Βάσα Κοιλανίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βάσα Κοιλανίου
  Χωριό  
Βάσα Κοιλανίου στον χάρτη: Κύπρος
Βάσα Κοιλανίου
Τοποθεσία στην Κύπρο
Συντεταγμένες: 34°49′59″N 32°47′28″E / 34.83306°N 32.79111°E / 34.83306; 32.79111Συντεταγμένες: 34°49′59″N 32°47′28″E / 34.83306°N 32.79111°E / 34.83306; 32.79111
Χώρα Flag of Cyprus.svg Κύπρος
Επαρχία Λεμεσού
Διακυβέρνηση
 • Είδος Κοινοτικό Συμβούλιο
 • Πρόεδρος Άντρη Ιωάννου
Πληθυσμός (2011)[1]
 • Σύνολο 165
Ζώνη ώρας EET (UTC+2)
 • Θερινή (DST) EEST (UTC+3)
Τ.Κ. 4771
Ιστοσελίδα www.vasakilaniou.org

Η Βάσα Κοιλανίου είναι χωριό της επαρχίας Λεμεσού, κτισμένο σε πλαγιά της βουνοσειράς του Τροόδους.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βάσα Κοιλανίου συνδέεται στα βορειοανατολικά με το Όμοδος, στα νοτιοδυτικά με την Μαλλιά και το Άρσος, στα νοτιοανατολικά με την Ποταμιού και στα νότια με την Κισσούσα και την Πάχνα. Απέχει απόσταση περίπου 35 χιλιομέτρων από την πόλη της Λεμεσού.

Φυσική γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό βρίσκεται κτισμένο μέσα σε μια μικρή κοιλάδα και στις γύρω πλαγιές της που περιβάλλονται από μικρά και μεγάλα βουνά, οροπέδια, απότομες πλαγιές και γκρεμούς, όλα αμπελόφυτα, σε μέσο υψόμετρο 750 μέτρα

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό πήρε το όνομα του, που είναι καθαρά αρχαίας ελληνικής προέλευσης, από την λέξη Βάσσα ή Βήσσα που σημαίνει δασώδης κοιλάδα. Στην Αρκαδία της Πελοποννήσου υπήρχε κατά την αρχαιότητα οικισμός με την ονομασία Βάσσαι όπου βρισκόταν και ο περίφημος ναός του Επικούρου Απόλλωνα. Η ονομασία λοιπόν του χωριού μπορεί πολύ πιθανόν να σχετίζεται με την εποίκιση της Κύπρου από τους Αρκάδες. Στο χωριό μάλιστα υπήρχε ιερό του Απόλλωνα στο χώρο που σήμερα είναι κτισμένη η κεντρική εκκλησία, γεγονός που ενισχύει την παραπάνω άποψη. Από το άγαλμα του Απόλλωνα σώζεται μια κωνική πέτρα –ομφαλός– στο ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου στη Βάσα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό, όπως και όλα τα αμπελοχώρια της περιοχής, γνώρισε μεγάλες πληθυσμιακές αλλαγές. Το 1881 οι κάτοικοι του ήταν 397, για να αυξηθούν στους 512 το 1891, στους 690 το 1911, στους 785 το 1921 και στους 871 το 1946. Το φαινόμενο της αστυφιλίας κτύπησε και την Βάσα όπως και όλα τα κρασοχώρια με αποτέλεσμα οι κάτοικοι του να μειωθούν στους 741 το 1960, στους 551 το 1973 και στους 367 το 1982. Στην απογραφή του 2001 οι κάτοικοι ήταν 170. Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2011 είχε 165 κατοίκους.[1] Αξίζει να αναφερθεί πως η Βάσα το 1946 ήταν το δέκατο έκτο χωριό σε πληθυσμό χωριό της Λεμεσού από ένα σύνολο 127 χωριών.

Η Βάσα υπήρξε σημαντικό φέουδο κατά τα μεσαιωνικά χρόνια. Ήταν κτήμα των σταυροφόρων βαρόνων Ιβελίων της Γιάφφας. Ο Rupert Gunnis μάλιστα αναφέρεται σε απομεινάρια θεμελίων πύργου σε λόφο στο κέντρο του χωριού, προφανώς στο λόφο πίσω από την εκκλησία όπως ανακαλύφθηκαν το 1993 συλλογές από ενετικά ξίφη.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό είναι συμπαγούς συγκεντρωτικού τύπου. Στον τύπο αυτό του οικισμού εκτός από τον κοινωνικό παράγοντα, βοήθησε σε μεγάλο βαθμό και το ανάγλυφο της περιοχής. Στη Βάσα διατηρείται ακόμα και σήμερα η παραδοσιακή αρχιτεκτονική με λιθόστρωτους δρόμους, μακρυνάρια, δίχωρα και ανώγια, κτισμένα με άψογη πελεκητή ασβεστόπετρα. Σε αρκετά σπίτια υπάρχουν ακόμη τα παλιά πατητήρια, αλλά και τα σύγχρονα πιεστήρια για την παραγωγή του βασιώτικου κρασιού καθώς και οι αποστακτήρες για την παραγωγή της ζιβανίας.

