύο ονόματα, παρότι ο Κικέρων γράφει κάπου καθαρά: "Arctophylax, vulgo qui dicitur esse Bootes". Με αυτή την μεταγραφή στα λατινικά, ή την Artophilaxe, και ως Arcturus, αμφότερες οι ονομασίες επιβιώνουν για τον αστερισμό μέχρι και το 18ο αιώνα μ.Χ.. Ο μεσαιωνικός `Αγγλος ποιητής Τσόσερ (Chaucer) γράφει για "ye sterres of Arctour". `Αλλες ελληνικές ονομασίες ήταν Κάνδαος και Κανδάων, ενώ κάποιος σχολιαστής του Αράτου απεκάλεσε τον αστερισμό Τρυγετής, επειδή πρωτογινόταν ορατός κάθε χρόνο πριν την ανατολή του Ηλίου όταν πλησίαζε ο καιρός του τρύγου, παρόμοια με τον αστέρα ε της Παρθένου. Η ονομασία Alkalurops, ή Incalurus στους Αλφόνσειους Πίνακες προέρχεται από το ελληνικό Καλαύροψ, το ραβδί του βοσκού, που τώρα είναι η ιδιαίτερη ονομασία του αστέρα μ Βοώτου. Το ραβδί, που τελικώς «μετατράπηκε» σε λόγχη, έδωσε το συνηθισμένο στους `Αραβες Al Ramih, από όπου τα Αναγεννησιακά Aramech, Ariamech κ.ά. παραλλαγές, ή το Al Hamil Luzz (ο λογχοφόρος), το Kolanza του Ριτσιόλι. Ομοίως ο Bayer ανέφερε ότι σε έναν τουρκικό (;;) χάρτη ήταν γραμμένος ως Οϊστοφόρος (ο φέρων βέλος-η), και αλλού Sagittifer και Lanceator. Επίσης, το εναλλακτικό Al Haris al Sama στην αραβική γραμματεία ήταν αρχικά για τον φωτεινότερο αστέρα, αλλά τελικά αποδόθηκε σε όλο τον αστερισμό.

Ο `Αγγλος ανατολιστής Robert Brown, Jr., αναφέρει ότι ο Βοώτης ήταν γνωστός στην Ασσυρία ως Riu-but-same, (οδηγός βοοειδών). Αντίθετα, ο Βοώτης στη μεσαιωνική Πολωνία σχημάτιζε τον Ogka, τον ρυμό της πολύ εκτεταμένης τους Ουράνιας `Αμαξας (Woz Niebeski).

Αλλά μήπως υπήρχε κάποια αντιστοίχιση του ανώνυμου οδηγού, βουκόλου, κυνηγού, κλπ. με ένα συγκεκριμένο, μυθολογικό ή άλλο, πρόσωπο; Πραγματικά, υπήρχε, αλλά χωρίς ομοφωνία. Για μερικούς ήταν ο Λυκάων, ο πατέρας ή παππούς της Καλλιστώς, όταν η νύμφη ταυτιζόταν με τη Μεγάλη `Αρκτο — ή ο Αρκάς, ο γιος της (Οβίδιος). Για άλλους ήταν ο Βορρέας (Septentrio), από τη θέση του στον ουρανό, ξεκλέβοντας έτσι έναν από τους τίτλους των `Αρκτων. Για κάποιους άλλους ήταν ο Φιλόμηλος. Οι διαφορετικές απόψεις των Ελλήνων (το χαρακτηριστικό τους) τελείωναν με όσους θεωρούσαν τον Βοώτη ως τον Ικάριο ή Ικαρίωνα, τον άτυχο αυτό Αττικό ήρωα που πρωτοκαλλιέργησε το αμπέλι, και ταυτόχρονα την κόρη του Ηριγόνη ως την Παρθένο και το πιστό τους σκυλί, τη Μαίρα, ως τον Σείριο ή τον Πρόκυνα. Από αυτή την ταύτιση προήλθε το Icarii boves για το βόδια του Βοώτη (Προπέρτιος). Εδώ ας σημειωθεί η συσχέτιση και πάλι με το αμπέλι, και το γεγονός ότι το επιπεδόσφαιρο του Kircher έδειχνε ένα αμπέλι στη θέση της παραδοσιακής μορφής του αστερισμού. Οι άνθρωποι του Μεσαίωνα ήξεραν τον Βοώτη ως τον `Αγιο Συλβέστρο. Σύμφωνα με τον Καίσιο ίσως ήταν ο Προφήτης Αμώς. Αλλά για τον Weigel ήταν τα Τρία Σουηδικά Στέμματα. Το τελευταίο υπενθυμίζει ότι όταν πρωτοσημειώθηκε ο Βοώτης, περιελάμβανε ίσως και τον σημερινό αστερισμό Βόρειο Στέφανο, εκτός από τους Θηρευτικούς Κύνες (πράγμα βέβαιο).

Η πρότυπη μορφή του αστερισμού χρειάζεται οκτώ ολόκληρες ώρες για να δύσει από τα γεωγραφικά πλάτη της νότιας Ευρώπης και ακόμα και τότε το χέρι του δεν εξαφανίζεται κάτω από τον ορίζοντα, γεγονός πιο εμφανές πριν από 3.000 χρόνια εξαιτίας της μεταπτώσεως του γήινου άξονα. Αυτό εξηγεί το χαρακτηρισμό που του έδωσε ο Όμηρος: «οψέ δύων», αργός στη δύση του. Λιγότερο λακωνικός, ο Άρατος γράφει: «όταν κουραστεί απ' τη μέρα, εξίσου βραδυχρονίζει πάνω απ' το μισό της νύχτας». Το αντίθετο συμβαίνει όταν ανατέλλει σε οριζόντια στάση, από όπου και το επίθετο «αθρόος» («όλος μαζί») του Αράτου.

Οι απεικονίσεις της μορφής στους ιστορικούς άτλαντες των ουρανών είναι συνήθως ενός κυνηγού (εξοπλισμένου με κυνηγετικά όπλα), ώριμου άνδρα στις μεταγενέστερες αναπαραστάσεις και γενικά νεότερου στις παλαιότερες, που κρατά με το δεξί του χέρι τα λουριά των Θηρευτικών Κυνών.

Τέλος, ενδιαφέρον είναι ότι ο Βοώτης μαζί με την «άρκτο-άμαξα», τον Ωρίωνα, τις Υάδες, τις Πλειάδες και τον Σκύλο με τον Σείριο είναι οι μοναδικοί αστρικοί σχηματισμοί που αναφέρονται από τους δύο μεγάλους επικούς ποιητές, τον `Ομηρο και τον Ησίοδο. Ο μεταφραστής του δεύτερου T. Cooke δίνει ένα καλό λόγο: «τα ονόματα που φυσιολογικά ταιριάζουν σε εξάμετρο στίχο», αφού φαίνεται παράλογο οι μεγάλοι αυτοί ποιητές να μη γνώριζαν άλλους αστερισμούς.

Οι φωτεινότεροι αστέρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αργκελάντερ απέδιδε στον Βοώτη 85 αστέρες ορατούς με γυμνό μάτι, ενώ ο Heis 140. Λογικό είναι οι κυριότεροι αστέρες του μεγάλου (περίπου 50 επί 30 μοίρες) αυτού αστερισμού να είναι αρκετά φωτεινοί ώστε να έχουν και δικά τους ιδιαίτερα ονόματα.

