Αμυγδαλιά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αμυγδαλιά

Η Αμυγδαλιά είναι είδος φυτών της οικογένειας τών Ροδιδών που πολλές φορές εντάσσεται στο γένος Προύμνη. Το κοινότερο είδος είναι η Προύμνη η γλυκεία (Prunus dulcis συνώνυμα Prunus amygdalus, Amygdalus communis) που φύεται σε όλες σχεδόν τις θερμές και ξηρές περιοχές της Παραμεσογειακής ζώνης όπου καλλιεργείται από τα αρχαία χρόνια. Για αυτόν το λόγο ο καθορισμός τού τόπου προέλευσής του είναι πολύ δύσκολος. Είναι δένδρο φυλλοβόλο με ύψος από 4 ώς 12 μέτρα και φύλλα ελλειψοειδή, λογχοειδή, οδοντωτά.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μη εξημερωμένη Αμυγδαλιά εμφανίζεται σε ανασκαφές στην Ελλάδα από το 8.000 π.Χ. Ώς το 3.000 π.Χ. γίνεται η εξημέρωση της. Η εξημερωμένη Αμυγδαλιά ήταν ευρέως γνωστή στους Εβραίους από τον 16ο π.χ. αιώνα. Όταν πέθανε ο Αιγύπτιος βασιλιάς Τουταγχαμών γύρω στο 1325 π.Χ. τα αμύγδαλα ήταν μία από τις τροφές που τοποθετήθηκαν στον περίφημο τάφο του για να τον τρέφουν στη μετά θάνατο ζωή του. Στους Έλληνες και τους Πέρσες αναφέρεται σαφώς ως εδώδιμο από τον 6ο π.Χ. αιώνα. Από την Ελλάδα διαδόθηκε στην Ιταλία κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα η δε Λατινική ονομασία τού αμυγδάλου ήταν nux Graecum (=ελληνικό καρύδι).

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αμυγδαλιά θεωρείται από τα ανθεκτικότερα στην ξηρασία καρποφόρα δένδρα. Υπάρχουν όμως ποικιλίες λίγο και άλλες πολύ ανθεκτικές (όπως η ποικιλία Ρέτσου). Οι ευνοϊκοί τύποι εδαφών είναι ανάλογοι με το είδος τού υποκειμένου επάνω στο οποίο εμβολιάζεται η Αμυγδαλιά. Γενικά όμως η αμυγδαλιά κάνει σχεδόν σε όλα τα είδη εδαφών , ακόμη και σε πετρώδη και με μεγάλη κλίση εδάφη.

Οι ιδανικότερες κλιματολογικές συνθήκες για την καλλιέργεια της αμυγδαλιάς είναι οι μεσογειακές με τις ακόλουθες ιδιομορφίες: βραχύχρονο φθινόπωρο, βροχερό και ψυχρό χειμώνα χωρίς όμως ακραίες θερμοκρασίες, απότομη ανύψωση της θερμοκρασίας την άνοιξη, χωρίς παγετούς από την στιγμή που θα φουσκώσουν τα μάτια, θερμό καλοκαίρι χωρίς βροχές και φθινόπωρο χωρίς βροχές επίσης.

Επεξεργασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρπός της αμυγδαλιάς, αποξηραίνεται στον ήλιο, στη συνέχεια αποφλοιώνεται, και οδηγείται στους σπαστήρες για αποκελύφωση. Η παραγόμενη αμυγδαλόψιχα είτε καταναλώνεται ωμή είτε ψημένη ή καραμελωμένη. Μπορεί επίσης να κοπεί σε κύβους ή και να λευκανθεί.