Αμπελοχώρι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βάσα είναι ένα από τα σημαντικότερα αμπελοχώρια της περιοχής και φημιζόταν και σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους για τα αμπέλια της. Σήμερα κατέχει μια προνομιακή θέση παγκύπρια στην παραγωγή σταφίδας. Είναι το πέμπτο αμπελοχώρι της Λεμεσού με βάση την καλλιεργήσιμη έκταση με αμπέλια (ξεπερνά το 40% της ολικής της έκτασης).

Αναφορά κάνει ο Λουί Ντε Μας Λατρί για την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων βασιώτικης σταφίδας. Η Βάσα και σήμερα κατέχει μια προνομιακή θέση παγκύπρια στην παραγωγή σταφίδας. Ιδιαίτερα όμως ο Α. Γκωντρύ μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα:

« ...το Όμοδος, η Βάσα και το Άρσος παρέχουν τα καλύτερα μαύρα κρασιά του νησιού.  »

Ιεροί ναοί του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χωριό υπάρχει μια κύρια εκκλησία, η Παναγιά του Ευαγγελισμού, το εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου, το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, το εξωκλήσι του Οσίου Βαρνάβα και το εξωκλήσι του Αποστόλου Τίμωνα.

Ο τοπικός Άγιος της Βάσας είναι ο Όσιος Βαρνάβας. Σύμφωνα με την παράδοση ο Όσιος Βαρνάβας μόνασε στο σπήλαιο που βρίσκεται δυτικά του χωριού. Εκεί βρέθηκαν και τα λείψανα του Οσίου. Δίπλα από το σπήλαιο αυτό, είναι και το ξωκλήσι του. Είναι μικρό, πετρόκτιστο καμονόκλιτο.[2]

Παναγιά του Ευαγγελισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία της Παναγιάς του Ευαγγελισμού βρίσκεται στο εσωτερικό του χωριού. Εκεί που βρίσκεται τώρα η εκκλησία της Παναγίας ήταν η πανάρχαια εκκλησία του Οσίου Βαρνάβα (μερικά από τα περιουσιακά της εκκλησίας αυτής, φυλάγονται μέχρι και σήμερα στο εκκλησιαστικό μουσείο της κοινότητας). Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας αυξήθηκε ο πληθυσμός της Βάσας και χρειάστηκε να κτιστεί μεγαλύτερη εκκλησία. Στη θέση της ανεγέρθηκε η νέα εκκλησία του Ευαγγελισμού που ήταν από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες της εποχής εκείνης. [2]

Η εκκλησία της Παναγίας του Ευαγγελισμού άρχισε να κτίζεται μεταξύ 1896-1900, με δαπάνες των κατοίκων της κοινότητας και το 1903 έγιναν τα εγκαίνια του ναού. Το 1906 έγινε το τέμπλο. Ο ναός διαθέτει ένα όμορφο και ξεχωριστό διακοσμητικό καλλιτέχνημα, τόσο εξωτερικό όσο και εσωτερικό. Είναι μεγάλη εκκλησία και έχει την άνεση να φιλοξενήσει γύρω στους 500 πιστούς. Αρχιτεκτονικά είναι κτισμένη σε γοτθικό ρυθμό με τρούλο. Εξωτερικά είναι κτισμένη από πέτρα πελεκητή, με ψηλό κτιστό καμπαναριό. Το ξεχωριστό εικονοστάσι της, είναι κατασκευασμένο από πολύ μικρό τούβλο, επενδυμένο από γύψινο υλικό, συμπαγές με τούβλο και από πάνω επίστρωση ειδικής μαρμαροκονίας, διακοσμημένο από παραστάσεις αγγέλων. Οι εικόνες είναι φυτευτές και με καμαρωτό γύψινο διάκοσμο από πάνω, όπου δεξιά και αριστερά από κάθε εικόνα, υπάρχει γύψινη διακοσμητική κολόνα.