  • Ο αστέρας α Βοώτου είναι και ο φωτεινότερος, με φαινόμενο μέγεθος -0,05, και κάτι περισσότερο: Είναι ο φωτεινότερος σε ολόκληρο το βόρειο ημισφαίριο του γήινου ουρανού. Για το λόγο αυτό υπήρξε αντικείμενο θαυμασμού και ενδιαφέροντος από την απώτατη αρχαιότητα και μάλλον ένα απ' τα πρώτα άστρα που πήρε το δικό του όνομα: Αρκτούρος, όπου και παραπέμπουμε.
  • Ο αστέρας β Βοώτου είναι πολύ αμυδρότερος του α (φαιν.μέγεθος 3,50), αλλά γνωστός με το όνομα Νεκάρ (Nekkar).
  • Ο αστέρας γ (φαιν.μέγεθος 3,03) είναι ο Σεγίνος (Seginus), όπως καθιερώθηκε από τον `Ατλαντα του Burritt.
  • Ο δ Βοώτου, που ορίζει τον δεξιό ώμο της μορφής του Βοώτου, είναι διπλός, ο Σ27a στον κατάλογο του Struve, με φαιν.μεγέθη 3,47 και 7,84, αλλά δεν έχει ιδιαίτερο όνομα. Ορατός ως διπλός και με καλά κιάλια (διαχωρισμός 104,9 arcsec), έχει φασματικούς τύπους G8 III και G0.
  • Ο ε (επίσης διπλός, φαιν.μεγέθη 2,5 και 5) είναι γνωστός ως Ιζάρ ή Περίζωμα από τη θέση του στη μέση της μορφής του Βοώτου.
  • Οι αστέρες ζ, ξ, ο και π ήταν γνωστοί στην Κίνα ως Tso She Ti, ο Αξιωματικός στα αριστερά του Αυτοκράτορα. Ο ζ είναι διπλός (φαινόμενα μεγέθη 3,78 και 4,43) με πολύ μικρό διαχωρισμό και φάσματα A2. Οι ξ, ο έχουν φαινόμενα μεγέθη 4,5 , 4,6 και ο π είναι διπλός με το καθένα από τα μέλη του, π1 και π2, επίσης διπλό (φαιν.μεγέθη 4,86 και 4,94 για τον π1, 5,77 και 5,88 για τον π2).
  • Ο η Βοώτου (φαιν.μέγεθος 2,68) είναι γνωστός με το όνομα Μουφρίντ.
  • Οι αστέρες θ, ι και κ Βοώτου ονομάσθηκαν `Ονοι (Πρώτος, Δεύτερος και Τρίτος, αντίστοιχα) από τον Bayer, αλλά το όνομα αυτό (Asellus) είναι πολύ γνωστότερο για τους αστέρες της Φάτνης στον Καρκίνο. Σημειώνουν δάκτυλα του σηκωμένου αριστερού χεριού της μορφής του Βοώτου και στην Κίνα ήταν η Tseen Tsang, η Ουράνια Λόγχη. Ο θ είναι απλός με φαιν.μέγεθος 4,05, ο ι τριπλός (φαινόμενα μεγέθη 4,75 και 8,27) και ο κ διπλός με το καθένα από τα μέλη του, κ1 και κ2, επίσης διπλό (φαιν.μεγέθη 6,58 και 6,69 για τον κ1, 4,52 και 4,54 για τον κ2).
  • Ο λ Βοώτου (φαιν.μέγεθος 4,18 και φασματικός τύπος A0p) ήταν μαζί με τους θ, ι και κ γνωστοί στους `Αραβες με το όνομα Al Aulad al Dhibah, (= τα κουτάβια από τις ύαινες).
  • Ο μ Βοώτου είναι στην πραγματικότητα πενταπλός αστέρας, τα μέλη του οποίου διακρίνονται στον τριπλό μ1 και στον διπλό μ2. Η ιδιαίτερη ονομασία του είναι, όπως αναφέρθηκε και στην πρώτη ενότητα, Αλκαλούροψ ή Incalurus και προέρχεται από το ελληνικό Καλαύροψ, το ραβδί. Μαζί με τους β, γ και δ σχηματίζει ένα τραπέζιο, πολύ μεγαλύτερο αλλά και πιο άγνωστο στους ερασιτέχνες αστρονόμους από το Τραπέζιο του Ωρίωνος, που σχηματίζουν οι αστέρες του θ Ωρίωνος. Το τραπέζιο του Βοώτου ήταν ένας από τους αρχικούς αστερισμούς των Αράβων, πριν αυτοί υιοθετήσουν τους ελληνικούς, οι Al Dhibah, οι Λύκαινες ή οι `Υαινες δηλαδή, τα κουτάβια των οποίων ήταν ο λ και οι γειτονικοί του αστέρες.
  • Ο ν είναι διπλός με τους ν1 και ν2 ίσου μεγέθους (5,0) αλλά πολύ διαφορετικών φασματικών τύπων (K4 III και A5 V).
  • Οι αστέρες ρ και σ (φαιν.μεγέθη 3,58 και 4,47) ήταν γνωστοί στην Κίνα ως Kang Ho, ένα ποτάμι.
  • Ο τ είναι λευκοκίτρινος υπογίγαντας (φασμ. τύπου F6 IV) με φαινόμενο μέγεθος 4,50 και μαζί με τον υ (φαιν.μέγεθος 4,07) σημειώνουν το άκρο του αριστερού ποδιού της μορφής. Ο τ είναι διάσημος για το ότι γύρω του περιφέρεται κάθε 3,3128 ημέρες ένας εξωηλιακός πλανήτης, από τους πρώτους που ανακαλύφθηκαν (δεκαετία 1990). Ο πλανήτης αυτός έχει μάζα πάνω από 4 φορές τη μάζα του Δία. Το σύστημα αστέρα-πλανήτη απέχει από τη Γη 50,89 έτη φωτός.
  • Ο ψ και ο ω Βοώτου είναι πορτοκαλί γίγαντες με φαιν.μεγέθη 4,54 και 4,80 αντιστοίχως.
  • Ακόμα και ο 38 Βοώτου (μετά το τέλος των μικρών ελληνικών γραμμάτων του Bayer χρησιμοποιείται συνήθως ο «αριθμός Flamsteed» — τέτοιο αριθμό έχει και ο καθένας από τους προηγούμενους αστέρες, απλώς συνηθίζονται τα πεζά ελληνικά γράμματα) είναι γνωστός με το ιδιαίτερο όνομα Μέργκα.

