Αλφόνσειοι Πίνακες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αλφόνσειοι Πίνακες

Οι Αλφόνσειοι Πίνακες αποτελούν το σημαντικότερο ίσως πρωτότυπο έργο για την Αστρονομία που εκπονήθηκε τον Μεσαίωνα σε ευρωπαϊκό έδαφος. Οι πίνακες αυτοί, που βελτιώνουν εκείνους του Πτολεμαίου, συντάχθηκαν κατόπιν εντολής του Αλφόνσου Ι΄, βασιλέα της Λεόν και Καστίλλης (Ισπανία) και υπό την εποπτεία του, από όπου και η ονομασία τους. Ο χρόνος συντάξεώς τους ανάγεται κάπου μεταξύ των ετών 1223 και 1244. Ο τόπος ήταν το Τολέδο της Ισπανίας.

Από τους προηγούμενους ήδη αιώνες είχε διαφανεί ότι οι πίνακες αστέρων που περιείχε η πτολεμαϊκή Μεγίστη Σύνταξις, η από την αραβική απόδοσή της Αλμαγέστη, περιείχαν σφάλματα και η ακρίβεια των θέσεων των αστέρων δεν ήταν η καλύτερη που μπορούσε να επιτευχθεί. Το σημαντικό αυτό έργο ανέλαβε ο Αλφόνσος ήδη προτού ανέλθει στον θρόνο, και για τον λόγο αυτό αποκλήθηκε με το προσωνύμιο «ο Σοφός» (El Sabio) ή ο βασιλιάς-αστρονόμος που «παρατούσε το στέμμα για τον αστρολάβο και ξεχνούσε τη Γη για τον ουρανό». Είναι ο ίδιος που έχει κατηγορηθεί συχνά ως ασεβής για το σχόλιό του «Αν ήμουν παρών κατά τη Δημιουργία (του Σύμπαντος), θα είχα κάνει ορισμένες χρήσιμες υποδείξεις στον Δημιουργό για την καλύτερη διάταξη του Σύμπαντος», αλλά προφανώς μιλούσε βασιζόμενος στις ανακρίβειες του γεωκεντρικού συστήματος για το οποίο διατηρούσε, ως φαίνεται, αμφιβολίες.

Ο Αλφόνσος κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο Τολέδο ορισμένους από τους σημαντικότερους αστρονόμους της εποχής του, και μάλιστα διαφορετικών θρησκειών (Χριστιανούς, Μουσουλμάνους και Ιουδαίους) παρά τις προκαταλήψεις της εποχής: Ιμπν Μουσά, Jacob Abuena, Ιωσήφ μπεν Αλί, υπό τη διεύθυνση του ραβίνου Ισαάκ μπεν Σαΐντ ("Χασάν") και του ιατρού Jehuda ben Mose Cohen.

Οι Αλφόνσειοι Πίνακες, για τη σύνταξη των οποίων χρειάσθηκαν τουλάχιστο τέσσερα χρόνια και το μεγάλο για την εποχή εκείνη ποσό των 40.000 δουκάτων, δημοσιεύθηκαν επισήμως στις 30 Μαΐου 1252, ημέρα της στέψεως του Αλφόνσου ως βασιλέως. Φέρουν ισχυρή την επίδραση της αραβικής ονοματολογίας, ακόμα και στις λατινικές μεταφράσεις τους, όπως γίνεται εμφανές από τα σημερινά ονόματα πολλών αστέρων, που αντλήθηκαν από αυτούς. Οι συντάκτες, ίσως επίτηδες, παραλείπουν να αναφέρουν ότι οι πίνακες έχουν ως βάση τον μεσημβρινό του Τολέδου. Το έργο δεν φέρει μεγάλες διορθώσεις ως προς την Αλμαγέστη, και οι σημαντικότερες αφορούν τις ίδιες κινήσεις, τις εποχές της μεταπτώσεως και τις «σταθερές», όπως είναι η διάρκεια του τροπικού έτους, στο οποίο δόθηκε η ακριβέστερη ως τότε τιμή, 365 ημέρες, 5 ώρες, 49 λεπτά και 16 δευτερόλεπτα, ακριβέστερη ακόμα και από αυτή του γρηγοριανού ημερολογίου που χρησιμοποιούμε σήμερα! Βέβαια στη μετάπτωση σφάλλουν, υιοθετώντας αρχικά διάρκεια του κύκλου της 49.000 έτη, που διορθώθηκαν στο ορθό 26.000 έτη σε μεταγενέστερες εκδόσεις. Υπέθεταν επίσης ότι η μετάθεση των ισημερινών σημείων πάνω στην εκλειπτική κατά την μετάπτωση δεν γινόταν με συνεχή κίνηση προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά διαδοχικά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση με περίοδο ταλαντώσεως 7.000 έτη. Οι ολοκληρωμένοι Αλφόνσειοι Πίνακες περιλαμβάνουν και τον «Κώδικα της Αστρονομικής Επιστήμης» από την ίδια ομάδα ειδικών, επίσης στην ισπανική, και ο επίσημος ισπανικός τίτλος τους είναι Los Libros del Saber de Astronomia del Rey D. Alfonso X. de Castilla. Σε αυτή τη μορφή είναι μία ογκώδης εγκυκλοπαίδεια όλων των αστρονομικών γνώσεων της εποχής που χρησιμοποίησε αραβικές κυρίως πηγές. Περιέχει σειρά κεφαλαίων για τη Σφαιρική και τη Θεωρητική Αστρονομία. Πρέπει να έχουν συγκεντρωθεί από διάφορες πηγές, καθώς υπάρχουν πολλές επαναλήψεις ακόμα και για βασικά θέματα. Το πιο αξιοσημείωτο ίσως είναι ότι η τροχιά του Ερμή παριστάνεται ως έλλειψη (βέβαια με τη Γη στο κέντρο όπως επέβαλλε τότε το γεωκεντρικό σύστημα), πράγμα που αποτελεί την πρώτη νύξη ότι οι κινήσεις των ουράνιων σωμάτων μπορεί να διαγράφουν και άλλες καμπύλες εκτός από τον κύκλο.

Οι Πίνακες διαδόθηκαν αμέσως μετά την αρχική έκδοσή τους σε ολόκληρη την Ευρώπη και η φήμη τους ως αρίστων διατηρήθηκε επί τρεις τουλάχιστον αιώνες, όσο και η χρήση τους. Ο αναγεννησιακός Βρετανός συγγραφέας Ρίτσαρντ Έντεν, γράφοντας το 1555 παραθέτει από το On the Maner of Fyndynge the Longitude («Επί της μεθόδου ευρέσεως του γεωγραφικού μήκους») του Gemma Phrysius το απόσπασμα: «Μετά, είτε εκ των Εφημερίδων, είτε εκ των πινάκων του Αλφόνσου...». Οι Αλφόνσειοι Πίνακες τυπώθηκαν για πρώτη φορά το 1483 στη Βενετία, ένα έτος πριν συμπληρωθούν 200 χρόνια από τον θάνατο του Αλφόνσου, αλλά κυκλοφορούσαν ευρύτατα στο μεταξύ σε πολυάριθμα χειρόγραφα, πολλά από τα οποία σώζονται ακόμα. Ακολούθησαν οι εκδόσεις του 1492 και του 1521, αμφότερες στη Βενετία και στα λατινικά, του 1545 στο Παρίσι και του 1641 στη Μαδρίτη. Η τελευταία έκδοσή τους έγινε από την ισπανική κυβέρνηση το 1863-1867, σε 5 τόμους μεγάλου σχήματος, με βάση το αρχαιότερο προσβάσιμο ισπανικό χειρόγραφο, αλλά και εικονογράφηση, υποτίθεται αντίγραφο της πρωταρχικής.

Η χρήση των Αλφόνσειων Πινάκων αντικαταστάθηκε βαθμιαία από τη χρήση των Πρωσσικών Πινάκων του Erasmus Reinhold, που βασίζονταν στο έργο του Κοπέρνικου De revolutionibus orbium coelestium και, μετά το 1627, από τη χρήση των Ροδόλφειων Πινάκων, που ήταν ουσιαστικά η έκδοση από τον Γιοχάνες Κέπλερ των διορθωτικών παρατηρήσεων του Τύχωνος.