Στο κέντρο του ναού υπάρχει το μαρμάρινο εικονοστάσι που διαθέτει τρεις πύλες, όπου βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας Ευαγγελισμού και προς την γωνία συνεχίζει το εικονοστάσι μ' ένα κύρτωμα να εφάπτεται του τοίχου, με την καμαρωτή διακοσμημένη εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα. Δεξιά από την ωραία πύλη, είναι η νότια πύλη, όπου είναι η αγιογραφημένη εικόνα του Χριστού, να κάθεται στο θρόνο ως μέγας αρχιερεύς. Δίπλα είναι η Αποκεφάλιση του Ιωάννη του Προδρόμου, πιο πέρα της Ζωοδόχου Πηγής και συνεχίζει το εικονοστάσι προς τη γωνία, μ' ένα κύρτωμα να εφάπτεται του τοίχου, η εικόνα του Αποστόλου Ανδρέα. Όμορφες παραστάσεις πουλιών από γύψινη κατασκευή, διακοσμούν το μαρμάρινο εικονοστάσι.

Βόρεια του ναού, υπάρχουν δυο άμβωνες. Ο πρώτος είναι κτιστός και επενδυμένος από μαρμαροκονία, εφάπτεται του αριστερού τοίχου του ναού και σε χαμηλότερο ύψος από τον δεύτερο. Στηρίζεται σε κιονόκρανο, όπου στη κορυφή υπάρχει αετός, που στις φτερούγες του επάνω, βρίσκεται τοποθετημένος ο άμβωνας. Ο δεύτερος είναι ξύλινος. Η είσοδος του βρίσκεται μέσα από τον αριστερό τοίχο του ναού.

Ο γυναικωνίτης, άνετος και κτιστός, θεατρικού τύπου κατασκευασμένος, βρίσκεται πάνω από τον νάρθηκα του ναού και προεκτείνεται με μπαλκόνια από δεξιά και αριστερά, σχηματίζοντας ένα ημικύκλιο. Στη δυτική είσοδο του ναού, βρίσκεται το ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι, κατασκευής του 1912, όπου φυλάγεται η ασημένια εικόνα της Παναγίας του Ευαγγελισμού.

Εκκλησάκι Τιμίου Προδρόμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στα παραδοσιακά σπιτάκια του χωριού και μέσα στο χώρο του εκκλησιαστικού μουσείου, βρίσκεται το εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου. Ένα μικρό και απέριττο εκκλησάκι, εξωτερικά πετρόκτιστο, μονόκλιτης κατασκευής. Εσωτερικά ασπρισμένο, και διακοσμημένο. Το ξυλόγλυπτο παλαιάς κατασκευής τέμπλο του, δίνει τον ξεχωριστό διάκοσμο μέσα στο εκκλησάκι, καθώς και στη βόρεια πλευρά (αριστερά από την κύρια πύλη του ιερού) του μικρού ναού, ένα ξύλινης κατασκευής ψαλτήρι. Η πολύ παλιά εικόνα, της Αποκεφάλισης του Ιωάννη (15ου αιώνα), διατηρείται και φυλάγεται δίπλα στο εκκλησιαστικό μουσείο της κοινότητας. Γιορτάζεται στις 29 Αυγούστου, με λιτάνευση της Άγιας Εικόνας του.

Εξωκλήσι Αγίου Γεωργίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στα ανατολικά του χωριού, λίγο έξω από αυτοί. Το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου (14ου αιώνα), είναι κτισμένο σε βυζαντινό ρυθμό, μονόκλιτο, σταυροειδές. Εσωτερικά υπάρχουν πολύ παλιές τοιχογραφίες του 15ου αιώνα, της Αγίας Πολυχρονίας, μητέρας του Αγίου Γεωργίου, στο δεξί τοίχο του ναού, αριστερά από την Αγία Τράπεζα η μεγάλη τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου ως καβαλάρης στο άλογο, καθώς επίσης και στον κεντρικό τρούλο, η αγιογραφία της Αποκαθήλωσης του Κυρίου. Για το εξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου υπάρχει η παράδοση, ότι είναι το μοναστήρι Μικρή Λαύρα, του 14ου αιώνα. Λειτουργεί την Δευτέρα του Πάσχα και στις 23 Απριλίου όπου γιορτάζεται πανηγυρικά. Επίσης λειτουργεί και στις 3 Νοεμβρίου.

Εξωκλήσι Οσίου Βαρνάβα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έξω από το χωριό προς τα βόρεια βρίσκεται το σπήλαιο του Όσιου Βαρνάβα, όπου ασκήτεψε και εκεί βρέθηκαν και τα λείψανα του. Δίπλα από το σπήλαιο αυτό, είναι και το ξωκλήσι του Όσιου Βαρνάβα. Είναι μικρό, πετρόκτιστο και μονόκλιτο. Εσωτερικά υπάρχει το ξυλόγλυπτο εικονοστάσι του, πλαισιωμένο από φορητές εικόνες, λιγοστοί σκάμνοι, όπου φιλοξενούν τους πιστούς κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, καθώς επίσης και ξύλινα ψαλτήρια. Η Αγία Κάρα του Όσιου Βαρνάβα, καθώς και μέρος των λειψάνων του, βρίσκονται στον κεντρικό ναό του χωριού, στην εκκλησία της Παναγιάς του Ευαγγελισμού. Η Αγία εικόνα του Οσίου Βαρνάβα (15ου αιώνα) όπως και τα βημόθυρα της ωραίας πύλης, από τον παλιό υπόγειο ναό, βρίσκονται προστατευμένα στο εκκλησιαστικό μουσείο της κοινότητας. Λειτουργεί δύο φορές τον χρόνο: την Τρίτη του Πάσχα και στις 11 Ιουνίου, όπου είναι και η μέρα της γιορτής του Οσίου Βαρνάβα. Κατά την ημέρα της γιορτής του Αγίου, μεταφέρονται και τα λείψανά του στο ξωκλήσι, για λιτάνευση και προσκύνημα από τους πιστούς.

Εξωκλήσι Αποστόλου Τίμωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εξωκλήσι του Αποστόλου Τίμωνα βρίσκεται λίγο πιο έξω από το χωριό, προς βορρά, μετά το σπήλαιο του Όσιου Βαρνάβα και μετά το σπήλαιο του Απόστολου Τίμωνα, του 1ου αιώνα. Είναι λαξευμένος σταυροειδώς και αφιερωμένος στον Απόστολο Τίμωνα τον Κύπριο, ο οποίος γιορτάζεται στις 28 Ιουλίου.

Μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στπ χωριό υπάρχουν 4 μουσεία: το εκκλησιαστικό μουσείο, το μουσείο λαϊκής παράδοσης[3], το μουσείο ζιβανίας[4] και το μουσείο εκπαίδευση, το πρώτο μουσείο ιστορίας της δημοτικής εκπαίδευσης της Κύπρου.[5]

Εκκλησιαστικό Μουσείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εκκλησιαστικό Μουσείο της Βάσας Κοιλανίου, δημιουργήθηκε για να στεγάσει και να διαφυλάξει τους πολύτιμους θησαυρούς που διασώθηκαν στο χρόνο. Δημιουργός του μουσείου ήταν ο αιδεσιμότατος Πρεσβυτέρος Νικόλας Παναγιώτου, ο οποίος θέλησε να φανερώσει από την αφάνεια και τη λήθη, τις ιερές εικόνες και τα σεπτά κειμήλια που κοσμούν το παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου και το Μουσείο.

Στο μόνιμο εκθεσιακό χώρο, παρουσιάζονται ιερές εικόνες εξαιρετικής τέχνης, που χρονολογούνται από το τέλος του 14ου έως και το 16ο αιώνα. Η παλαιότερη είναι μία σκαφωτή εικόνα προσκυνηταρίου, με την Παναγία δεομένη (τέλος 14ου αιώνα). Το πλάσιμο των σαρκωμάτων, οι αδρές χρυσοκοντυλιές και γενικότερα η ελευθερία και άνεση που επιδεικνύει ο ζωγράφος στην όλη εκτέλεση, θυμίζουν ανάλογες έντεχνες εικόνες του 14ου αιώνα στην Κύπρο.

Η εικόνα της Παναγίας της Παναχράντου είναι έργο με κωνσταντινουπολίτικες καταβολές. Στον ίδιο ζωγράφο αποδίδονται και οι εικόνες της Παναγίας Παντάνασσας και πιθανόν του Αγίου Βαρνάβα. Οι εικόνες αυτές μπορούν να χρονολογηθούν στο β΄ μισό του 15ου αιώνα. Παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές με τις αισθητικές και τεχνοτροπικές αντιλήψεις που επικρατούν στην Κύπρο την εποχή αυτή. Στην ύστερη παλαιολόγεια τέχνη της Βασιλεύουσας, οι μορφές έχουν ύφος επιβλητικό και έντονη καλλιτεχνικότητα. Ίσως ο ζωγράφος να ήταν κάποιος από τους διασωθέντες μοναχούς ή λαϊκούς, που κατέφυγαν στην Κύπρο μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Στο 16ο αιώνα χρονολογείται η σκαφωτή εικόνα του Αγίου Γεωργίου, στον τύπο του Διασωρίτη (να περνά μέσα από λίμνη και βουνά).

