Αμορίτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Αμορίτες, ή Αμορραίοι, ή Αμοραείμ, ήταν αρχαίος σημιτικός νομαδικός λαός που μιλούσε τοπική διάλεκτο, προερχόμενος από την περιοχή του Ευφράτη ποταμού, ο οποίος απλώθηκε στη συνέχεια στη Μεσοποταμία, τη ΣυρίαΠαλαιστίνη και που φέρεται να εγκαταστάθηκε τελικά εκεί προς το τέλος της 3ης με αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ.

Μετά από την πτώση της τελευταίας σουμεριακής δυναστείας, περίπου το 2000 Π.Κ.Ε./π.Χ., η Μεσοποταμία μεταβλήθηκε σε πεδίο συγκρούσεων και χάους επί έναν αιώνα σχεδόν. Περίπου το 1900 π.Χ., μια ομάδα Αμοριτών προσπάθησε και κατόρθωσε να αποκτήσει τον έλεγχο του μεγαλύτερου τμήματος της Μεσοποταμίας, καταλαμβάνοντας αρκετές πόλεις, όπως την Ισίν, τη Λάρσα και την Κις, και ο Αμορίτης Χαμμουραμπί ίδρυσε τη Βαβυλώνα εξουσιάζοντας όλη την περιοχή. Όπως και οι Ακκάδες προηγουμένως, οι Αμορίτες άσκησαν συγκεντρωτική εξουσία μέσω του υπάρχοντος συστήματος πόλεων-κρατών και χρησιμοποίησαν ως πρωτεύουσα και κέντρο της αυτοκρατορίας την πόλη της Βαβυλώνας (πρώην Ακκάδ). Γι΄ αυτόν τον λόγο οι Αμορίτες αποκλήθηκαν αρχαίοι Βαβυλώνιοι και η περίοδος υπεροχής τους, που διήρκεσε από το 1900-1600 π.Χ., αρχαία βαβυλωνιακή ή παλαιοβαβυλωνιακή περίοδος.

Επιγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις πρώιμες βαβυλωνιακές επιγραφές όλες οι δυτικές επικράτειες, στις οποίες περιλαμβάνονται η Συρία και η Χαναάν, ήταν γνωστές ως «η γη των Αμοριτών», που κατέκτησαν δύο φορές την Βαβυλώνα, (στο τέλος της τρίτης έως την αρχή της πρώτης χιλιετίας.)

Το αρχαίο όνομα είναι ένας εθνικός όρος, προφανώς συνδεμένο με τους όρους Amurru και Amar που χρησιμοποιήθηκαν από την Ασσυρία και την Αίγυπτο αντίστοιχα. Σε ό,τι αφορά στο σουμεριακό ΜΑΡ.ΤΟΥ, το όνομα είναι τόσο παλαιό όσο και η πρώτη βαβυλωνιακή δυναστεία, αλλά από τον 15ο αιώνα π.Χ. και μετά, το συλλαβικό αντίστοιχό του Αμουρρού εφαρμόζεται κυρίως για την επικράτεια που εκτείνεται βόρεια της Χαναάν και κατόπιν για την Καντές στον Ορόντη.

Στο παρελθόν οι Ασσυριολόγοι είχαν διατυπώσει την άποψη ότι οι Αμορίτες ήταν νομαδικός λαός που κυβερνάτο από άγριους πολέμαρχους και αναγκάστηκαν να επεκταθούν σε νέα εδάφη για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους. Τμήμα της λογοτεχνίας που χρονολογείται στην 3η Δυναστεία της Ουρ μιλά για τους Αμορίτες υποτιμητικά. Σε ορισμένες επιγραφές φαίνεται να υπονοείται ότι οι Ακκάδες έβλεπαν τον νομαδικό τρόπο ζωής τους με αποστροφή και περιφρόνηση. Για παράδειγμα:

Ο ΜΑΡ.ΤΟΥ που δε γνωρίζει το σιτάρι.... Ο ΜΑΡ.ΤΟΥ που δε γνωρίζει σπίτι, μήτε πόλη, ο αγροίκος των βουνών.... Ο ΜΑΡ.ΤΟΥ που σκάβει για να βρει τις τρούφες... που δε λυγίζει τα γόνατά του (για να καλλιεργήσει τη γη), που τρώει το κρέας ωμό, που δεν αποκτά κατοικία σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, που δε θάβεται μετά το θάνατό του…

Ετοίμασαν στάρι και gú-nunuz (δημητριακά), αλλά ο Αμορίτης θα τα φάει, δίχως καν να αναγνωρίσει τι περιέχουν!

