Αικατερίνη Α΄ της Ρωσίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αικατερίνη Α΄
Catherine I of Russia by Nattier.jpg
Περίοδος εξουσίας
8 Φεβρουαρίου 1725 - 17 Μαΐου 1727
Προκάτοχος Πέτρος Α΄
Διάδοχος Πέτρος Β΄
Οίκος Ρομάνοφ
Γέννηση 15 Απριλίου 1684
Θάνατος 17 Μαΐου 1727
Πατέρας Σαμουήλ Σκαβρόνσκι
Μητέρα Άννα Δωροθέα Γκαν
Σύζυγος Πέτρος Α΄

Η Αικατερίνη Α΄ (ρώσικα: Екатери́на Алексе́евна Миха́йлова) (Μάρθα Σαμουίλοβνα Σκαβρονσκάϊα (Κρούζ), Αικατερίνα Μιχάιλοβα) ήταν η αυτοκράτειρα της Ρωσίας από το 1721 ως σύζυγος του βασιλεύοντας αυτοκράτορα ενώ από το 1725 ανέλαβε η ίδια την εξουσία. Ήταν δεύτερη σύζυγος του Πέτρου Α΄, και μητέρα της αυτοκράτειρας Ελισάβετ. Προς τιμήν της, ο Πέτρος Α΄ καθιέρωσε το παράσημο της Αγίας Αικατερίνης (το 1713), ονόμασε την πόλη Αικατερινούπολη στα Ουράλια (το 1723).

Καταγωγή και παιδική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τώρα, δεν είναι γνωστά με ακρίβεια ο τόπος γέννησής και η εθνικότητα της. Σύμφωνα με μια εκδοχή, γεννήθηκε στο έδαφος της σημερινής Λεττονίας, στην ιστορική περιοχή της Βίντζεμ. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η αυτοκράτειρα γεννήθηκε στο Ντορπάτ της Εσθονίας.

Οι γονείς της Μάρθας πέθαναν από την πανούκλα το 1684, και ο θείος της έδωσε το κορίτσι σ΄έναν Λουθηρανικό πάστορα Έρνστ Γκλούκ, γνωστό για τη μετάφραση της Βίβλου στη λεττονική γλώσσα. Μετά τη κατάληψη της Άλουκσνε από τα ρωσικά στρατεύματα ο Γκλούκ, ως μορφωμένος άνθρωπος, προσλήφθηκε στην ρωσική υπηρεσία, ίδρυσε το πρώτο σχολείο στην Μόσχα, δίδασκε γλώσσες και έγραφε ποιήματα στα ρωσικά. Η Μάρθα ήταν υπηρέτρια στο σπίτι του Γκλούκ.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, έως 12 ετών το κορίτσι ζούσε με τη θεία της Άννα Μαρία Βεσελόβσκαγια προτού καταλήξει στην οικογένεια του Γκλούκ. Σε ηλικία 17 ετών, η Μάρθα παντρεύτηκε τον Σουηδό δραγόνο ονόματι Ιόχαν Κρούζ (Johan Cruse), λίγο πριν από τη ρωσική επίθεση στην Άλουκσνε. Μία ή δύο ημέρες μετά το γάμο, ο Ιόχαν με το σύνταγμά του έφυγε για τον πόλεμο χωρίς να επιστρέψει ποτέ πίσω.

Ζήτημα καταγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναζήτηση για τις ρίζες της Αικατερίνη Α΄ στην περιοχή της Βαλτικής, η οποία έγινε μετά το θάνατο του Πέτρου Α΄, έχει δείξει ότι η αυτοκράτειρα είχε δύο αδελφές την Άννα και την Χριστίνα, και τα δύο αδέρφια τον Κάρλο και τον Φρειδερίκο. Τις οικογένειές τους η Αικατερίνη Α΄ το 1726 μετέφερε στην Αγία Πετρούπολη. Στην διαθήκη της η Αικατερίνη Α΄ Σκαβρονσκάϊα τους αποκαλεί ως «στενούς συγγενείς». Ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα, οι ιστορικοί την ύπαρξη αυτής τη συγγενικής σχέσης την θέτουν υπό αμφισβήτηση.