Από τη Μεγάλη Δέηση σώθηκαν οι εικόνες της Παναγίας, του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου και των Αρχαγέλλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Στον ίδιο ζωγράφο αποδίδεται και η εικόνα του Αγίου Τίμωνα. Ο άγιος παριστάνεται όρθιος, μετωπικός σε νεαρή ηλικία, αγένειος. Φορεί χιτώνα, ιμάτιο και ευλογεί. Οι εικόνες αυτές μπορούν να χρονολογηθούν στα μέσα του 16ου αιώνα. Αισθητικά και τεχνοτροπικά στοιχεία, τις εντάσσουν στην κρητική σχολή ζωγραφικής. Χαρακτηρίζονται από τη σοβαρότητα στις εκφράσεις, τα αδρά χαρακτηριστικά και έντονες χρωματικές διαβαθμίσεις. Σε άλλο ζωγράφο αποδίδονται οι φορητές εικόνες του Χριστού Σωτήρος, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Κυριακής, του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, το δεξιό φύλλο βημοθύρου με τον Άγιο Σπυρίδωνα και τα βημόθυρα με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και Αγίους (β΄ μισό 16ου αι.). Κύριο χαρακτηριστικό στον ζωγράφο αυτό, είναι οι ωχρόλευκες γλυκερές εκφράσεις των προσώπων με τα καμαρωτά φρύδια, η λεπτότητα της πινελιάς και η αρμονία των χρωμάτων. Στο ζωγράφο Σολωμό θύτη (=ιερέα) ανήκουν οι εικόνες των Αγίων Ιωάννη Θεολόγου και Ιωάννη Προδρόμου. Υπογράφει με χρυσό στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος παριστάνεται μετωπικά με ελαφριά κλίση του προσώπου προς τα δεξιά. Λόγω φθοράς δεν διακρίνεται η χρονολογία. Από άλλη γνωστή ενυπόγραφη και χρονολογημένη εικόνα του Σολωμού στο Μουσείο του Κύκκου, η δράση του τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1640. Η τέχνη του διακρίνεται από το σχετικά μαλακό πλάσιμο των σαρκωμάτων, τη «θεοσέβεια» στις εκφράσεις των προσώπων και τη σχεδιαστική «ζωηρότητα» (κίνηση) των μορφών. Αρέσκεται επίσης στη δημιουργία ανάγλυφων φωτοστέφανων, που διακοσμεί συνήθως με φυτικούς βλαστούς, χαρακτηριστικό σχεδόν όλων των ζωγράφων του 17ου αιώνα.

Στο λαϊκότροπο Αγιογράφο Παρθένο (1790–1836) αποδίδονται μια σειρά από εικόνες προσκυνηταρίου όπως: του Αγίου Δημητρίου (1832), της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Κόνωνος, του Αγίου Νεοφύτου, των Αγίων Ιωάννη Δαμασκηνού και Βαρβάρας, του Αγίου Αντωνίου, των Εισοδίων της Θεοτόκου και της Αναστάσεως του Χριστού. Στο πίσω μέρος της εικόνας του Αγίου Νεοφύτου υπάρχει μικρογράμματη επιγραφή του ζωγράφου, που αναφέρεται στη δωρεά: «δέησης Θεοδούλας κ(αί) των τέκνων Ιωάννου/συμβίου κ(αί) τέκνων».

Ο Ελλαδίτης Αργυρός Μενοίκου, κάτοικος αρχικά της Ασπρογιάς, νυμφεύθηκε στη Βάσα, τη Ροδία ή Σοφία. Μαζί του έφερε την εικόνα των Αγίων Πάντων (1833), έργο του ιεροδιάκονου Χριστοφόρου, που την αφιέρωσε στην εκκλησία του Οσίου Βαρνάβα. Ο ίδιος ζωγράφος υπογράφει στο πίσω μέρος, την μοναδική εικόνα με την παράσταση του θαύματος του Αγίου Μερκουρίου, που κατόπιν παρακλήσεως του Αγίου Βασιλείου, έσωσε την Καισάρεια από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Είναι το θαύμα που οδήγησε στην κατασκευή της βασιλόπιτας με την τοποθέτηση του φλουριού. Σε μικρό εικονίδιο ένθετη απεικόνιση της Αγίας Αικατερίνας, που γιορτάζει την ίδια μέρα, την 25η Νοεμβρίου, με τον Άγιο Μερκούριο. Στο 19ον αιώνα χρονολογείται η δεύτερη γνωστή εικόνα του Οσίου Βαρνάβα. Το 1856 ο Αργυρός ως επίτροπος, παρήγγειλε στο ζωγράφο ιεροδιάκονο Χαρίτωνα από τη Μονή της Χρυσορρογιάτισσας διάφορες εικόνες: Γέννηση, Ευαγγελισμό και Κοίμηση της Θεοτόκου, Βάπτιση, Έγερση του Λαζάρου, Βαϊφόρο, Σταύρωση και Αγία Τριάδα. Στο κάτω δεξιό μέρος της εικόνας της Αγίας Τριάδας, εικονίζεται γονυπετής ο δωρητής, Αργυρός Μενοίκου σε προχωρημένη ηλικία. Φορεί βράκα και υποκάμισο. Το 1938/9 ο Γιαννής του Κτωρή κάλυψε με μαύρη λαδομπογιά το πορτραίτο του Αργυρού, με τη δικαιολογία ότι ήταν τοκογλύφος και συμφεροντολόγος. Το 1860 ο Χαρίτωνας ζωγράφισε την εικόνα των Αγίων Συμεών, Ιησού του Ναυή και των Σαράντα Παρθένων που εορτάζουν την 1η Σεπτεμβρίου (Αρχή της Ινδίκτου), το 1865 την εικόνα του Αγίου Ονουφρίου και το 1875 την εικόνα του Μυστικού Δείπνου. Ο Χαρίτωνας κατόπιν εντολής του Αργυρού, είχε επιζωγραφίσει τις εικόνες της Παναγίας Παντάνασσας (β΄ μισό 15ου αι.) και του Αγίου Γεωργίου (16ος αι.), εκτός από τα πρόσωπα των μορφών. Στον Αργυρό ανήκε και ένα χειρόγραφο βιβλίο (1821-1845) γνωστό ως «δευτέρι του Γεράρκυρου» με ιστορικές, ιατροσοφικές και άλλες σημειώσεις. Το χειρόγραφο αυτό ανήκε αρχικά στον Κωνσταντίνο Μενοίκου, στενό συγγενή του Αργυρού.