Ωστόσο, πολλά νέα αρχαιολογικά στοιχεία έχουν έρθει στο φως, και οι Ασσυριολόγοι πλέον συμφωνούν ότι οι Αμορίτες δε συμμετείχαν ποτέ σε μια κοινή εισβολή κατά της 3ης Δυναστείας της Ουρ. Πολλοί Αμορίτες ζούσαν ειρηνικά μέσα στο βασίλειο σε μικρά περίκλειστα εδάφη. Επίσης, η αρχαιολογική μαρτυρία υποδεικνύει ότι αρκετοί υπηρέτησαν στις στρατιές της Ουρ ή εργάστηκαν καθ’ομάδας τόσο στις ακκαδικές δυναστείες, όσο και σε εκείνες της Ουρ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς η 3η δυναστεία της Ουρ σταδιακά κατέρρεε και αποσυντίθετο το συγκεντρωτικό διοικητικό σύστημα, όλες οι περιοχές που βρίσκονται στην επικράτεια της Ουρ ΙΙΙ άρχισαν να διεκδικούν την πρότερη ανεξαρτησία τους. Αλλού, οι στρατιές του Ελάμ επιτίθονταν και αποδυνάμωναν την αυτοκρατορία, καθιστώντας την ακόμα πιο τρωτή. Οι Αμορίτες εκμεταλλεύθηκαν επιθετικά την παρακμή της αυτοκρατορίας για να αποκτήσουν δύναμη. Δεν υπήρξε ουσιαστικά εισβολή των Αμοριτών υπό αυτή τη μορφή, αλλά οι Αμορίτες απέκτησαν σημαντική δύναμη σε πολλές περιοχές, ειδικά κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του τελευταίου βασιλέα της Ουρ ΙΙΙ Ιμπί-Σιν (Ibbi-Sin). Οι ντόπιοι πληθυσμοί της Σουμερίας πάντως, τους αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση εξαιτίας της νομαδικής ζωής τους, εξαιτίας της οποίας τούς φαινόντουσαν σαν άγριοι βάρβαροι.

Ο Ιμπί-Σιν (2029 - 2004 π.Χ.), γιος του Σου-Σιν, ήταν ο τελευταίος βασιλέας της Ουρ. Στα χρόνια της βασιλείας του οι επιθέσεις των Ελαμιτών και η αυξανόμενη δύναμη των Αμοριτών αποδυνάμωσαν ακόμη περισσότερο τις σουμεριακές πόλεις. Έχτισε νέα τείχη γύρω από την Ουρ και τη Νιπούρ, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει να αποφύγει τη φθορά. Τα τελευταία χρόνια της 3ης χιλιετίας π.Χ., ο Ιμπί-Σιν δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει τους Ελαμίτες και αναγκάστηκε να οχυρωθεί στην Ουρ. Η Εσνούνα αποσπάστηκε περίπου το 2028 και το Ελάμ το επόμενο έτος. Η Ενσίς και οι περισσότερες πόλεις του τον εγκατέλειψαν και αυτοπροστατεύονταν ενάντια στους Αμορίτες που ερήμωναν τη Σουμερία. Ο Ιμπί-Σιν διόρισε έναν αξωματούχο, τον Ισμπί-Ερά, υπεύθυνο για τη Νιππούρ και την Ισίν. Ο Ισμπί-Ερά επεκτάθηκε αργότερα κατά μήκος των ποταμών από το Χαμαζί στον Περσικό Κόλπο. Πήρε την Ενσίς του εγκλωβισμένου Ιμπί-Σιν και εγκαταστάθηκε ο ίδιος, ενώ ακόμα ο Ιμπί-Σιν βρισκόταν στο θρόνο. Ακολούθησε πείνα και οικονομική κατάρρευση. Το τέλος δεν αποφεύχθηκε. Η Ουρ δέχθηκε τη χαριστική βολή από μια εισβολή Ελαμιτών από τα Σούσα. Καταστράφηκε και ο βασιλέας μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στο Ελάμ, όπου και πέθανε. Έκτοτε ηγέτες με αμοριτικά ονόματα ανέλαβαν την εξουσία σε διάφορες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Μεσογείου και της νότιας Μεσοποταμίας.

Με την πτώση της 3ης δυναστείας της Ουρ, κάποιοι φύλαρχοι Αμορίτες εκμεταλλεύτηκαν το κενό εξουσίας και απέκτησαν ισχύ και εξουσία. Η άνοδος των Αμοριτών έφερε μεγάλες αλλαγές σε όλους τους τομείς της ζωής των κατοίκων, κυρίως της νότιας Μεσοποταμίας. Η διαίρεση σε βασίλεια αντικατέστησε τον θεσμό των πόλεων-κρατών στη νότια Μεσοποταμία. Οι άνθρωποι, η γη και τα κοπάδια μέχρι τότε ανήκαν στο ναό κάθε πόλης και στο βασιλιά. Οι καινούριοι κυρίαρχοι ελευθέρωσαν εκτάσεις γης δίνοντας τη για βοσκή σε κατοίκους, τους απάλλαξαν από τις αγγαρείες και από φόρους με αποτέλεσμα να ενισχυθούν οι τάξεις των μεγάλων γαιοκτημόνων, των ελεύθερων αγροτών και των εμπόρων. Οι ιερείς συνέχισαν να ασκούν τα καθήκοντα τους αλλά περιορίστηκαν πλέον μόνο σε αυτά.

Η αμορίτικη περίοδος της Μεσοποταμίας διήρκεσε από το 2000 έως το 1500 π.Χ. και έληξε με την επέμβαση των Χετταίων στη Βαβυλώνα το 1595 π.Χ., για το νότιο μέρος, και με την άνοδο Ασσύριων βασιλέων στο βορρά, που ξαναπήραν σταδιακά την ηγεμονία στη περιοχή.

Οι Αμορίτες φαίνεται πως λάτρευαν τον σεληνιακό θεό Σιν και τον Αμουρρού. Γνωστοί Αμορίτες έγραψαν σε μια ακκαδική διάλεκτο, που βρέθηκε σε επιγραφές οι οποίες χρονολογούνται από το 1800–1750 π.Χ. Πιθανώς η αρχική γλώσσα τους ήταν μια βορειοδυτική σημιτική διάλεκτος. Οι κύριες πηγές της εξαιρετικά περιορισμένης γνώσης μας για τη γλώσσα είναι κύρια ονόματα, μη ακκαδικά στο ύφος, τα οποία διατηρούνται σε τέτοια κείμενα. Πολλά από αυτά τα ονόματα είναι παρόμοια με μεταγενέστερα βιβλικά εβραϊκά. Πράγμα που σημαίνει ότι εκλάπησαν από τους συγγραφείς της Βίβλου.

Η ευρύτερη χρήση του όρου Amurru από τους Βαβυλωνίους και τους Ασσυρίους περιπλέκεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε επίσης για μια περιοχή στη Βαβυλωνία, στην οποία η Γη Χαναάν δεν επεκτεινόταν παραδοσιακά. Επιπλέον, εάν οι άνθρωποι της πρώτης βαβυλωνιακής δυναστείας (περ. 2100 π.Χ.) αυτοαποκαλούνταν «Αμορίτες», όπως υποδεικνύει ο Ranke, τότε προφανώς αναγνωριζόταν από τους Βαβυλωνίους κοινή προέλευση στη συγκεκριμένη περίοδο.

Οι βιβλικοί Αμορίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Αμορίτες χρησιμοποιήθηκε από τους Ισραηλίτες ως προσδιορισμός ορισμένων ορεσιβίων, (περιγράφονται στην Γεν. 14:7 ως απόγονοι της Χαναάν) που κατοίκησαν σε εκείνη τη γη. Στη Βίβλο-γράφτηκε χιλιάδες χρόνια μετά την συντέλεση των γεγονότων-περιγράφονται ως ισχυρός λαός μεγάλου αναστήματος «σαν το ύψος των κέδρων», που κατέλαβε την επικράτεια ανατολικά και δυτικά του ποταμού Ιορδάνη. Ο βασιλιάς τους, Ογκ (Ωγ), περιγράφεται ως τελευταίος των γιγάντων (Δευτ. 3:11).

Η βιβλική χρήση φαίνεται να υποδεικνύει ότι ο πιο συγκεκριμένος όρος «Αμορίτης» και ο λιγότερο ακριβής και γενικός «Χαναναίος» χρησιμοποιούνταν μάλλον ως συνώνυμοι. Ο πρώτος ήταν χαρακτηριστικός των συγγραφέων της Ιουδαίας, ενώ ο δεύτερος των Εφραιμιτών και Δευτερονομικών συγγραφέων, όπως επίσης των Ασσυροβαβυλωνίων. Η διάκριση διατηρείται μερικές φορές, όμως, όταν οι Αμορίτες αναφέρονται ως λαοί του παρελθόντος, ενώ οι Χαναανίτες αναφέρονται ως σύγχρονοι της περιόδου κατά την οποία γίνεται η αφήγηση. Ο όρος Χαναάν από την άλλη περιορίζεται ακόμη περισσότερο στην νότια περιοχή, από την Γεβάλ έως τη νότια Παλαιστίνη. Φαίνεται ότι οι όροι σε μια πρώιμη εποχή ήταν ανταλλάξιμοι, με το Χαναάν να εννοεί μια γεωγραφική οντότητα και το Αμορίτης τη μείζονα εθνική ταυτότητα των Χαναανιτών που κατοικούσαν τη γη.

Οι βιβλικοί Αμορίτες φαίνεται πως κατείχαν αρχικά τη γη που εκτείνεται από την δυτική περιοχή της Νεκράς Θάλασσας (Γεν. 14:7) έως τη Χεβρώνα (Δευτ. 3:8; 4:46-48), αγκαλιάζοντας «και πάσα γαλαάδ και πάσα βασάν» (Δευτ. 3:10), με την κοιλάδα του Ιορδάνη ανατολικά του ποταμού (4:49), τη γη των δύο βασιλέων των Αμοριτών Σηών και Ωγ (Δευτ. 31:4, Ιησ. 2:10; 9:10). Ιστορικά, αυτοί οι Αμορίτες φαίνονται να συνδέονται με την περιοχή της Ιερουσαλήμ, και οι Γιεζουβίτες ήταν πιθανώς παρακλάδι τους. Οι νότιες πλαγιές των βουνών της Ιουδαίας αποκαλούνται «όρος των Αμοριτών» (Δευτ. 1:7, 19, 20). Μια πιθανή ετυμολογία για το «όρος Μοριάχ» είναι «όρος των Αμοριτών», με απώλεια της αρχικής συλλαβής.

Πολιτισμικές αφομοιώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέραν λοιπόν της βιβλικής αφήγησης που παρουσιάζει μια πολύ περιορισμένη και στρεβλή εικόνα σε σχέση με τις εθνικές επιδιώξεις των Ισραηλιτών εκείνης της περιόδου, όταν αναφερόμαστε στους Αμορίτες, μιλάμε για έναν λαό που κατόρθωσε να κάνει αισθητή την παρουσία του στον μεσοποταμιακό πολιτισμό όχι επιβάλλοντας, αλλά υιοθετώντας και μεταφράζοντας πολιτισμικά πρότυπα του παρελθόντος. Η διαδικασία της αστικοποίησης για τους νομαδικούς λαούς, ακόμη και όταν επιβάλλονται σε παλαιότερους -ήδη αστικοποιημένους- είναι σχεδόν στερεότυπη. Το ίδιο συνέβη στην κοιλάδα του Ινδού, το ίδιο συνέβη στην Ελλάδα με την αποκαλούμενη κάθοδο των Δωριέων, το ίδιο συνέβη και στους Μογγόλους όταν κατέκτησαν την αχανή κινεζική αυτοκρατορία.

Ο νομάδας χρειάζεται σταθερούς τύπους προκειμένου να προσανατολιστεί σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Οι δικοί του σταθεροί τύποι δεν αρμόζουν στην ζωή της πόλης. Με την ίδια ευκολία που προσαρμόζεται στους επιβιωτικούς νόμους της άγριας στέππας, είναι δυνατόν να προσαρμοστεί και να αντλήσει νέο υλικό από εκείνους που προηγήθηκαν στη διαδικασία της αστικοποίησης. Ο πολιτισμός ούτως ή άλλως είναι ένα συνεχές, σε καμία περίπτωση η πρώιμη αστικοποίηση εκείνης της περιόδου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κλειστό σύστημα και συνεπώς δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι πολλοί νομαδικοί λαοί της αρχαιότητας επέλεξαν την υιοθέτηση υπαρχόντων σταθερών τύπων. Αυτό που χρειάζεται να διερευνήσει κανείς ως άλλη σταθερή παράμετρο στη διαδικασία της αστικοποίησης και της υιοθέτησης προγενέστερων πολιτισμικών στοιχείων είνα ότι οι Αμορίτες επέβαλαν το δικό τους σύστημα συγγένειας, όπως συνέβη με τους Έλληνες, τους Μογγόλους και τόσους άλλους λαούς στη διαδικασία της διέλευσης από τον ένα τρόπο ζωής στον άλλον. Οι τεχνικοί όροι, οι αστικοί τρόποι κ.λπ. είναι κληρονομιά του παρελθόντος, εκείνου που έχει ήδη αστικοποιηθεί. Οι νέες σχέσεις συγγένειας είναι συνήθως κληρονομιά εκείνου που οδεύει προς την αστικοποίηση μέσα από το δικό του περίπλοκο ή απλό δίκτυο επιβιωτικών νόμων της συγγένειας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.7ος, σελ.461.
  • David and Patt Alexander "Το εκπληκτικό Εγχειρίδιο της Βίβλου" , Εκδόσεις Πέργαμος, Αθήνα 1993, σελ.660.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • E. Chiera, Sumerian Epics and Myths, Chicago, 1934, Nos.58 and 112.
  • E. Chiera, Sumerian Texts of Varied Contents, Chicago, 1934, No.3.
  • H. Frankfort, AAO, 54-8.
  • G. Roux, Ancient Iraq, London, 1980.