Ερωμένη του Πέτρου Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 25 Αυγούστου 1702 κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Βόρειου Πολέμου, ο ρωσικός στρατός υπό τον Στρατάρχη Σερεμέτιεφ διεξήγαγε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των Σουηδών στη Λιβονία, πήρε την σουηδική πόλη-φρούριο Άλουκσνε.

Στην Άλουκσνε ο Σερεμέτιεφ συνέλαβε 400 κατοίκους. Όταν ο πάστορας Γκλούκ, συνοδευόμενος από τους υπηρέτες του ήρθε να μάθει για την τύχη των κατοίκων, ο Σερεμέτιεφ πρόσεξε την Μάρθα και την πήρε με τη βία για ερωμένη του. Τον Αύγουστο του 1703 , ο ιδιοκτήτης της έγινε ο πρίγκιπας Μένσικοφ, φίλος και συνεργάτης του Πέτρου Α΄. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης Άλουκσνε μεταφέρθηκαν στη Μόσχα.

Το φθινόπωρο 1703, κατά τη διάρκεια μιας από τις τακτικές επισκέψεις του στην Αγία Πετρούπολη στον Μένσικοφ, ο Πέτρος Α΄ γνώρισε την Μάρθα και σύντομα την έκανε ερωμένη του.

Το 1704 η Αικατερίνη Α΄ γεννά το πρώτο τους παιδί, τον Πέτρο, λίγο μετά τον Παύλο. Και τα δυο παιδιά πεθάναν στην πρώιμη παιδική ηλικία.

Το 1705, ο Πέτρος Α΄την έστειλε σε ένα χωριό κοντά στη Μόσχα, στο σπίτι της αδελφής του, της πριγκίπισσας Ναταλία Αλεξέεβνα, όπου η Αικατερίνη Α΄ έμαθε να διαβάζει και να γράφει ρωσικά.

Όταν η Αικατερίνη Α΄ βαφτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή (το 1707 ή 1708), άλλαξε το όνομα της σε Αικατερίνα Μιχάιλοβα, δεδομένου ότι ο νονός της ήταν ο Τσάρεβιτς Αλεξέι Πετρόβιτς, και διότι το επίθετο Μιχάιλοφ το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Πέτρος Α΄.

Γάμος με τον Πέτρο Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακόμη και πριν από το γάμο, η Αικατερίνη Α΄γέννησε δυο κόρες, την Άννα και την Ελισάβετ. Επίσημα ο γάμος του Πέτρου Α΄ με την Αικατερίνη Α΄ πραγματοποιήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1712, στην εκκλησία του καθεδρικού ναού του Αγίου Ισαάκ της Δαλματίας στην Αγία Πετρούπολη. Το 1713, ο Πέτρος Α΄ προς τιμήν της καλής συμπεριφοράς της συζύγου του κατά τη διάρκεια ανεπιτυχής εκστρατείας στο Ρώσο-τουρκικό πόλεμο του 1710-1713, καθιέρωσε παράσημο της Αγίας Αικατερίνης.

Το φθινόπωρο του 1724, ο Πέτρος Α΄ υποψιαζόταν την Αυτοκράτειρα στη μοιχεία. Σταμάτησε να της μιλάει και να συναντιέται μαζί της. Μόνο μία φορά, μετά την παράκληση της κόρης του Ελισάβετ συμφώνησε να δειπνήσει με την Αικατερίνη Α΄. Μόνο πριν το θάνατο του συμφιλιώθηκε με τη σύζυγό του. Τον Ιανουάριο του 1725 βρισκόταν συνεχώς δίπλα στον ετοιμοθάνατο αυτοκράτορα, ο οποίος πέθανε στην αγκαλιά της.