Στον Ελλαδίτη ζωγράφο Βασίλειο (19ος αι.) που εργάστηκε στην Κύπρο, αποδίδεται η εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους. Ακόμη Κύπριοι προσκυνητές που επισκέπτονται τους Αγίους Τόπους, φέρνουν μαζί τους εικόνες, όπως αυτή του Αγίου Χαραλάμπους (τέλη 19ου – αρχές 20ου αι.) και κέρινα αυγά (1930) τα οποία αφιερώνουν στην εκκλησία του χωριού.

Από τα αξιόλογα αντικείμενα της συλλογής των εκκλησιαστικών αργυρών, ξεχωριστή θέση κατέχει μεσαιωνικό αργυρό κουτάλι, που χρησιμοποιόταν ως Λαβίδα Θείας Μεταλήψεως. Στο κοίλωμα του κουταλιού διακρίνεται σφραγίδα της Δυναστείας των Λουζινιανών. Έχει αυγοειδές σχήμα και παρουσιάζει όρθιο λιοντάρι, στεμμένο με κορώνα και αριστερά το γράμμα «Μ».

Η λαβίδα του κουταλιού είναι στριμμένη στο χέρι και στο κέντρο διακοσμείται με κεφαλή βασιλέως. Καταλήγει σε παράσταση των πουλιών τα οποία φιλούν το ένα το άλλο (φιλικουτούνια). Παρόμοιες λαβίδες είχαν δοθεί δώρο σε μονές και εκκλησίες της Κύπρου, κατά τους γάμους του Ιακώβου Β΄ Λουζινιάν με την Αικατερίνη Κορνάρο το 1472.

Στο 19ο αιώνα χρονολογούνται, δύο αργυρά περίτεχνα θυμιατήρια και Άγιον Ποτήριο, του οποίου η βάση φέρει εγχάρακτο φυτικό διάκοσμο με έντονη την επίδραση της ισλαμικής τέχνης. Σπάνια ως προς τυπολογία είναι και η αργυρή «επτάφωτη λυχνία» κατασκευασμένη το 1908 από τον Σ.Α. Χρυσοχόο, που χρησιμοποιούταν στις ακολουθίες της Αρτοκλασίας και του Ευχελαίου. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αργυρές ιερατικές πόρπες «ζυγήν πούκλες», του 18 ου-19 ου αιώνα, διακοσμημένες με μυθικούς δράκοντες και δύο με εγχάρακτη σε σεντέφι παράσταση των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης να κρατούν τον Τίμιο Σταυρό.

Στον 19ο αιώνα χρονολογούνται οι λειψανοθήκες του Αγίου Παντελεήμονα, του Αγίου Φιλίππου και της τίμιας κάρας του Οσίου Βαρνάβα (1895). Από τα πιο ενδιαφέροντα εκθέματα είναι μία μικρή καμπάνα που ανήκε στο στόλο του Μέγα Ναπολέοντα. Σύμφωνα με την παράδοση, πειρατές κούρσεψαν το στόλο στο Λιβυκό πέλαγος. Οι πειρατές πούλησαν στον επίσκοπο Πάφου έναν «πέφτζιν» (χαλί) και την καμπάνα, την οποία ο ιερομόναχος Γεδεών, πρωτοσύγκελος στην Χρυσορρογιάτισσα, δώρισε στην εκκλησία της Βάσας Κοιλανίου.