Άνθη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα άνθη εκπτύσσονται πριν από τα φύλλα και είναι λευκορόδινα σχεδόν επιφυή, μονήρη ή ανά δύο. Ο κάλυκας και η στεφάνη είναι πενταμερή. Οι στήμονες 15-30 και η ωοθήκη μεσοφυής. Η ωοθήκη περιέχει δυο σπερματικές βλάστες που αναπτύσσονται ανάλογα με την ποικιλία, πότε η μία, πότε και οι δύο, και τα αμύγδαλα λέγονται τότε μονά ή διπλά. Χάρη στην πρωιμότητα της άνθησης, την πυκνότητα των λουλουδιών επάνω στους κλάδους, που δεν κρύβονται από τα φύλλα και τη λευκότητα των πετάλων της, η αμυγδαλιά θεωρείται ως ένα αξιόλογο καλλωπιστικό δένδρο. Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες αμυγδαλιάς είναι αυτόστειρες (δεν αυτογονιμοποιούνται) και μερικές είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες (δεν αλληλογονιμοποιούνται), έτσι ένα σοβαρό πρόβλημα για τον καλλιεργητή είναι η επικονίαση της αμυγδαλιάς που βασίζεται στα έντομα και ιδιαίτερα στις μέλισσες.

Καρποί και Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρπός αν και κατατάσσεται στα ακρόδρυα είναι μια χνουδωτή δρύπη που συγκομίζεται μετά την υπερωρίμανση. Το περικάρπιο σταματάει τη διόγκωσή του μετά την ξυλοποίηση του ενδοκαρπίου, χάνει υγρασία, ξεκολλάει από το ενδοκάρπιο και σκίζεται κατά μήκος της ραφής του καρπόφυλλου. Στο εσωτερικό υπάρχει ο πυρήνας που αποτελεί και το εμπορεύσιμο μέρος. Μέσα σε αυτόν υπάρχουν ένα ή δύο σπέρματα, τα βρώσιμα αμύγδαλα (αμυγδαλόψυχα).

Λόγω της φυσικής επιλογής η συντριπτική πλειονότητα των αμυγδάλων των αγριαμυγδαλιών είχε πολύ πικρή γεύση, ώστε να αποφεύγεται το τσιμπολόγημα τους από τα πουλιά (δεν αποτελούσε συνειδητή επιλογή, απλώς τα πικρά αμύγδαλα αποκτούσαν με αυτόν τον τρόπο απογόνους). Η ανθρώπινη παρέμβαση μέσω της τεχνητής επιλογής επέλεξε τους ελάχιστους άπικρους καρπούς και τους καλλιέργησε συστηματικά, έτσι σήμερα έχουμε πολλούς άπικρους καρπούς και ελάχιστους πικρούς. Τα αμύγδαλα περιέχουν μικρό ποσοστό πρωτεΐνης, σιδήρου, ασβεστίου, φωσφόρου, και βιταμινών Β καθώς και υψηλό ποσοστό λιπαρών ουσιών.

Το ξύλο της αμυγδαλιάς χρησιμοποιείται κυρίως για ξυλολεπτουργικές εργασίες και για την παραγωγή στομίων του μουσικού οργάνου Γκάιντα.

Ποικιλίες και Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές ποικιλίες, όπως Φερανιά, Τέξας, Ρέτσου, Καλογεράτα Χίου, Βολάτα Χίου, Νίκηκα Χίου, Ποταμίτικα Λασηθίου, Καλαροτικά Λασηθίου, Ξηρολίμνης, Διστόμου Βοιωτίας, Φυλλίς και 11/21/67. Η Παγκόσμια παραγωγή αμυγδάλων είναι 800.000 τόνοι τον χρόνο. Οι μεγαλύτερες χώρες παραγωγής είναι η Ισπανία, η Ιταλία και οι ΗΠΑ. Η ελληνική παραγωγή καταναλώνεται όλη στο εσωτερικό, ενώ οι ελάχιστες εξαγωγές αφορούν πικραμύγδαλα που χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία και τη ζαχαροπλαστική.

Η Αμυγδαλιά ως έμπνευση στην τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα η αμυγδαλιά είναι προάγγελος της άνοιξης και επακόλουθα του έρωτα, ως εκ τούτου ενέπνευσε τον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη να γράψει την "Ανθισμένη αμυγδαλιά" τον θεατρικό συγγραφέα Δημήτρη Γιαννουκάκη να γράψει θεατρικό και κινηματογραφικό έργο με τον ίδιο τίτλο, όπου αναφέρεται στην παλιά Αθήνα και τον έρωτα που αναπτύσσεται μεταξύ δύο νέων. Το ποίημα του Γ. Δροσίνη μελοποίησε ο Γιώργος Κωστής και έγινε παγκόσμια επιτυχία με τίτλο "Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά".

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμύγδαλο.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]