Λοιπά αξιοσημείωτα στον αστερισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

- Ευρισκόμενος σε μία κατεύθυνση μακριά από το γαλαξιακό επίπεδο, ο αστερισμός αυτός είναι πλούσιος σε μακρινούς γαλαξίες, αλλά είναι σχετικώς αμυδροί. Ο φωτεινότερος από αυτούς είναι ο NGC 5248 στα σύνορα με την Παρθένο, ελλειπτικός, με φαινόμενο μέγεθος 10,3. Στον ραβδωτό σπειροειδή γαλαξία NGC 5874, που απέχει από τη Γη 165 εκατομμύρια έτη φωτός, ανακαλύφθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1999 από το αυτόματο τηλεσκόπιο KAIT (ΗΠΑ) υπερκαινοφανής αστέρας (σουπερνόβα) 18ου μεγέθους κατά την ανακάλυψη.

- Το μακρινότερο ίσως αντικείμενο στο Βοώτη είναι ο ελλειπτικός γαλαξίας-ραδιοπηγή κβάζαρ 3C 295: υπολογίσθηκε ότι απέχει 5 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη. Ανήκει στο σμήνος γαλαξιών CL 1409+524. `Αλλος κβάζαρ στο Βοώτη είναι ο H 1413+117 που δημιουργεί το βαρυτικό φακό «Φύλλο Τριφυλλιού» ("Cloverleaf").

- Στις 23 Ιανουαρίου 1999 ανακαλύφθηκε η έκρηξη ακτίνων γ GRB 990123, η πρώτη της οποίας το οπτικό αντίστοιχο παρατηρήθηκε ταυτόχρονα. Μέγιστο φαινόμενο μέγεθος στο ορατό φως 9, περίπου 50 sec μετά την έναρξη καταγραφής ακτίνων γ. Πιθανώς φορέας της είναι γαλαξίας 24ου μεγέθους.

- Ο πάλσαρ (pulsar) J1518+4904 αποτελεί πιθανώς διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων με περίοδο περιφοράς 207 ώρες και εκκεντρότητα 0,249. Η απόστασή του από τη Γη υπολογίζεται στα 2.300 έτη φωτός.

Διαδικτυακοί Τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ερατοσθένης, Καταστερισμοί ή Αστροθεσίαι: Βοώτης ή Αρκτοφύλαξ