Από τη Βυζαντινή περίοδο δεν σώθηκε κανένα χειρόγραφο. Παλαιότερα υπήρχε περγαμηνό ευαγγέλιο, που σύμφωνα με την παράδοση ανήκε στον όσιο Βαρνάβα. Στο χωριό όμως σε ιδιωτική συλλογή, φυλάσσονται δύο φύλλα περγαμηνού ευαγγελίου του 14ου αιώνα, που βρέθηκαν στα κατάλοιπα του Χαμπή του κινητού. Έχουν χαθεί και οι δύο μεταβυζαντινές χειρόγραφες ακολουθίες του Οσίου Βαρνάβα, με χρονολογίες 1639 και 1818.

Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία εμφανίζονται στο τέλος του 15ου αιώνα και προέρχονται από τα τυπογραφικά εργαστήρια της Βενετίας. Εισάγονται και χρησιμοποιούνται παράλληλα με τα χειρόγραφα, τα οποία τελικά παραγκωνίζουν. Η πλούσια συλλογή εκκλησιαστικών εντύπων αποτελείται από παλαίτυπα με «Βυζαντινή» δερματόδετη στάχωση, που χρονολογούνται από το 16ο – 19ο αιώνα. Από αυτά ξεχωρίζουν το Μηνιαίο Δεκεμβρίου του 1551, το Ευαγγέλιο του 1754, το Μηνιαίο Ιουλίου του 1777 και η ακολουθία του Αγίου Θεράποντος του 1801.

Σε κάποια παλαίτυπα υπάρχουν χειρόγραφες ενθυμήσεις (αρκετές είναι χρονολογημένες), που αναφέρονται σε δωρεές ή αγοραπωλησίες. Οι ενθυμήσεις αυτές, παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική κατάσταση των ανθρώπων της εποχής εκείνης (18ος -20ος αι.).

Τα χειρόγραφα αγοραπωλητήρια έγγραφα του 1896, το χειρόγραφο «Βιβλίον Οφειλετών προς το ταμείο της εκκλησίας Όσιος Βαρνάβας», καθώς και μία σειρά αποδείξεων πληρωμών φόρων, αποτελούν σημαντικές μαρτυρίες για τη χαμένη εκκλησία του Οσίου Βαρνάβα.

Σε προθήκες που βρίσκονται μέσα στον εκθεσιακό χώρο του Μουσείου και στο παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου, παρουσιάζονται χρυσοκεντήματα, όπως ο μεγάλος ρωσικός επιτάφιος (19ος αι.) ιερατικές ζώνες κεντημένες με σύρμα και χάνδρες (18ος – 19ος αι.), ποτηροκαλύμματα (19ος αι). και άμφια παλαιών επώνυμων ιερέων της Βάσας, όπως του ιερομόναχου Παπαξενοφώντος (1890-1964), του παπά Ιωάννη Κωνσταντινίδη (1899-1966) και του παπά Νεάρχου Γιαλλουρίδη (1914-1993).

Στην περίοδο της Αγγλοκρατίας (1978-1960) χρονολογείται μια σημαντική συλλογή νεότερων εγγράφων, επιστολών και εγκυκλίων που παρέχουν σημαντικές πληροφορίες, για την ιστορία και την κατάσταση όχι μόνο του Κυπριακού Ελληνισμού, αλλά και των περιπετειών του ελληνικού έθνους γενικότερα. Κυρίως όμως μέσα από τα ντοκουμέντα αυτά, φαίνεται το συνεχές ενδιαφέρον της τοπικής Εκκλησίας να ορθοτομήσει τον «Λόγον της Αληθείας», και να στηρίζει το χειμαζόμενο υπό ξένη δουλεία ποίμνιό της.

Μουσείο εκπαίδευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χωριό έχει δημιουργηθεί, με πρωτοβουλία της συνδικαλιστικής οργάνωσης των δασκάλων της Κύπρου ΠΟΕΔ (Παγκύπρια Οργάνωση Ελλήνων Δασκάλων) σε συνεργασία με την κοινότητα της Βάσας, το πρώτο μουσείο εκπαίδευσης στην Κύπρο.[6] Το μουσείο στεγάζεται στο παλιό δημοτικό σχολείο (αρρεναγωγείο) της Βάσας. Το σχολείο αυτό δημιουργήθηκε από δύο εύπορους κατοίκους της Βάσας Κοιλανίου, τους Χατζηκλεάνθη και Μαρκαντώνη, οι οποίοι ανέλαβαν με δικά τους έξοδα την ανέγερση του. Σημαντικοί δάσκαλοι του χωριού ήταν οι Στυλιανός Xουρμούζιος (1850-1937), Xαράλαμπος Παπαδόπουλος (1882-1962), Eλένη Zαχαριάδου (1885-1963) και Ανδρέας Νικολαΐδης (1876-1949)[2] Το σχολείο κάηκε σε πυρκαγιά το 2003 ολοσχερώς, στις 13 Αυγούστου 2004 και ξανακτίστηκε. Το μουσείο δημιουργήθηκε το 2010 και φέρει το όνομα «Το Σχολείο της Βάσας θυμάται».[7]

Το μουσείο καλύπτει μέσα από την ιστορία του σχολείου της Βάσας, τόσο την ιστορία της κοινότητας και του χωριού όσο και αυτή της Δημοτικής Εκπαίδευσης στην κυπριακή ύπαιθρο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και Αγγλοκρατίας, με ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία της ΠOEΔ., από την ίδρυση της το 1911 μέχρι σήμερα, με ιδιαίτερη αναφορά σε προσωπικότητες από το χώρο της παιδείας που σχετίζονται με το χωριό (πρωτοψάλτης και δάσκαλος Στυλιανός Xουρμούζιο, δάσκαλοι Xαράλαμπος Παπαδόπουλο, Eλένης Zαχαριάδου και Ανδρέας Νικολαϊδης και τον εθνικό ποιητή της Κύπρου Δημήτρη Λιπέρτη).[6][8][9] Το μουσείο συνδυάζει τη σύγχρονη τεχνολογία της εικόνας (οθόνες αφής). Το μουσείο επισκέπτονται δημοτικά σχολεία από όλη την Κύπρο με στόχο να λειτουργήσει ως ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό κέντρο, το οποίο μέσα από διαδραστικές εφαρμογές και την αισθητική της εικόνας, θα προκαλέσει το ενδιαφέρον και την ενεργό συμμετοχή των μαθητών που το επισκέπτονται.[10] Το ενυπάρχον υλικό εκτίθεται στις ακόλουθες θεματικές ενότητες[11]:

  • Η Βάσα στην Ιστορία της Κύπρου.
  • Η Δημοτική παιδεία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας
  • Η Ιστορία της ΠΟΕΔ.
  • Η Αλληλοδιδακτική Μέθοδος

Διάφορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χωριό υπάρχει πολιτιστικό κέντρο, γήπεδο μίνι ποδοσφαίρου, παλιές βρύσες, κεντρική λιθόστρωτη πλατεία και υγειονομικό κέντρο.[12] Υπάρχουν επίσης ιδιωτικά, παραδοσιακά τουριστικά καταλύματα και παραδοσιακά κέντρα και ταβέρνες.[13][14][15] Έχει ακόμη δημιουργηθεί μονοπάτι μελέτης της Φύσης.[16][17]

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το χωριό κατάγεται ο Στυλιανός Χουρμούζιος, ο πρωτοψάλτης της Κύπρου. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα και μυήθηκε στη Βυζαντινή μουσική από το δάσκαλο Αχιλλέα Νικολαΐδη.[2] Στο χωριό παραθέριζε συχνά ο σπουδαίος Κύπριος ποιητής Δημήτρης Λιπέρτης.[18][2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Κατοικίες, νοικοκυριά, ιδρύματα και πληθυσμός που καταγράφηκαν κατά δήμο/κοινότητα - Επαρχία Λεμεσού» (XLS). Απογραφή πληθυσμού 2011. Λευκωσία: Στατιστική Υπηρεσία Κυπριακή Δημοκρατίας. 1 Οκτωβρίου 2011. http://www.mof.gov.cy/mof/cystat/statistics.nsf/All/B8F49587ED1946DFC225797A003D154A/$file/POP_CENSUS_2011-MUN_COMM-LEM-EL-030112.xls?OpenElement. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Βάσα Κοιλανίου-Ενημερωτικό φυλλάδιο ΠΟΕΔ
  3. Μουσείο Λαϊκής Παράδοσης
  4. Μουσείο ζιβανίας
  5. Μουσείο ΠΟΕΔ
  6. 6,0 6,1 Χαιρετισμός Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού δρος Αντρέα Δημητρίου στα εγκαίνια του Μουσείου ΠΟΕΔ με τίτλο «το Σχολείο στη Βάσα θυμάται» 27/09/2010
  7. Ο αμύθητος πλούτος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς
  8. Μουσείο Εκπαίδευσης στη Βάσα
  9. Επίσκεψη στο Μουσείο Εκπαίδευσης στη Βάσα Κοιλανίου
  10. Εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Μουσείο Εκπαίδευσης – ΠΟΕΔ στο χωριό Βάσα Κοιλανίου για τη σχολική χρονιά 2012-2013
  11. Επίσκεψη των Συνταξιούχων Δασκάλων της Λεμεσού στο Μουσείο Δημοτικής Εκπαίδευσης
  12. Έργα στην κοινότητα
  13. Οικία Ροτή
  14. Αρχοντκό Αρκέλα
  15. Πού θα φάμε
  16. Μονοπάτι Μελέτης της Φύσης
  17. Μουσείο Εκπαίδευσης της ΠΟΕΔ στη Βάσα
  18. Προσωπικότητες-Δημήτρης Λιπέρτης

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]