Άνοδος του θρόνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον νόμο στις 5 Φλεβάρη 1722, ο Πέτρος Α΄ κατάργησε την παλιά σειρά διαδοχής στο θρόνο, άμεσου απόγονου στην ανδρική γραμμή, αντικαθιστώντας την. Έτσι με το διάταγμα του 1722 θα μπορούσε κάθε άνθρωπος να γίνει διάδοχος του θρόνου. Ο Πέτρος Α΄ πέθανε νωρίς το πρωί στις 28 Ιανουαρίου (8 Φεβρουαρίου) του 1725, παραλείποντας να ορίσει διάδοχο και χωρίς να αφήσει γιους. Η πλειοψηφία του κόσμου ήταν υπέρ αρσενικού εκπρόσωπου της δυναστείας - του Μεγάλου Δούκα Πέτρου Β΄, εγγονού του Πέτρου Α΄. Όταν η Αικατερίνη Α΄ είδε πως δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανάρρωσης του συζύγου της, ζήτησε από τον Μένσικοφ και Τολστόι να δράσουν υπέρ των δικαιωμάτων της. Στις 28 Ιανουαρίου (8 Φεβρουαρίου) του 1725 η Αικατερίνη Α΄ ανήλθε στο θρόνο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας με την υποστήριξη της φρουράς και των ευγενών.

Στην πραγματικότητα όμως η βασιλεία της Αικατερίνης Α΄ γινόταν από τον στρατάρχη και πρίγκιπα Μένσικοφ και το Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η Αικατερίνη Α΄ ήταν ικανοποιημένη πλήρως με το ρόλο της πρώτης κυρίας στο Τσάρσκογιε Σελό, αφήνοντας τη διαχείριση του κράτους στους συμβούλους της. Ενδιαφερόταν μόνο για τον ναυτικό στόλου - η αγάπη του Πέτρου για τη θάλασσα άγγιξε και αυτήν.

Με πρωτοβουλία του Λέοντα Τολστόι το Φεβρουάριο του 1726 δημιουργήθηκε μια νέα δημόσια αρχή, το Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπου ένας στενός κύκλος ανώτερων αξιωματούχων θα μπορούσε να ελέγχει τη Ρωσική Αυτοκρατορία, υπό την προεδρία της Αυτοκράτειρας.

Ως εκ τούτου, ο ρόλος της Συγκλήτου έχει μειωθεί σημαντικά. Το Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσιζε από κοινού για όλες τις σημαντικές αποφάσεις, και η Αικατερίνη Α΄ απλά υπέγραφε τα έγγραφα που αποστέλλονταν από αυτό. Το Ανώτατο Συμβούλιο κατάργησε τις τοπικές αρχές, που δημιουργήθηκαν από τον Πέτρο Α΄.

Η Αικατερίνη Α΄ δεν κυβέρνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι χοροί, γιορτές, τα πανηγύρια και τα γλέντια που ακολούθησαν κλόνισαν την υγεία της, και στις 10 Απριλίου 1727 η αυτοκράτειρα αρρώστησε. Άρχισε να χειροτερεύει μέρα με τη μέρα, ενώ εμφάνισε τα σημάδια της πνευμονίας. Τελικά η βασίλισσα πέθανε από πνευμονία.

Θάνατος και διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 9.00 το απόγευμα της 6 (17) Μάιου του 1727, η 43χρόνη αυτοκράτειρα πέθανε. Η κυβέρνηση έπρεπε να αντιμετωπίσει επειγόντως το θέμα της διαδοχής. Όταν η αυτοκράτειρα ήταν άρρωστη, για την αντιμετώπιση του ζητήματος της διαδοχής το παλάτι συγκέντρωσε τα όργανα της κυβέρνησης: το Ανώτατο Συμβούλιο της Επικρατείας, την Γερουσία και την Σύγκλητο. Προσκλήθηκαν και οι αξιωματικοί της φρουράς. Στην σύνοδο αποφασίστηκε ο διορισμός του εγγονού - διαδόχου του Πέτρου Α΄- Πέτρου Β΄.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα