Απάμεια (Ορόντου)
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Απάμεια.
Η Απάμεια ήταν αρχαία πόλη στη Συρία.
Ιστορία [Επεξεργασία]
Την έχτισε στα ερείπια αρχαιότερης περσικής πόλης Φαρνάκης (την οποία επανίδρυσε ο Αντίγονος Α΄ Μονόφθαλμος το 307 π.Χ. σε Πέλλα) δίπλα στον ποταμό Ορόντη ο Σέλευκος Νικάτωρ, γύρω στο 300 π.Χ., με το όνομα Απάμεια, τιμώντας έτσι τη γυναίκα του Απάμα. Κατά την Σελευκιδική περίοδο απετέλεσε το στρατιωτικό κέντρο του ελληνιστικού κράτους της Συρίας, με ιπποφορβείο και 500 ινδικούς ελέφαντες (δώρου του Ινδού ηγενόνα Σανδρακόττου στον Σέλευκο Α΄). Αποτέλεσε τη δεύτερη πρωτεύουσα του βασιλείου. Εκτεινόταν πάνω σε ένα ομαλό οροπέδιο και στο μέσο της δυτικής πλευράς υψωνόταν η ακρόπολη. Το σχέδιό της ήταν ορθογώνιο και μια κύρια αρτηρία, με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο, το χώριζε σε δύο τμήματα. Η πόλη τέλος προστατευόταν από ισχυρό τείχος σε σχήμα ακανόνιστου τετραπλεύρου που είχε διαστάσεις 2.100 Χ 1600 μ. περίπου.[1] Η πόλη άκμασε κατά τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο. Έπαιξε ρόλο στην κατάκτηση της Συρίας από τους Μωαμεθανούς και στους πολέμους των Σταυροφοριών. Είναι επίσης γενέτειρα του μεγάλου Άραβα ιστορικού Abufida.
Το σημερινό της όνομα είναι Qal'aat al Madiq.
Παραπομπές [Επεξεργασία]
- ↑ Ιωάννης Τραυλός, «Πόλεις των Σελευκιδών», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ.Ε΄, (1974), σελ. 473